Η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει όλο και περισσότερο με μια συζήτηση για ένα τρένο υψηλής ταχύτητας. Όλοι κοιτάζουν τη μηχανή, την ισχύ, την επιτάχυνση και την τελική της ταχύτητα και ελάχιστοι κοιτάζουν τις ράγες. Κι όμως, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η ατμομηχανή χωρίς τις κατάλληλες υποδομές δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ με ασφάλεια στον προορισμό της. Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από την AI. Για περισσότερο από δύο χρόνια η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ένα ερώτημα: πώς θα διασφαλίσουμε ότι τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης θα παραμείνουν ασφαλή και ευθυγραμμισμένα με τις ανθρώπινες αξίες; Είναι μια εύλογη ανησυχία. Όμως όσο περισσότερο διαβάζει κανείς τις σοβαρές αναλύσεις που παράγονται μέσα στα ίδια τα εργαστήρια της AI, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Δεν είναι μόνο αν η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι έτοιμη για εμάς. Είναι αν εμείς θα είμαστε έτοιμοι γι’ αυτήν.
Η αφορμή ήταν ένα εκτενές μανιφέστο που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες. Το δοκίμιο έχει τίτλο «Becoming Superintelligence, Together» και υποστηρίζει ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν είναι να γίνουν εξυπνότερες οι μηχανές, αλλά να γίνουν πιο έτοιμες οι κοινωνίες. Περισσότεροι από 40 ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης, κοινωνικοί επιστήμονες, ειδικοί στη διακυβέρνηση και άνθρωποι της βιομηχανίας επιχειρούν να μεταφέρουν τη συζήτηση από τους αλγορίθμους στους θεσμούς. Το ονομάζουν «reverse alignment». Αντί να συζητάμε μόνο πώς θα ευθυγραμμίσουμε την AI με τον άνθρωπο, πρέπει να αναρωτηθούμε πώς θα ευθυγραμμίσουμε την κοινωνία με την AI. Είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αλλαγή οπτικής που έχουμε δει μέχρι σήμερα.

Η διαφορά μπορεί να ακούγεται θεωρητική, όμως στην πραγματικότητα είναι βαθιά πολιτική. Τα σημερινά μοντέλα μπορούν ήδη να γράψουν κώδικα, να αναλύσουν τεράστιους όγκους δεδομένων, να παράγουν εικόνες και βίντεο που δύσκολα ξεχωρίζουν από την πραγματικότητα και να λειτουργήσουν ως προσωπικοί βοηθοί εκατομμυρίων ανθρώπων. Όμως τα σχολεία εξακολουθούν να αξιολογούν τους μαθητές σαν να ζουν στο 2015. Τα πανεπιστήμια αναζητούν ακόμη τρόπο να αντιμετωπίσουν τις εργασίες που γράφονται με AI. Τα δικαστήρια λειτουργούν με διαδικασίες που σχεδιάστηκαν δεκαετίες πριν. Οι δημόσιες υπηρεσίες δυσκολεύονται να ψηφιοποιήσουν ακόμη και τις βασικές τους λειτουργίες. Δεν υπάρχει τίποτα εκθετικό σε αυτή την εξέλιξη. Αντίθετα όλα κινούνται με την ταχύτητα της γραφειοκρατίας.
Η ιστορία δείχνει ότι αυτό δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Η Βιομηχανική Επανάσταση δεν άλλαξε μόνο τα εργοστάσια. Ανάγκασε τα κράτη να δημιουργήσουν εργατική νομοθεσία, δημόσια εκπαίδευση, ασφαλιστικά συστήματα και νέους μηχανισμούς εκπροσώπησης. Ο εξηλεκτρισμός δεν ήταν απλώς μια τεχνική ανακάλυψη. Απαίτησε την αναδιοργάνωση ολόκληρων βιομηχανιών. Το διαδίκτυο δεν εξαπλώθηκε μόνο χάρη στους υπολογιστές αλλά και επειδή δημιουργήθηκαν νέα πρότυπα συνεργασίας, νέοι οργανισμοί και κοινά πρωτόκολλα που επέτρεψαν σε εκατομμύρια ανθρώπους και επιχειρήσεις να συνδεθούν μεταξύ τους. Κάθε μεγάλη τεχνολογική επανάσταση πέτυχε επειδή συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχη θεσμική επανάσταση.
Διαβάστε και αυτό στο Black Book:
Αυτό ακριβώς μοιάζει να λείπει σήμερα. Η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να εγκλωβίζεται στο αν η AI θα μας πάρει τις δουλειές ή αν τα παιδιά πρέπει να χρησιμοποιούν το ChatGPT στις εργασίες τους. Είναι πραγματικά ζητήματα, αλλά μοιάζουν με τις ανησυχίες κάποιου που προσπαθεί να αποφασίσει αν θα αγοράσει καλύτερη ομπρέλα ενώ ήδη σχηματίζεται τυφώνας στον ορίζοντα. Οι συγγραφείς του κειμένου περιγράφουν τρεις κινδύνους. Ο πρώτος είναι μια οικονομία με μεγαλύτερη παραγωγικότητα αλλά όχι μεγαλύτερη ευημερία. Ο δεύτερος είναι ένας κόσμος όπου η παραγωγή πληροφοριών γίνεται σχεδόν δωρεάν, αλλά η επαλήθευσή τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Και ο τρίτος είναι κράτη και μεγάλες εταιρείες που αποκτούν πρωτοφανείς δυνατότητες παρακολούθησης και ελέγχου χωρίς να ενισχύονται ταυτόχρονα οι μηχανισμοί λογοδοσίας. Δεν πρόκειται για σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Είναι λογικές συνέπειες όταν η τεχνολογία εξελίσσεται πολύ γρηγορότερα από τους θεσμούς που καλούνται να τη διαχειριστούν.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που βρίσκονται πιο κοντά στην τεχνολογία φαίνεται να ανησυχούν λιγότερο για το αν η επόμενη γενιά μοντέλων θα είναι ισχυρότερη και περισσότερο για το αν οι κοινωνίες θα προλάβουν να προσαρμοστούν. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα του κειμένου. Η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι να φτιάξουμε εξυπνότερους αλγορίθμους. Αυτό πιθανότατα θα συμβεί έτσι κι αλλιώς. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν θα καταφέρουμε να επανασχεδιάσουμε την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας, τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία αρκετά γρήγορα ώστε να μην αφήσουν την τεχνολογία να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.
Εδώ θα κρατούσα μια επιφύλαξη απέναντι στην αισιοδοξία των συγγραφέων. Η ιστορία σπάνια επιβεβαιώνει την ιδέα ότι οι κοινωνίες αλλάζουν επειδή προέβλεψαν έγκαιρα το μέλλον. Σχεδόν πάντα αλλάζουν επειδή μια κρίση τις υποχρέωσε να το κάνουν. Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις του 20ού αιώνα δεν γεννήθηκαν από διορατικότητα αλλά από πολέμους, οικονομικές καταρρεύσεις, κοινωνικές συγκρούσεις και βαθιές ανισότητες. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι αυτή τη φορά θα συμβεί κάτι εντελώς διαφορετικό.
Πιθανόν το πιο κρίσιμο ερώτημα να μην είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα ξεπεράσει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Ίσως το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας θα προλάβουν να ξεπεράσουν τις δικές τους αδυναμίες. Γιατί αν η AI είναι η ταχύτερη τεχνολογική επανάσταση της ιστορίας, τότε η μεγαλύτερη απειλή της δεν θα είναι οι μηχανές. Θα είναι η ανθρώπινη αδράνεια.







