Πριν από τον πόλεμο, πριν από τους βομβαρδισμούς, πριν από τις τηλεοπτικές εικόνες με τα ελικόπτερα που αποχωρούσαν από τη Σαϊγκόν, υπήρξε ένα τηλεγράφημα. Δεν κήρυξε πόλεμο. Δεν διέταξε εισβολή. Δεν ανέφερε καν τη λέξη πραξικόπημα. Κι όμως, αν ο δημοσιογράφος Jack Cheevers έχει δίκιο στο βιβλίο Kennedy’s Coup: A White House Plot, a Saigon Murder, and America’s Descent into Vietnam, εκείνο το μήνυμα ίσως αποδείχθηκε πιο καθοριστικό από οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση ακολούθησε. Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τον πόλεμο του Βιετνάμ ως μια αλληλουχία από μάχες, στρατηγικά λάθη και πολιτικές αποφάσεις. Το βιβλίο προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση. Η μεγαλύτερη αμερικανική αποτυχία του 20ού αιώνα δεν έγινε στη ζούγκλα. Έγινε στον Λευκό Οίκο όταν ένας πρόεδρος δίστασε να εμποδίσει ανθρώπους που είχαν ήδη αρχίσει να αποφασίζουν για λογαριασμό του.
Η εικόνα του Τζον Φ. Κένεντι έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Είναι ο πρόεδρος της Κρίσης των Πυραύλων της Κούβας, ο άνθρωπος που αντιστάθηκε στις πιο επιθετικές εισηγήσεις των στρατηγών του και απέτρεψε μια πυρηνική σύγκρουση. Αυτή η αφήγηση είναι τόσο ισχυρή, ώστε επισκιάζει μια άλλη στιγμή της προεδρίας του, λιγότερο ηρωική αλλά πιθανότατα πιο αποκαλυπτική. Το καλοκαίρι του 1963, η κυβέρνηση του Νοτίου Βιετνάμ βρισκόταν σε κρίση. Ο πρόεδρος Νγκο Ντιν Ντιέμ είχε χάσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του νομιμοποίησης. Οι διώξεις εναντίον των βουδιστών, η αυταρχική δράση του αδελφού του Νγκο Ντιν Νου και η αδυναμία του καθεστώτος να ανακόψει τους Βιετκόνγκ είχαν δημιουργήσει στην Ουάσινγκτον την πεποίθηση ότι ο μέχρι τότε σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών είχε μετατραπεί σε εμπόδιο.

Η καταστολή βουδιστικών ναών από τις ειδικές δυνάμεις του Νου, τη νύχτα της 21ης Αυγούστου, επιτάχυνε τις εξελίξεις. Τρεις ημέρες αργότερα, από την Ουάσινγκτον στάλθηκε στον νέο Αμερικανό πρεσβευτή στη Σαϊγκόν, Henry Cabot Lodge, το περίφημο Cable 243. Έμεινε στην Ιστορία ως το «green light cable», το τηλεγράφημα που άναψε το πράσινο φως για την ανατροπή του Ντιέμ. Η διατύπωσή του ήταν προσεκτική. Δεν έγραφε «κάντε πραξικόπημα». Έθετε στον Ντιέμ ένα τελεσίγραφο: είτε θα απομάκρυνε τον αδελφό του από την εξουσία είτε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξέταζαν τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής πολιτικής ηγεσίας. Παράλληλα, ο Lodge εξουσιοδοτούνταν να διερευνήσει αν οι Νοτιοβιετναμέζοι στρατηγοί διέθεταν σοβαρό σχέδιο και να τους καταστήσει σαφές ότι η Ουάσινγκτον δεν θα εμπόδιζε την κίνησή τους. Το μήνυμα δεν έδινε ρητή εντολή για πραξικόπημα. Έλεγε κάτι που, στη γλώσσα της εξουσίας, ήταν σχεδόν το ίδιο: αν κινηθείτε εναντίον του Ντιέμ, δεν θα σας σταματήσουμε. Και μετά την ανατροπή του η αμερικανική βοήθεια δεν θα κοβόταν. Μέχρι τότε οι στρατηγοί δίσταζαν. Το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν αν μπορούσαν να ανατρέψουν τον πρόεδρο, αλλά τι θα έκαναν οι Αμερικανοί την επόμενη ημέρα. Θα προστάτευαν τον Ντιέμ; Θα απέσυραν τη χρηματοδότηση; Θα εγκατέλειπαν τους πραξικοπηματίες μόλις τα πράγματα δυσκόλευαν; Το Cable 243 αφαίρεσε αυτή την αβεβαιότητα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε πάψει να εγγυάται την επιβίωση του συμμάχου της.

Το πραγματικό σκάνδαλο βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο στάλθηκε. Οι περισσότεροι κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης έλειπαν από την Ουάσινγκτον. Ο Κένεντι βρισκόταν με την οικογένειά του στο Hyannis Port, ακόμη συντετριμμένος από τον πρόσφατο θάνατο του νεογέννητου γιου του, Πάτρικ. Ο υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Μακναμάρα έκανε ορειβασία στο Γουαϊόμινγκ. Ο υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ρασκ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη. Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας McGeorge Bundy ήταν στο εξοχικό του στη Μασαχουσέτη. Την πρωτοβουλία είχαν αναλάβει κυρίως στελέχη που σήμερα ελάχιστοι θυμούνται: ο Ρότζερ Χίλσμαν, υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για την Άπω Ανατολή, ο Μάικλ Φόρεσταλ από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας και ο Άβερελ Χάριμαν, μια βαριά μορφή της αμερικανικής διπλωματίας χωρίς ουσιαστική ειδίκευση στο Βιετνάμ. Πίστευαν ότι η παραμονή του Ντιέμ στην εξουσία ήταν πιο επικίνδυνη από την απομάκρυνσή του. Ενέργησαν γρήγορα, σε ένα Σαββατοκύριακο, εξασφαλίζοντας εγκρίσεις από ανθρώπους που δεν είχαν μπροστά τους ολόκληρη την εικόνα.

Ο Κένεντι δεν ήταν ακριβώς ανυποψίαστος. Όταν αντιλήφθηκε τον τρόπο με τον οποίο είχε σταλεί το τηλεγράφημα, ενοχλήθηκε. Κατάλαβε ότι οι συνεργάτες του τον είχαν φέρει μπροστά σε ένα τετελεσμένο. Δεν πίστευε ότι είχε προηγηθεί η αναγκαία συζήτηση, ούτε ότι υπήρχε σοβαρή απάντηση στο προφανές ερώτημα: ποιος θα κυβερνούσε το Νότιο Βιετνάμ μετά τον Ντιέμ; Δεν ανακάλεσε όμως το μήνυμα. Δεν είπε στους στρατηγούς ότι η αμερικανική κυβέρνηση άλλαξε γνώμη. Δεν διέταξε τον Lodge να διακόψει τις επαφές. Το Cable 243 παρέμεινε ενεργό και η αμερικανική πολιτική άρχισε να κινείται προς μια κατεύθυνση που ο πρόεδρος δεν είχε επιλέξει με καθαρό τρόπο, αλλά ούτε είχε τολμήσει να ανατρέψει.
Εδώ το βιβλίο αποκτά μια αναπάντεχα σύγχρονη διάσταση. Δεν μιλά για μια μυστηριώδη συνωμοσία ούτε για κάποιο αόρατο «βαθύ κράτος», όπως χρησιμοποιείται σήμερα ο όρος. Περιγράφει κάτι πιο πεζό και γι’ αυτό πιο ανησυχητικό: έναν κρατικό μηχανισμό που όταν ο πολιτικός ηγέτης διστάζει, αρχίζει να παράγει πολιτική μόνος του. Ο Cheevers υποστηρίζει ακόμη ότι οι θιασώτες της ανατροπής του Ντιέμ προχώρησαν σε ενέργειες χωρίς σαφή προεδρική εξουσιοδότηση. Η οικονομική βοήθεια προς το καθεστώς περιορίστηκε, ασκώντας πίεση στην κυβέρνηση της Σαϊγκόν και ενισχύοντας την αίσθηση ότι είχε χάσει την αμερικανική υποστήριξη. Δεν επρόκειτο πια για μια αφηρημένη συζήτηση στους διαδρόμους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η ίδια η Ουάσινγκτον άρχιζε να αποδυναμώνει τον σύμμαχο που υποτίθεται ότι προσπαθούσε να σώσει.

Η μεγαλύτερη αποτυχία ενός ηγέτη δεν είναι πάντοτε μια λανθασμένη απόφαση. Μερικές φορές είναι η αδυναμία του να σταματήσει μια λανθασμένη απόφαση που παίρνουν οι άλλοι. Την 1η Νοεμβρίου 1963 οι στρατηγοί κινήθηκαν. Ο Ντιέμ και ο αδελφός του κατέφυγαν σε μια καθολική εκκλησία, παραδόθηκαν και το επόμενο πρωί δολοφονήθηκαν μέσα σε ένα τεθωρακισμένο όχημα, με τα χέρια δεμένα. Στην Ουάσινγκτον πίστευαν ότι είχαν ξεφορτωθεί ένα πρόβλημα. Στην πραγματικότητα είχαν δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν στη Σαϊγκόν αποδείχθηκαν αδύναμες, ασταθείς και συχνά βραχύβιες. Καμία δεν απέκτησε ουσιαστική πολιτική νομιμοποίηση. Καμία δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Οι στρατηγοί γνώριζαν πώς να ανατρέψουν έναν πρόεδρο, όχι πώς να κυβερνήσουν μια χώρα διχασμένη ανάμεσα σε καθολικούς και βουδιστές, πόλεις και ύπαιθρο, το παλιό αποικιακό κράτος και την κομμουνιστική εξέγερση.
Όσο το Νότιο Βιετνάμ αποδυναμωνόταν, τόσο η Ουάσινγκτον υποχρεωνόταν να καλύπτει το κενό. Πρώτα με χρήματα. Ύστερα με συμβούλους. Τελικά με στρατιώτες. Η Ιστορία λειτουργεί συχνά αντίστροφα από ό,τι πιστεύουμε. Οι υπερδυνάμεις δεν μπλέκουν πάντοτε σε πολέμους επειδή το έχουν σχεδιάσει. Μπλέκουν επειδή έχουν προηγουμένως καταστρέψει τις πολιτικές επιλογές που θα τους επέτρεπαν να μείνουν έξω από αυτούς. Γι’ αυτό το Βιετνάμ δεν είναι απλώς μια ιστορία στρατιωτικής αποτυχίας. Είναι μια ιστορία πολιτικής αλαζονείας. Η πεποίθηση ότι μπορείς να αλλάξεις τον ηγέτη μιας χώρας όπως αλλάζεις έναν αποτυχημένο υπουργό, χωρίς να διαλύσεις την εύθραυστη ισορροπία πάνω στην οποία στηρίζεται ένα ολόκληρο κράτος, αποδείχθηκε τραγική αυταπάτη.

Υπάρχει ακόμη μια λεπτομέρεια που κάνει την αφήγηση σχεδόν αρχαία τραγωδία. Ο Κένεντι φαίνεται πως σοκαρίστηκε όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Ντιέμ. Άλλο πράγμα η πολιτική απομάκρυνση ενός ανεπιθύμητου συμμάχου και άλλο η εικόνα του νεκρού, δεμένου στο πίσω μέρος ενός στρατιωτικού οχήματος. Αν ένιωσε ενοχές, δεν πρόλαβε να τις μετατρέψει σε αλλαγή πολιτικής. Τρεις εβδομάδες αργότερα δολοφονήθηκε στο Ντάλας και ο Λίντον Τζόνσον παρέλαβε μια κρίση που είχε ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Το ερώτημα που αφήνει πίσω του ο Cheevers δεν αφορά μόνο τον Κένεντι. Αφορά κάθε δημοκρατία. Πόσο ισχυρός είναι πραγματικά ένας εκλεγμένος ηγέτης όταν οι μηχανισμοί του κράτους αποκτούν τη δική τους αδράνεια; Πόσο εύκολα μπορεί μια κυβέρνηση να οδηγηθεί σε αποφάσεις που κανείς δεν σχεδίασε ολοκληρωμένα, αλλά όλοι αποδέχθηκαν επειδή κανείς δεν θέλησε να τις σταματήσει;

Το Cable 243 δεν ήταν διαταγή για πραξικόπημα. Ήταν κάτι πολιτικά πιο επικίνδυνο: η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να πάψουν να προστατεύουν τον άνθρωπο που οι ίδιες είχαν στηρίξει στην εξουσία. Από τη στιγμή που αυτό έγινε σαφές, ο Ντιέμ ήταν ουσιαστικά τελειωμένος. Και μαζί του κατέρρευσε η ψευδαίσθηση ότι η Αμερική μπορούσε να ελέγξει όσα θα ακολουθούσαν. Εξήντα και πλέον χρόνια μετά αυτή ίσως είναι η πιο επίκαιρη διάσταση της ιστορίας. Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την ισχύ των κρατικών μηχανισμών, των υπηρεσιών πληροφοριών, των συμβούλων και της γραφειοκρατίας, η υπόθεση του Νοτίου Βιετνάμ υπενθυμίζει ότι η εξουσία δεν χάνεται πάντα με μια θεαματική ανατροπή. Μερικές φορές διαβρώνεται αθόρυβα μέσα από μικρές παραχωρήσεις, δισταγμούς και αποφάσεις που κανείς δεν αναλαμβάνει πραγματικά ως δικές του. Η μεγαλύτερη αποτυχία του Τζον Φ. Κένεντι δεν είναι ότι οδήγησε την Αμερική στον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά ότι στη μοιραία στιγμή δεν εμπόδισε την Ιστορία να πάρει τον δρόμο που ο ίδιος θεωρούσε λάθος.
Το ερώτημα που παραμένει δεν είναι αν ο Τζον Κένεντι έχασε το Βιετνάμ, αλλά αν έχασε πρώτα τον έλεγχο της ίδιας του της κυβέρνησης. Και αν από εκείνη ακριβώς τη στιγμή άρχισε σχεδόν αθόρυβα, η ιστορική καταστροφή.







