Μας πούλησαν μια από τις μεγαλύτερες αυταπάτες της ψηφιακής εποχής. Ότι το διαδίκτυο θα έδινε φωνή στους απλούς ανθρώπους, ότι τα κοινωνικά δίκτυα θα γκρέμιζαν τις πύλες της εξουσίας και ότι η ενημέρωση θα γινόταν επιτέλους δημοκρατική. Για ένα διάστημα το πιστέψαμε. Ύστερα ήρθαν οι δισεκατομμυριούχοι και χρησιμοποίησαν το ίδιο εργαλείο για να καταργήσουν τον μοναδικό άνθρωπο που στεκόταν ακόμη ανάμεσα στους ίδιους και στο κοινό: τον δημοσιογράφο.
Ο Μπερνάρ Αρνό δεν άνοιξε λογαριασμό στο X επειδή αποφάσισε ξαφνικά να γίνει άνθρωπος των social media. Ο άνθρωπος που διοικεί τη LVMH δεν ενδιαφέρεται για likes ούτε έχει ανάγκη από ψηφιακή δημοφιλία. Άνοιξε λογαριασμό επειδή η Le Monde δημοσίευσε μια εκτενή έρευνα για τη διαδοχή στην κορυφή της αυτοκρατορίας του και αποφάσισε ότι δεν ήθελε να παίξει με τους κανόνες της δημοσιογραφίας. Δεν ζήτησε συνέντευξη. Δεν έστειλε ανακοίνωση. Δεν μπήκε στη διαδικασία να δεχτεί ερωτήσεις. Προτίμησε να γράψει ο ίδιος την εκδοχή της ιστορίας και να τη δημοσιεύσει απευθείας στο κοινό. Εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της υπόθεσης. Ο Αρνό δεν απάντησε στη Le Monde. Την παρέκαμψε.
Αυτή να είναι η σημαντικότερη μετατόπιση ισχύος που έχει συμβεί στα μέσα ενημέρωσης τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για περισσότερο από έναν αιώνα η εξουσία ανεχόταν, έστω απρόθυμα, τη διαμεσολάβηση. Ένας πρόεδρος, ένας τραπεζίτης ή ένας βιομήχανος χρειαζόταν κάποιον να του δώσει χώρο για να μιλήσει. Έναν εκδότη, έναν τηλεοπτικό σταθμό, έναν δημοσιογράφο. Μπορούσε να επηρεάσει τη διαδικασία, να την πιέσει ή ακόμη και να την εξαγοράσει, αλλά δεν μπορούσε να την εξαφανίσει. Σήμερα μπορεί. Ένα post αρκεί.
Η δημόσια δήλωση προηγείται του ρεπορτάζ, η ανάρτηση προηγείται της ανάλυσης και η αφήγηση γεννιέται πριν προλάβει κάποιος να τη διασταυρώσει. Οι δημοσιογράφοι δεν γράφουν πια την είδηση. Καλύπτουν τις αναρτήσεις των ισχυρών. Τρέχουν πίσω από αυτές, εξηγώντας, σχολιάζοντας και συχνά νομιμοποιώντας μια ιστορία που έχει ήδη γραφτεί από εκείνον που διαθέτει την ισχύ.
Η μεγαλύτερη δύναμη δεν βρίσκεται πια στην ιδιοκτησία μιας εφημερίδας. Βρίσκεται στο να αναγκάζεις όλες τις εφημερίδες να ξεκινούν την ημέρα τους από τη δική σου πλατφόρμα.
Κι όμως, εξακολουθούμε να συζητάμε για την εξαγορά του Twitter σαν να πρόκειται για ένα αποτυχημένο επιχειρηματικό deal. Αναλύουμε τα χαμένα διαφημιστικά έσοδα, την πτώση της αποτίμησης και τους χρήστες που έφυγαν. Είναι μια συζήτηση που μοιάζει με ανθρώπους οι οποίοι κοιτούν το κόστος του τσιμέντου ενώ κάποιος άλλος αγοράζει όλες τις γέφυρες της χώρας.
Ο Μασκ μπορεί να πλήρωσε υπερβολικά ακριβά για το Twitter. Μπορεί να κατέστρεψε το εμπορικό του μοντέλο. Μπορεί να το μετέτρεψε σε ένα κουραστικό πεδίο πολιτικής τοξικότητας. Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια. Αλλά την ίδια στιγμή κατάλαβε κάτι που οι περισσότεροι εξακολουθούν να αγνοούν. Η μεγαλύτερη δύναμη δεν βρίσκεται πια στην ιδιοκτησία μιας εφημερίδας. Βρίσκεται στο να αναγκάζεις όλες τις εφημερίδες να ξεκινούν την ημέρα τους από τη δική σου πλατφόρμα.
Γι’ αυτό ο Μπερνάρ Αρνό εμφανίστηκε στο X. Γι’ αυτό ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ επιστρέφει εκεί για να κάνει ανακοινώσεις, παρότι διαθέτει το Threads. Γι’ αυτό οι ισχυρότεροι άνθρωποι του πλανήτη συνεχίζουν να χρησιμοποιούν μια πλατφόρμα που δημόσια συχνά περιφρονούν. Δεν πηγαίνουν εκεί επειδή είναι το καλύτερο μέρος του διαδικτύου. Πηγαίνουν επειδή είναι το μέρος όπου γεννιέται η πρώτη εκδοχή της δημόσιας πραγματικότητας.
Το μεγαλύτερο ψέμα της ψηφιακής εποχής δεν είναι ότι οι αλγόριθμοι χειραγωγούν την προσοχή μας. Είναι ότι μας έπεισαν πως οι μεσάζοντες εξαφανίστηκαν. Δεν εξαφανίστηκαν. Αντικαταστάθηκαν. Ο δημοσιογράφος, όσο καλός ή κακός κι αν ήταν, μπορούσε τουλάχιστον να ρωτήσει «γιατί;». Ο αλγόριθμος δεν ρωτά ποτέ. Μοιράζει.
Κάποτε η εξουσία φοβόταν τις ερωτήσεις. Σήμερα αγοράζει τον δρόμο που οδηγεί στις απαντήσεις. Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που ο Μπερνάρ Αρνό άνοιξε λογαριασμό στο X. Δεν μπήκε σε ένα κοινωνικό δίκτυο. Μπήκε στον νέο διάδρομο της εξουσίας. Εκεί όπου οι ισχυροί δεν αναζητούν πλέον δημοσιογράφους για να ακουστούν. Αναζητούν μόνο έναν αλγόριθμο που δεν θα τους διακόψει ποτέ.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.







