Skip to main content

Όταν το 2000 προσπαθούσαμε να βγάλουμε άκρη από το «Memento», κρατώντας στο μυαλό μας πρόσωπα, σημειώσεις και σκηνές που έμοιαζαν να έχουν τοποθετηθεί στη λάθος σειρά, πιστεύαμε ότι παρακολουθούσαμε ένα πολύ έξυπνο κινηματογραφικό παζλ. Το «Following» είχε προηγηθεί δύο χρόνια νωρίτερα, αλλά το «Memento» ήταν η στιγμή που ο Κρίστοφερ Νόλαν συστήθηκε πραγματικά στο μεγάλο κοινό. Μαζί με τις απορίες γεννήθηκε και η υποψία ότι μπροστά μας βρισκόταν ένας σκηνοθέτης που θα μας απασχολούσε για χρόνια.

Τότε προσέχαμε περισσότερο το τέχνασμα. Η αφήγηση κινούνταν προς τα πίσω, ο ήρωας δεν μπορούσε να δημιουργήσει νέες αναμνήσεις και ο θεατής βρισκόταν διαρκώς ένα βήμα πίσω από την αλήθεια. Βλέποντας σήμερα το «Memento», καταλαβαίνεις ότι το σημαντικότερο στοιχείο του βρίσκεται στον λόγο για τον οποίο ο Λέοναρντ χρειάζεται να συνεχίζεται η αναζήτηση. Η λύση του μυστηρίου δεν θα τον απελευθέρωνε. Θα του αφαιρούσε τον μοναδικό σκοπό που του είχε απομείνει. Αυτή είναι μια σκέψη που επιστρέφει συχνά στον κινηματογράφο του Νόλαν. Οι άνθρωποι κουβαλούν ένα παρελθόν στο οποίο δεν μπορούν να γυρίσουν αλλά αρνούνται και να το εγκαταλείψουν. Ο χρόνος τούς απομακρύνει από όσα έχασαν ενώ η μνήμη τούς κρατά δεμένους εκεί. Άλλοτε κατασκευάζουν μια ιστορία για να αντέξουν και άλλοτε αφιερώνουν τη ζωή τους στην αυταπάτη ότι μπορούν να διορθώσουν όσα έχουν ήδη συμβεί.

Στο «The Prestige», δύο ταχυδακτυλουργοί καταστρέφουν ο ένας τον άλλον αναζητώντας το τέλειο κόλπο. Κάθε παράσταση βασίζεται σε μια απλή προσδοκία: κάτι εξαφανίζεται και το κοινό περιμένει να το δει να εμφανίζεται ξανά. Κανένας θεατής δεν θέλει πραγματικά να γνωρίζει τι μεσολάβησε. Αρκεί η επιστροφή να είναι πειστική. Ο Νόλαν μιλά για τη μαγεία, αλλά ταυτόχρονα εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο βλέπει το σινεμά. Ο σκηνοθέτης αποσπά την προσοχή, κρύβει την αλήθεια σε κοινή θέα και οδηγεί το βλέμμα εκεί όπου τον εξυπηρετεί. Όταν έρθει η αποκάλυψη αναγκαζόμαστε να επιστρέψουμε νοερά στην αρχή και να αναγνωρίσουμε όλα όσα είχαμε δει χωρίς να τα καταλάβουμε. Το τίμημα του κόλπου συνήθως το πληρώνει κάποιος που δεν βρίσκεται στη σκηνή για να δεχθεί το χειροκρότημα.

Χρειάστηκε το «Inception» για να φανεί καθαρότερα ότι πίσω από τους μηχανισμούς υπήρχε μια πολύ απλή ανθρώπινη επιθυμία. Ο Κομπ θέλει να ξαναδεί τα παιδιά του. Όλα τα επίπεδα των ονείρων, οι πόλεις που διπλώνουν, οι διάδρομοι που περιστρέφονται και ο χρόνος που κυλά με διαφορετική ταχύτητα οδηγούν σε εκείνη τη στιγμή. Το πραγματικό εμπόδιο βρίσκεται στην ενοχή που παίρνει μαζί του κάθε φορά που κατεβαίνει βαθύτερα στο υποσυνείδητο. Ο Κομπ φτάνει τελικά στο σπίτι βλέπει τα παιδιά του και αφήνει τη σβούρα να περιστρέφεται. Ο Νόλαν κόβει την εικόνα πριν μάθουμε αν θα πέσει. Η αμφιβολία που βασάνιζε τον ήρωα και τον θεατή έχει πάψει να τον ενδιαφέρει. Εκείνη τη στιγμή ο Κομπ επιλέγει να πιστέψει ότι γύρισε. Μερικές φορές η ανάγκη να βρεθείς ξανά κοντά σε όσα αγαπάς αποδεικνύεται ισχυρότερη από την απαίτηση να γνωρίζεις αν είναι αληθινά.

Στο «Interstellar», αυτή η ανάγκη αποκτά διαφορετικό βάρος. Ο Κούπερ εγκαταλείπει τη Γη για να δώσει στα παιδιά του μια πιθανότητα επιβίωσης και επιστρέφει έχοντας χάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους. Η σχετικότητα του χρόνου γίνεται οδυνηρά κατανοητή όταν ένας πατέρας παρακολουθεί μέσα σε λίγα λεπτά την κόρη του να μεγαλώνει χωρίς εκείνον. Μπορείς να διασχίσεις το Διάστημα, να περάσεις μέσα από μια μαύρη τρύπα και να νικήσεις τις πιθανότητες. Δεν μπορείς να ανακτήσεις τα χρόνια της απουσίας σου. Η κατηγορία ότι ο Νόλαν κατασκευάζει ψυχρές ταινίες δεν εμφανίστηκε χωρίς λόγο. Οι χαρακτήρες του συχνά υποχωρούν μπροστά στην αρχιτεκτονική της πλοκής, ενώ οι γυναίκες περιορίζονται αρκετές φορές στον ρόλο της απώλειας, της ανάμνησης ή της ενοχής που κινεί έναν άνδρα. Στο «Tenet» ο μηχανισμός έγινε τόσο περίπλοκος ώστε σχεδόν κατάπιε τους ανθρώπους. Η αντιστροφή του χρόνου ήταν εντυπωσιακή, αλλά της έλειπε κάτι που να θέλουμε πραγματικά να σωθεί.

Αυτό εξηγεί γιατί το «Dunkirk» λειτουργεί τόσο διαφορετικά παρότι οι χαρακτήρες του έχουν ελάχιστο παρελθόν και ακόμη λιγότερους διαλόγους. Οι στρατιώτες που περιμένουν στην ακτή δεν χρειάζονται περίπλοκο ψυχολογικό υπόβαθρο. Θέλουν να φύγουν από εκεί. Ο Νόλαν γύρισε μια πολεμική ταινία στην οποία ο βασικός στόχος είναι η διάσωση και όχι η κατάκτηση. Η μία εβδομάδα στη στεριά, η μία ημέρα στη θάλασσα και η μία ώρα στον αέρα συναντιούνται πάνω σε μια βάρκα που κατευθύνεται προς την Αγγλία. Η πατρίδα δεν τους υποδέχεται ως νικητές. Ορισμένοι από τους στρατιώτες επιστρέφουν νιώθοντας ότι απέτυχαν επειδή επέζησαν από μια υποχώρηση. Οι άνθρωποι που τους περιμένουν γνωρίζουν κάτι που εκείνοι δεν είναι ακόμη έτοιμοι να δεχθούν: το να γυρίσεις ζωντανός μπορεί να είναι αρκετό. Μέσα σε μια φιλμογραφία γεμάτη ήρωες που προσπαθούν να αλλάξουν τον χρόνο, το «Dunkirk» αναγνωρίζει ότι ορισμένες φορές η μεγαλύτερη νίκη είναι να ξεφύγεις από αυτόν.

Το «Oppenheimer» έφερε τον Νόλαν μπροστά σε μια άλλη πραγματικότητα. Μετά τη δοκιμή Trinity, κανένας δρόμος δεν οδηγεί στον κόσμο πριν από την ατομική βόμβα. Ο Οπενχάιμερ επιστρέφει ξανά και ξανά στις αποφάσεις του, στις αίθουσες όπου συζητήθηκαν, στους ανθρώπους που τις πήραν και σε όσους πλήρωσαν το τίμημά τους. Η μνήμη μπορεί να ανασυνθέσει τα γεγονότα, δεν μπορεί όμως να αναιρέσει τη γνώση που απελευθερώθηκε εκείνη τη στιγμή. Η Ιστορία έχει ήδη αλλάξει κατεύθυνση.

Μετά από όλα αυτά, η επιλογή της «Οδύσσειας» μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Ο Οδυσσέας φεύγει από έναν πόλεμο και περνά δέκα χρόνια προσπαθώντας να φτάσει στην Ιθάκη. Στο μεταξύ χάνει τους συντρόφους του, αποκρύπτει το όνομά του, επινοεί ιστορίες και μεταμορφώνεται σε κάποιον που οι δικοί του άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Το σπίτι εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά έχει μάθει να ζει χωρίς εκείνον. Ο ομηρικός ήρωας δεν αναζητά μόνο έναν τόπο. Προσπαθεί να ανακτήσει τη θέση που είχε μέσα σε αυτόν. Η Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος και η Ιθάκη έχουν τον δικό τους χρόνο, ο οποίος δεν σταμάτησε όσο εκείνος βρισκόταν στη θάλασσα. Για να μπει ξανά στη ζωή του, ο Οδυσσέας πρέπει πρώτα να ανακαλύψει τι έχει απομείνει από τον άνθρωπο που την εγκατέλειψε.

Η απόφαση του Νόλαν να γυρίσει την ταινία εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX film δεν αφορά μόνο το μέγεθος του θεάματος. Σε μια εποχή κατά την οποία οι ταινίες στριμώχνονται σε οθόνες κινητών, διακόπτονται από ειδοποιήσεις και αντιμετωπίζονται σαν περιεχόμενο που μπορεί να περιμένει, εκείνος εξακολουθεί να πιστεύει στη σκοτεινή αίθουσα. Στην εικόνα που σε αναγκάζει να σηκώσεις το βλέμμα και σε μια αφήγηση που σε κρατά μέσα στον δικό της χρόνο. Η «Οδύσσεια» γίνεται έτσι και μια ιστορία για το ίδιο το σινεμά. Για έναν σκηνοθέτη που προσπαθεί να οδηγήσει το κοινό πίσω σε μια εμπειρία η οποία κινδυνεύει να χαθεί μέσα στην ευκολία της μικρής οθόνης. Ο Νόλαν γύριζε πάντα ταινίες για τη στιγμή που κάποιος φτάνει εκεί όπου ήθελε και ανακαλύπτει ότι ο χρόνος έχει φτάσει πριν από αυτόν. Στην «Οδύσσεια» αυτή η μόνιμη αγωνία του κινηματογράφου του βρίσκει την πιο καθαρή μορφή της.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)