Κάθε καλοκαίρι συμβαίνει το ίδιο. Οι εσπαντρίγιες επιστρέφουν στις βιτρίνες των μεγάλων οίκων μόδας, στις αποσκευές των ταξιδιωτών και στους δρόμους των μεσογειακών πόλεων σαν να ανακαλύφθηκαν μόλις τώρα. Η πλεκτή σόλα από σχοινί, το βαμβακερό ύφασμα και η ελαφριά κατασκευή τους δεν διαφέρουν πολύ από εκείνες των πρώτων εσπαντρίγιων που φορέθηκαν στις ακτές της Ισπανίας και στα χωριά της Χώρας των Βάσκων. Η εσπαντρίγια δεν είναι απλώς ένα καλοκαιρινό παπούτσι. Είναι από εκείνα τα αντικείμενα που αποδεικνύουν ότι η αυθεντικότητα δεν σχεδιάζεται ούτε αγοράζεται. Μπορεί να αντιγράψει το σχέδιο, τα υλικά, ακόμη και τις τεχνικές κατασκευής. Δεν μπορεί όμως να επινοήσει αιώνες ιστορίας. Αυτός είναι ίσως ο λόγος που οι εσπαντρίγιες εξακολουθούν να επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι χωρίς ποτέ να μοιάζουν παρωχημένες.

Η ιστορία τους ξεκινά πολύ πριν εμφανιστούν οι πασαρέλες. Η ίδια η λέξη προέρχεται από την καταλανική espardenya, που με τη σειρά της προέρχεται από το espart, το μεσογειακό χόρτο σπάρτο από το οποίο κατασκευάζονταν σχοινιά, καλάθια και οι πρώτες σόλες. Στην Καταλονία στη Χώρα των Βάσκων, στην Αραγονία και στις Βαλεαρίδες, οι εσπαντρίγιες φοριούνταν επί αιώνες από ανθρώπους που περνούσαν τη ζωή τους κάτω από τον ήλιο. Αγρότες, ψαράδες, βοσκοί και εργάτες δεν τις επέλεγαν επειδή ήταν όμορφες αλλά επειδή ήταν ελαφριές, δροσερές και μπορούσαν να κατασκευαστούν εύκολα από τα υλικά που υπήρχαν γύρω τους. Η σχέση τους με τη Μεσόγειο είναι τόσο παλιά ώστε το 2023 οι αρχαιολόγοι που επανεξέτασαν τα ευρήματα από το σπήλαιο Cueva de los Murciélagos στη νότια Ισπανία, διαπίστωσαν ότι ένα ζευγάρι σανδάλια από φυτικές ίνες ηλικίας άνω των 6.000 ετών, αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό υπόδημα της Ευρώπης. Δεν ήταν φυσικά εσπαντρίγιες με τη σημερινή τους μορφή. Ανήκαν όμως στην ίδια οικογένεια αντικειμένων: παπούτσια γεννημένα από τα φυτά της Μεσογείου, πολύ πριν η μόδα αποκτήσει βιομηχανία, επιδείξεις και λογότυπα.

Για αιώνες η εσπαντρίγια έμεινε ακριβώς εκεί όπου γεννήθηκε. Στην καθημερινότητα. Ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα τη φορούσαν βοσκοί στα Πυρηναία, εργάτες στην Καταλονία και στρατιώτες στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ήταν ένα εργαλείο όχι ένα σύμβολο. Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι κάποτε θα εμφανιζόταν στις βασιλικές αυλές και στις εβδομάδες μόδας του Παρισιού. Η μεγάλη αλλαγή δεν έγινε όταν άλλαξε το παπούτσι. Έγινε όταν άλλαξε το βλέμμα της μόδας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο Yves Saint Laurent ζήτησε από το οικογενειακό εργαστήριο Castañer, που κατασκεύαζε εσπαντρίγιες από το 1927, να δημιουργήσει μια πλατφόρμα με σόλα από γιούτα. Ήταν μια απόφαση που έμοιαζε σχεδόν παράλογη για την εποχή της. Ένα παπούτσι των αγροτών έβρισκε ξαφνικά τη θέση του στις πασαρέλες της υψηλής ραπτικής. Από εκείνη τη στιγμή, οι εσπαντρίγιες μπήκαν στις συλλογές της Chanel, του Valentino, του Dior και σχεδόν κάθε μεγάλου οίκου. Παρέμειναν όμως αναγνωρίσιμες γιατί η ουσία τους δεν βρισκόταν ποτέ στη μόδα.

Από εκείνη τη στιγμή η εσπαντρίγια έπαψε να είναι απλώς ένα καλοκαιρινό υπόδημα. Έγινε σύμβολο ενός ολόκληρου τρόπου ζωής. Η Grace Kelly, η Πριγκίπισσα Diana, η βασίλισσα Λετίθια της Ισπανίας αλλά και δεκάδες ηθοποιοί και σχεδιαστές δεν την επέλεξαν επειδή ήταν η πιο εντυπωσιακή επιλογή. Την επέλεξαν επειδή έδειχνε να μην προσπαθεί να εντυπωσιάσει κανέναν. Αυτό είναι το σημείο όπου η ιστορία της εσπαντρίγιας γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την ίδια την ιστορία της μόδας.
Για χρόνια οι οίκοι πολυτελείας προσπαθούσαν να δημιουργήσουν αντικείμενα που δεν έμοιαζαν με τίποτα άλλο. Σήμερα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Αναζητούν αντικείμενα που μοιάζουν να υπήρχαν πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια στιγμή που οι εσπαντρίγιες γίνονταν διαχρονικό fashion item, επέστρεφαν τα λινά υφάσματα, τα ψάθινα καλάθια, τα χειροποίητα κεραμικά, τα ξύλινα έπιπλα και κάθε τι που έδειχνε να έχει ιστορία πίσω του. Σήμερα αυτό που προσδίδει αξία σε ένα προϊόν δεν είναι μόνο η ποιότητά του, αλλά και η ιστορία που κουβαλά. Και λίγα αντικείμενα κουβαλούν τόση Μεσόγειο όσο ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες.





Στη Mauléon, μια μικρή πόλη στη γαλλική Χώρα των Βάσκων που για δεκαετίες ζούσε από την παραγωγή εσπαντρίγιας έχουν απομείνει σήμερα ελάχιστα εργαστήρια. Οι τεχνίτες εξακολουθούν να πλέκουν τη γιούτα, να ράβουν το βαμβάκι στο χέρι και να δουλεύουν με σχεδόν τον ίδιο τρόπο που δούλευαν οι προηγούμενες γενιές. Δεν επιμένουν στην παράδοση από πείσμα ούτε από νοσταλγία. Επιμένουν γιατί γνωρίζουν ότι ορισμένα αντικείμενα χάνουν την ταυτότητά τους όταν αποκοπούν από τον τόπο που τα γέννησε.
Οι τεχνίτες έχουν πει κάτι που ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί οι εσπαντρίγιες εξακολουθούν να συγκινούν: «Υπάρχει μια φυσική σχέση ανάμεσα στη γη, στους ανθρώπους και στο προϊόν». Είναι μια φράση που δύσκολα θα συναντούσε κανείς σε παρουσίαση νέας συλλογής μόδας, αλλά περιγράφει με ακρίβεια γιατί αυτό το παπούτσι άντεξε περισσότερο από αμέτρητες τάσεις.

Αρκεί να τις συγκρίνει κανείς με τα σύγχρονα sneakers για να καταλάβει τη διαφορά. Τα τελευταία γίνονται κάθε χρόνο πιο περίπλοκα. Νέοι αφροί, νέα υλικά, αερόσολες, ανθρακονήματα, συνεργασίες περιορισμένης έκδοσης, τεχνολογίες που υπόσχονται καλύτερες επιδόσεις. Οι εσπαντρίγιες αντίθετα επιμένουν σχεδόν πεισματικά στην ίδια συνταγή. Σχοινί, ύφασμα, ανθρώπινα χέρια. Το ένα προϊόν υπόσχεται το μέλλον. Το άλλο υπόσχεται ότι υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν χρειάζονται βελτίωση.
Γι’ αυτό και οι αυθεντικές εσπαντρίγιες δεν χρειάστηκαν ποτέ λογότυπο. Η αξία τους βρισκόταν πάντα στο χέρι που τις έραβε, στα υλικά του τόπου τους και στον χρόνο που κουβαλούσαν ήδη πριν τις ανακαλύψει η βιομηχανία της πολυτέλειας. Η πολυτέλεια μπορεί να δανειστεί ένα σύμβολο. Δεν μπορεί να κατασκευάσει τη μνήμη που το συνοδεύει. Αυτή είναι η πραγματική ιστορία της εσπαντρίγιας.







