Το βράδυ της 8ης Ιουλίου 2010 έξω από το γήπεδο των Cleveland Cavaliers άνθρωποι έκαιγαν φανέλες του ΛεΜπρόν Τζέιμς. Άλλοι τις πετούσαν στο πεζοδρόμιο και τις πατούσαν, άλλοι φώναζαν ότι ο μεγαλύτερος προδότης στην ιστορία της πόλης είχε μόλις εγκαταλείψει την οικογένειά του. Λίγες ώρες νωρίτερα, εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν παρακολουθήσει ζωντανά το περίφημο The Decision. Με μία μόνο φράση –«I’m going to take my talents to South Beach»– ο καλύτερος παίκτης του ΝΒΑ ανακοίνωσε ότι αφήνει το Κλίβελαντ για τους Miami Heat. Σήμερα που οι μετακινήσεις των σταρ αποτελούν σχεδόν καθημερινότητα, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τι σήμαινε εκείνη η βραδιά. Για το Κλίβελαντ δεν έφευγε απλώς ο κορυφαίος παίκτης της ομάδας. Έφευγε το παιδί που είχε μεγαλώσει λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ο άνθρωπος στον οποίο μια ολόκληρη πόλη είχε εμπιστευθεί τις ελπίδες της.

Η ειρωνεία είναι ότι η ιστορία δεν είχε αρχίσει εκείνο το βράδυ. Είχε ξεκινήσει οκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν ο ΛεΜπρόν Τζέιμς ήταν ακόμη μαθητής λυκείου. Τον Φεβρουάριο του 2002, το Sports Illustrated τον έβαλε στο εξώφυλλό του με τον τίτλο The Chosen One. «Ο Εκλεκτός». Ένας δεκαεπτάχρονος που δεν είχε αγωνιστεί ούτε ένα λεπτό στο ΝΒΑ παρουσιαζόταν ήδη ως ο άνθρωπος που θα διαδεχόταν τον Μάικλ Τζόρνταν. Ήταν μια πρόβλεψη τόσο τολμηρή ώστε έμοιαζε περισσότερο με καταδίκη παρά με κομπλιμέντο. Ο αθλητισμός είναι γεμάτος από παιδιά που βαφτίστηκαν ιδιοφυΐες πριν ενηλικιωθούν και δεν κατάφεραν ποτέ να σηκώσουν το βάρος της εικόνας που δημιούργησαν οι άλλοι γι’ αυτά. Κάποιοι χάθηκαν στους τραυματισμούς, άλλοι στην πίεση, άλλοι απλώς αποδείχθηκαν λιγότερο σπουδαίοι από ό,τι υποσχόταν ο μύθος τους. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς έκανε κάτι που ελάχιστοι έχουν καταφέρει. Δεν κατέρρευσε από την πίεση της προφητείας.
Από την πρώτη ημέρα της καριέρας του δεν έπαιζε μόνο απέναντι στους αντιπάλους του αλλά και απέναντι στις προσδοκίες. Κάθε αγώνας του έπρεπε να αποδεικνύει ότι άξιζε τον τίτλο του «εκλεκτού» και κάθε ήττα αντιμετωπιζόταν σαν προσωπική διάψευση μιας υπόσχεσης που δεν είχε δώσει ο ίδιος αλλά τα πρωτοσέλιδα. Όταν το 2011 οι Miami Heat ηττήθηκαν στους Τελικούς από τους Dallas Mavericks και ο ΛεΜπρόν πραγματοποίησε τη χειρότερη σειρά αγώνων της καριέρας του, οι επικριτές του πίστεψαν ότι είχε έρθει η στιγμή της δικαίωσής τους. Έγραφαν ότι δεν είχε το ένστικτο του πρωταθλητή, ότι δεν θα γινόταν ποτέ Τζόρνταν, ότι λύγιζε κάθε φορά που η πίεση γινόταν αφόρητη. Για πολλούς εκεί τελείωνε ο μύθος.

Το καλοκαίρι που ακολούθησε δεν προσπάθησε να απαντήσει με δηλώσεις ούτε να αναζητήσει δικαιολογίες. Επέστρεψε στη δουλειά, άλλαξε τον τρόπο που προπονούνταν, βελτίωσε πτυχές του παιχνιδιού του και παρουσιάστηκε διαφορετικός. Η πιο χαρακτηριστική εικόνα εκείνης της μεταμόρφωσης ήρθε στον έκτο τελικό της Ανατολής απέναντι στους Boston Celtics το 2012. Οι Heat βρίσκονταν με την πλάτη στον τοίχο και μια ήττα θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση ολόκληρου του σχεδίου που είχε στηθεί γύρω από τον ΛεΜπρόν. Εκείνο το βράδυ σημείωσε 45 πόντους και 15 ριμπάουντ, όμως όσοι θυμούνται εκείνη την εμφάνιση δεν μιλούν πρώτα για τους αριθμούς. Θυμούνται το πρόσωπό του. Ένα βλέμμα σχεδόν ανέκφραστο, χωρίς πανηγυρισμούς, σαν να είχε αποφασίσει ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν θα επέτρεπε σε κανέναν άλλο να ορίζει την ιστορία του.
Από εκεί και πέρα η καριέρα του απέκτησε μια διαφορετική δυναμική. Επέστρεψε στο Κλίβελαντ όταν ελάχιστοι πίστευαν ότι θα το έκανε και το 2016 οδήγησε τους Cavaliers στην πρώτη κατάκτηση πρωταθλήματος της ιστορίας τους, ανατρέποντας το 3-1 απέναντι στους Golden State Warriors. Το περίφημο chase-down block στον Andre Iguodala έγινε μία από τις πιο εμβληματικές φάσεις του ΝΒΑ όχι μόνο επειδή έκρινε έναν τελικό αλλά επειδή συμπύκνωσε ολόκληρη τη διαδρομή του. Ο άνθρωπος που κάποτε είχε φύγει ως προδότης επέστρεψε για να χαρίσει στην πόλη του αυτό που κυνηγούσε περισσότερο από μισό αιώνα. Θα μπορούσε να είχε κλείσει την καριέρα του εκεί και κανείς δεν θα αμφισβητούσε τη θέση του στην ιστορία. Αντί γι’ αυτό μετακόμισε στους Lakers, κατέκτησε ακόμη ένα πρωτάθλημα, έγινε ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία του ΝΒΑ, ίδρυσε το σχολείο I PROMISE για παιδιά που μεγάλωσαν σε συνθήκες αντίστοιχες με τις δικές του και πραγματοποίησε ένα όνειρο που δεν είχε καμία σχέση με τα ρεκόρ. Να αγωνιστεί δίπλα στον γιο του, τον Bronny, στην ίδια ομάδα και στο ίδιο γήπεδο.

Όσο περισσότερο παρακολουθεί κανείς την πορεία του τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ότι η ουσία της δεν βρίσκεται στους αριθμούς. Οι αριθμοί απλώς πιστοποιούν το μέγεθός της. Αυτό που την κάνει πραγματικά ξεχωριστή είναι ότι ο ΛεΜπρόν δεν έμεινε ποτέ ο ίδιος άνθρωπος. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει διαδοχικά όλες τις προηγούμενες εκδοχές του εαυτού του. Το παιδί-θαύμα έγινε ηγέτης, ο ήρωας έγινε ο «κακός», ο «κακός» έγινε πρωταθλητής, ο πρωταθλητής έγινε μέντορας, ο σταρ έγινε πατέρας που μοιράστηκε το παρκέ με τον γιο του. Κάθε φορά που η ζωή απαιτούσε μια νέα εκδοχή του εκείνος την αποδεχόταν χωρίς να χάνει τον πυρήνα του.
Ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» δεν παρουσιάζει τον Οδυσσέα ως τον δυνατότερο ούτε ως τον γενναιότερο των Αχαιών. Τον παρουσιάζει ως «πολύτροπο», ως τον άνθρωπο που επιβιώνει επειδή μπορεί να αλλάζει. Εκεί βρίσκεται, περισσότερο από τα πρωταθλήματα και τα ρεκόρ, αυτό που κάνει την ιστορία του ΛεΜπρόν Τζέιμς να ξεχωρίζει. Όχι ότι εκπλήρωσε μια προφητεία που έγραψαν άλλοι γι’ αυτόν αλλά ότι είχε το θάρρος να την ξεπεράσει. Οι τίτλοι και τα ρεκόρ εξηγούν γιατί υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους μπασκετμπολίστες όλων των εποχών. Η διαδρομή του εξηγεί γιατί η ιστορία του θα συνεχίσει να διαβάζεται πολύ μετά το τελευταίο του παιχνίδι.







