Στην αίθουσα του μοντάζ ο Μάρτιν Σκορσέζε παρακολουθούσε το πρόσωπο του Πολ Νιούμαν να γεμίζει την οθόνη. Τα γαλάζια μάτια, οι βαθιές ρυτίδες, η άνεση ενός ανθρώπου που δεν χρειαζόταν πια να αποδείξει ότι ήταν σταρ. Λέγεται ότι κάποια στιγμή γύρισε προς την Τέλμα Σουνμέικερ και σχολίασε γελώντας: «Αυτός ο άνθρωπος θα πάει μπροστά. Έχει πρόσωπο». Το αστείο έκρυβε έναν πραγματικό θαυμασμό. Ο Σκορσέζε είχε δουλέψει με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Τζο Πέσι, ηθοποιούς με τους οποίους είχε μεγαλώσει καλλιτεχνικά. Τους είχε δει να γίνονται διάσημοι μέσα στις ταινίες του. Ο Νιούμαν ανήκε σε άλλη τάξη μεγέθους. Πριν ακόμη στηθεί η κάμερα, το πρόσωπό του κουβαλούσε δεκαετίες αμερικανικού κινηματογράφου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ωστόσο ο άνθρωπος που χρειαζόταν περισσότερο αυτή τη συνεργασία δεν ήταν ο εξηντάχρονος σταρ. Ήταν ο Σκορσέζε.

Η εποχή του Νέου Χόλιγουντ είχε τελειώσει. Η γενιά που τη δεκαετία του 1970 έπεισε τα μεγάλα στούντιο να παραδώσουν τα κλειδιά σε ανήσυχους και συχνά ανεξέλεγκτους δημιουργούς είχε αρχίσει να πληρώνει τον λογαριασμό. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Μάικλ Τσιμίνο, ο Γουίλιαμ Φρίντκιν και ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς αντιμετωπίζονταν πλέον με καχυποψία. Οι καλλιτεχνικές φιλοδοξίες τους είχαν πάψει να θεωρούνται επένδυση. Στα μάτια των στούντιο έμοιαζαν όλο και περισσότερο με οικονομικό κίνδυνο. Ο Σκορσέζε βρισκόταν μέσα στην ίδια δίνη. Το 1983 είδε τον «Τελευταίο Πειρασμό» να ακυρώνεται λίγο πριν αρχίσουν τα γυρίσματα, έπειτα από χρόνια προετοιμασίας. Είχε ήδη περάσει μια περίοδο σωματικής και ψυχικής κατάρρευσης, ενώ οι ταινίες του, όσο σπουδαίες κι αν θεωρούνταν, δεν τον έκαναν ασφαλή επιλογή για κανένα στούντιο. Το «Μετά τα Μεσάνυχτα» του έδωσε ξανά δημιουργική ενέργεια όχι όμως την εμπορική δύναμη που χρειαζόταν για να επιβάλει το επόμενο προσωπικό του σχέδιο. Ο ίδιος την περιέγραφε ως προπόνηση. Μετά την ακύρωση του «Τελευταίου Πειρασμού», χρειαζόταν να ξαναβρεί τη φυσική και δημιουργική του κατάσταση, να θυμηθεί πώς γυρίζεται μια ταινία γρήγορα, με περιορισμένα χρήματα και την ενέργεια των πρώτων χρόνων. Η συνεργασία του με τον διευθυντή φωτογραφίας Μίχαελ Μπαλχάους τού επέστρεψε ένα μέρος της αυτοπεποίθησης που είχε χάσει.

Ο σκηνοθέτης του «Κακόφημοι δρόμοι» και του «Ο Ταξιτζής» βρέθηκε μπροστά σε ένα ερώτημα που λίγα χρόνια νωρίτερα θα απέρριπτε ως προσβλητικό. Ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται στο Χόλιγουντ ή θα επέστρεφε στη Νέα Υόρκη για να γυρίζει μικρές πειραματικές ταινίες και να διδάσκει κινηματογράφο; Στον φίλο του Χαλ Άσμπι είχε περιγράψει τη μόνη ρεαλιστική λύση που έβλεπε. Για κάθε προσωπική ταινία θα έπρεπε να κάνει και μία για το σύστημα. Η μία θα εξασφάλιζε τη δυνατότητα της άλλης. Ο τριαντάχρονος Σκορσέζε θα θεωρούσε αυτή τη σκέψη συνθηκολόγηση. Δέκα χρόνια αργότερα γνώριζε πλέον ότι η καλλιτεχνική ανεξαρτησία δεν αρκεί να διακηρύσσεται. Κάποιος πρέπει και να τη χρηματοδοτεί. Τότε τηλεφώνησε ο Πολ Νιούμαν.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1984 και ο Σκορσέζε βρισκόταν στο Λονδίνο. Ο Νιούμαν τού είπε δύο λέξεις: «Έντι Φέλσον». Ήθελε να επιστρέψει στον χαρισματικό και αυτοκαταστροφικό παίκτη του μπιλιάρδου που είχε υποδυθεί στο «The Hustler» το 1961. Πίστευε ότι ο χαρακτήρας συγγένευε με τους άνδρες των ταινιών του Σκορσέζε, ανθρώπους που δημιουργούν μόνοι τους τις συνθήκες της πτώσης τους και καταλαβαίνουν συνήθως πολύ αργά τι έχουν προκαλέσει. Η πρώτη εκδοχή του σεναρίου ακολουθούσε κατά γράμμα τη λογική μιας συνέχειας και περιλάμβανε ακόμη και αποσπάσματα από την παλαιότερη ταινία. Ο Σκορσέζε δεν ενδιαφερόταν να αναπαραγάγει τον κόσμο του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ρόσεν. Διάβασε και το ομώνυμο μυθιστόρημα του Γουόλτερ Τέβις, αλλά αποφάσισε να κρατήσει μόνο τον τίτλο και τον Έντι. Μαζί με τον συγγραφέα Ρίτσαρντ Πράις ξεκίνησαν ουσιαστικά από την αρχή.
Στην πρώτη του συνάντηση με τον Νιούμαν ο Σκορσέζε έθεσε το ερώτημα που θα ξεκλείδωνε την ταινία. Γιατί ένας άνδρας 52 ετών, ο οποίος έχει εγκαταλείψει το μπιλιάρδο, αποφασίζει να επιστρέψει; Γνώριζε ότι ο Νιούμαν αγαπούσε τους αγώνες αυτοκινήτου και τον ρώτησε γιατί συνέχιζε να αγωνίζεται αφού δεν μπορούσε να κερδίζει κάθε φορά. Οι δυο τους έμειναν για λίγο σιωπηλοί. «Αυτή είναι η ταινία», είπε ο Σκορσέζε.

Ο Νιούμαν ήθελε να επιστρέψει στον Έντι Φέλσον, τον χαρισματικό και αυτοκαταστροφικό παίκτη του μπιλιάρδου που είχε υποδυθεί στο «Ο κόσμος είναι δικός μου (The Hustler)» το 1961. Δεν αναζητούσε μια βολική επανάληψη του παρελθόντος. Είχε εντυπωσιαστεί από το «Οργισμένο Είδωλο» και από τη μεταμόρφωση του Ντε Νίρο κάτω από την καθοδήγηση του Σκορσέζε. Ήθελε έναν σκηνοθέτη που θα τον ανάγκαζε να ξανακοιτάξει έναν χαρακτήρα τον οποίο είχε αφήσει πίσω του επί ένα τέταρτο του αιώνα. Υπήρχε και μια εκκρεμότητα που ακολουθούσε τον Νιούμαν σε ολόκληρη την καριέρα του. Παρά τη φήμη, τον πλούτο και τις σπουδαίες ερμηνείες, δεν είχε κερδίσει Όσκαρ. «Το Χρώμα του Χρήματος» είχε από την αρχή αυτόν τον στόχο, χωρίς ο Πολ Νιούμαν να αντιμετωπίσει ούτε στιγμή τον ρόλο του με λιγότερη σοβαρότητα. Ο Νιούμαν δεν ζητούσε ένα βραβείο για όσα είχε ήδη κάνει. Προσπαθούσε να δώσει στην Ακαδημία μια ερμηνεία που δεν θα μπορούσε να αγνοήσει.

Ο ίδιος ήταν εκείνος που είχε τη δύναμη να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της ταινίας, ο Σκορσέζε την ανάγκη να αποδείξει ότι μπορούσε να παραδώσει μια μεγάλη στούντιο ταινία και ο συγγραφέας Ρίτσαρντ Πράις ανέλαβε να βρει τη νέα ιστορία του Έντι. Στην εξίσωση προστέθηκε σύντομα ο Τομ Κρουζ. Ήταν μόλις 22 ετών όταν προτάθηκε για τον ρόλο του Βίνσεντ, ενός νεαρού παίκτη με τεράστιο ταλέντο, ελάχιστη αυτοσυγκράτηση και την ενοχλητική βεβαιότητα ότι ο κόσμος είχε ήδη αποφασίσει να του ανήκει. Η συνάντηση του Νιούμαν με τον Κρουζ λειτουργούσε πριν ακόμη αρχίσει η ταινία. Ο πρώτος εκπροσωπούσε μια παλαιότερη ιδέα του κινηματογραφικού σταρ, βασισμένη στην οικονομία των κινήσεων και στην ικανότητα να κρατά την προσοχή χωρίς να φαίνεται ότι την απαιτεί. Ο Κρουζ ερχόταν με ενέργεια, χαμόγελο, σωματική ένταση και ακατάπαυστη κίνηση. Έπαιζε σαν να φοβόταν ότι, αν σταματούσε για λίγα δευτερόλεπτα, η κάμερα θα έβρισκε κάποιον άλλο.
Η διαφορά ταίριαζε στους χαρακτήρες. Ο Έντι είχε μάθει πόσο ακριβά πληρώνεται η αλαζονεία. Ο Βίνσεντ δεν είχε ακόμη υποψιαστεί ότι υπάρχει λογαριασμός. Ο ένας γνώριζε πως το ταλέντο χωρίς έλεγχο μπορεί να γίνει παγίδα. Ο άλλος πίστευε πως το ταλέντο τού επέτρεπε να αγνοεί τους κανόνες. Ανάμεσά τους βρισκόταν η Κάρμεν που την υποδυόταν η Μέρι Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο, ο μόνος χαρακτήρας που καταλάβαινε από νωρίς τι πραγματικά διακυβευόταν. Ο Έντι και ο Βίνσεντ έλεγαν ότι έπαιζαν για τα χρήματα, ενώ στην πραγματικότητα διεκδικούσαν την αναγνώριση ο ένας του άλλου. Η Κάρμεν παρατηρούσε, υπολόγιζε και παρενέβαινε χωρίς να σπαταλά κινήσεις. Σε μια ιστορία γεμάτη ανδρικούς εγωισμούς εκείνη έβλεπε καθαρότερα ποιος χειραγωγούσε ποιον.

Η πραγματική σχέση ισχύος δεν βρισκόταν μόνο πίσω από την κάμερα, αλλά και γύρω από το τραπέζι των αποφάσεων. Ο Πολ Νιούμαν δεν ήταν απλώς ο πρωταγωνιστής. Ήταν ο άνθρωπος που είχε γεννήσει την ιδέα, που μπορούσε να εξασφαλίσει τα χρήματα και ήταν το δικό του πρόσωπο που θα πουλούσε την ταινία στο κοινό. Συμμετείχε στις αποφάσεις και στις διαδοχικές εκδοχές του σεναρίου. Ο Σκορσέζε που σε άλλες παραγωγές μπορούσε να υπερασπιστεί κάθε επιλογή του μέχρι εξαντλήσεως, αυτή τη φορά μάθαινε να επιλέγει τις μάχες του.
Οι όροι της Touchstone, της εταιρείας της Disney που χρηματοδότησε την ταινία, δεν άφηναν πολλά περιθώρια για καλλιτεχνικούς πολέμους. Ο προϋπολογισμός δεν έπρεπε να ξεπεράσει τα 14,5 εκατομμύρια δολάρια και ένα μέρος από τις αμοιβές του Νιούμαν και του Σκορσέζε παρέμενε δεσμευμένο ως εγγύηση. Αν το κόστος ξέφευγε θα έχαναν τα χρήματα. Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν σε 49 ημέρες, μία νωρίτερα από το πρόγραμμα, και η παραγωγή έμεινε περίπου 1,5 εκατομμύριο κάτω από το συμφωνημένο όριο. Για έναν δημιουργό που είχε συνδέσει το σινεμά με την εμμονή, αυτή η πειθαρχία αποτέλεσε ένα δεύτερο σχολείο. Έμαθε να εργάζεται γρήγορα, να αποφεύγει τις περιττές λήψεις και να παραδίδει χωρίς να τρομοκρατεί εκείνους που υπέγραφαν τις επιταγές. Οι παραχωρήσεις έμειναν ορατές. Ο Κρουζ διατήρησε μεγάλο μέρος από την επιδεικτικότητα της ερμηνείας του, ενώ ο Νιούμαν ζήτησε πιο συμβατικά κοντινά πλάνα από εκείνα που συνήθιζε ο Σκορσέζε. Ήξερε τη δύναμη του προσώπου του και γνώριζε επίσης ότι αυτή μπορούσε να είναι η μεγάλη του ευκαιρία για το Όσκαρ.

Ο Σκορσέζε βρήκε τελικά κινηματογραφική αξία ακόμη και μέσα σε αυτή τη σύμβαση. Η κάμερά του παρατηρεί τον Νιούμαν με τον θαυμασμό κάποιου που αναγνωρίζει επάνω του τα ίχνη πολλών διαφορετικών ζωών. Ο νεαρός Έντι Φέλσον του «The Hustler» υπάρχει ακόμη θαμμένος κάτω από την κούραση, την εμπειρία και τις ήττες. Ο Νιούμαν δεν επιχειρεί να ξαναγίνει ο άνδρας που ήταν. Παίζει έναν άνθρωπο ο οποίος ανακαλύπτει ότι η επιθυμία δεν είχε πεθάνει. Είχε μάθει να κρύβεται.
Το «Χρώμα του Χρήματος» δεν απέκτησε ποτέ το σκοτάδι και την τραγική δύναμη του «The Hustler». Είναι πιο προβλέψιμο περισσότερο πρόθυμο να προσφέρει στον θεατή την ικανοποίηση που περιμένει. Παραμένει όμως αναγνωρίσιμα ταινία του Σκορσέζε. Τα πραγματικά μπιλιαρδάδικα, τα φθαρμένα μπαρ, τα ξενοδοχεία και οι σκοτεινοί δρόμοι γύρω από το Σικάγο δημιουργούν έναν κόσμο όπου τα χρήματα αλλάζουν χέρια, αλλά η πραγματική συναλλαγή αφορά την υπερηφάνεια. Μικρές παρουσίες, όπως εκείνη του άγνωστου τότε Φόρεστ Γουίτακερ, υπενθυμίζουν το ξεχωριστό χάρισμα του Σκορσέζε να δίνει βάρος ακόμη και στους χαρακτήρες που περνούν για λίγα μόνο λεπτά από την οθόνη.
Η ταινία κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1986 και ξεπέρασε τα 50 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Πολ Νιούμαν κέρδισε επιτέλους το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου. Η Μαστραντόνιο προτάθηκε για Β΄ Γυναικείο Ρόλο και ο Ρίτσαρντ Πράις για το διασκευασμένο σενάριο. Ο Κρουζ έμεινε εκτός υποψηφιοτήτων, αλλά το «Top Gun» είχε ήδη κυκλοφορήσει και τον είχε μετατρέψει στο νέο μεγάλο πρόσωπο του αμερικανικού κινηματογράφου.
Για τον Σκορσέζε το ουσιαστικό κέρδος δεν χωρούσε σε ένα βραβείο. Το «Χρώμα του Χρήματος» τον επανέφερε στη συζήτηση ως σκηνοθέτη που μπορούσε να συνεργαστεί με μεγάλους σταρ, να σεβαστεί έναν προϋπολογισμό και να δώσει στο στούντιο μια εμπορική επιτυχία. Δύο χρόνια αργότερα, ο «Τελευταίος Πειρασμός» θα έφτανε επιτέλους στις αίθουσες. Σαράντα χρόνια μετά η ταινία μοιάζει με τη στιγμή που ο Σκορσέζε έπαψε να αντιμετωπίζει κάθε συμβιβασμό ως ήττα. Δεν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο που ήθελε να κάνει. Έμαθε τι έπρεπε να παραχωρεί για να συνεχίσει να τον κάνει. Αυτή η γνώση θα του επέτρεπε στο εξής να κινείται ανάμεσα στις προσωπικές εμμονές και στις μεγάλες παραγωγές χωρίς να χάνει τον εαυτό του.
Στην τελευταία σκηνή, ο Έντι Φέλσον χτυπά την μπάλα και λέει: «I’m back». Το 1986, το Χόλιγουντ άκουσε τη φωνή του Πολ Νιούμαν. Δύο χρόνια αργότερα, με τον «Τελευταίο Πειρασμό», θα καταλάβαινε ότι είχε επιστρέψει και ο Μάρτιν Σκορσέζε.







