Κοιτάζοντας το πρόγραμμα με τις νέες παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, συνήθως πέφτεις στην παγίδα των ονομάτων. Σημειώνεις τον Σαίξπηρ, τον Λόρκα ή έναν σκηνοθέτη που θαυμάζεις και προχωράς παρακάτω. Αυτή τη φορά όμως το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στους τίτλους. Βρίσκεται στον τρόπο που μοιάζουν να συνομιλούν μεταξύ τους. Σαν κάποιος να έβαλε πάνω στο ίδιο τραπέζι μια πλατεία της Αθήνας, έναν βρικόλακα, μια αυταρχική μητέρα, έναν εξόριστο μάγο και μια μέρα όπου δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα και να ανακάλυψε ότι όλες αυτές οι ιστορίες μιλούν τελικά για το ίδιο πράγμα: για τον άνθρωπο απέναντι στον φόβο, στην εξουσία και στη μοναξιά.
Αν έπρεπε να διαλέξω μία μόνο παράσταση από το νέο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, θα ξεκινούσα από την «Τρικυμία» (14 Απριλίου 2027). Όχι επειδή ο Σαίξπηρ χρειάζεται συστάσεις, αλλά επειδή ο Dmitry Krymov έρχεται για πρώτη φορά να δουλέψει με ελληνικό θίασο. Αυτό από μόνο του είναι είδηση. Ο Krymov δεν αντιμετωπίζει ποτέ τα κλασικά έργα σαν ιερά κείμενα. Τα ανοίγει, τα διαλύει και τα ξαναφτιάχνει από την αρχή. Στις παραστάσεις του ένα τραπέζι μπορεί να γίνει θάλασσα, ένα κομμάτι χαρτί να μετατραπεί σε καταιγίδα και μια σιωπή να πει περισσότερα από έναν μονόλογο. Για όσους παρακολουθούν το ευρωπαϊκό θέατρο, αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διεθνής συνεργασία που έχει ανακοινώσει ελληνική σκηνή τα τελευταία χρόνια.
Στην απέναντι πλευρά βρίσκεται η «Ομόνοια» (21 Οκτωβρίου 2026) των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη. Δεν βασίζεται σε κάποιο διάσημο έργο. Δεν έχει πίσω της έναν λογοτεχνικό μύθο. Έχει κάτι πιο δύσκολο, την πραγματικότητα. Η Ομόνοια είναι ίσως το μοναδικό σημείο της Αθήνας όπου μπορείς να δεις μέσα σε λίγα λεπτά σχεδόν όλες τις εκδοχές της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Οι δύο δημιουργοί έχουν αποδείξει πολλές φορές ότι ξέρουν να ακούν πριν γράψουν. Αυτό είναι που κάνει τη δουλειά τους να ξεχωρίζει. Δεν κατασκευάζουν ιστορίες. Τις ανακαλύπτουν εκεί όπου οι περισσότεροι περνούν χωρίς να κοιτάξουν.
Διάβεσα και αυτό στο Black Book:
Ο «Δράκουλας» (16 Δεκεμβρίου 2026) θα μπορούσε εύκολα να είναι ακόμη μία παράσταση τρόμου. Εκείνο που τον κάνει διαφορετικό είναι η γλώσσα. Το μυθιστόρημα του Bram Stoker περνά μέσα από τη μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μια μετάφραση που εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα θεωρείται λογοτεχνικό έργο από μόνη της. Δεν είναι απλώς ένα κείμενο που αποδίδει το πρωτότυπο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς διάβασε τον Δράκουλα. Αν αυτή η γλωσσική ιδιαιτερότητα μεταφερθεί στη σκηνή, τότε η παράσταση μπορεί να αποκτήσει μια ταυτότητα που δύσκολα θα μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη διασκευή του έργου.
Λίγο αργότερα επιστρέφει το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» (20 Ιανουαρίου 2027). Κάθε γενιά ανεβάζει τον Λόρκα για τους δικούς της λόγους. Η δική μας δείχνει να τον χρειάζεται ξανά επειδή εξακολουθεί να μιλά για την εξουσία που ασκείται μέσα στους πιο οικείους χώρους. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο συνεχίζει να διαβάζεται σαν ένα από τα πιο σκληρά σχόλια πάνω στον έλεγχο, την καταπίεση και τη θέση της γυναίκας. Με τη Φιλαρέτη Κομνηνού στον κεντρικό ρόλο και την Ιώ Βουλγαράκη στη σκηνοθεσία, η επιστροφή του στο Εθνικό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Από τις πέντε παραγωγές, εκείνη που ίσως περάσει πιο εύκολα κάτω από το ραντάρ είναι το «Μπανάλ. Μια μέρα που δεν έγινε τίποτα» (8 Μαΐου 2027) της Χαράς Κότσαλη. Έχω την αίσθηση ότι μπορεί να αποδειχθεί η μεγαλύτερη έκπληξη. Ζούμε σε μια εποχή που πιστεύει πως κάθε ιστορία πρέπει να είναι θορυβώδης για να αξίζει την προσοχή μας. Η Κότσαλη κάνει το αντίθετο. Στρέφει το βλέμμα στις στιγμές που δεν καταγράφει κανείς. Στις μέρες που δεν έχουν τίτλο. Εκείνες που όταν περάσουν μοιάζουν ασήμαντες, αλλά όταν τις κοιτάξεις από απόσταση καταλαβαίνεις ότι ήταν η ίδια η ζωή.
Δεν ξέρω αν αυτές θα είναι τελικά οι καλύτερες παραστάσεις της νέας θεατρικής χρονιάς. Το θέατρο έχει πάντα τον τρόπο να διαψεύδει τις προβλέψεις. Ξέρω όμως ότι είναι οι πέντε παραγωγές που γεννούν τη μεγαλύτερη περιέργεια πριν ακόμη αρχίσουν οι πρόβες της τελικής ευθείας. Και πολλές φορές αυτό είναι το πρώτο σημάδι ότι κάτι ενδιαφέρον ετοιμάζεται να συμβεί. Το αν θα επιβεβαιωθεί πάνω στη σκηνή θα το μάθουμε όταν ανοίξει η αυλαία.







