Ξεκίνησα αυτή τη συζήτηση περισσότερο από περιέργεια παρά από δημοσιογραφικό ένστικτο. Στην αρχή δεν πρόσεξα τι έλειπε. Ήθελα να δω πώς θα απαντούσε ένας συνομιλητής που δεν ψηφίζει, δεν έχει ιδεολογία, δεν επηρεάζεται από δημοσκοπήσεις και δεν έχει τίποτα να κερδίσει από μια εκλογική νίκη. Άρχισα λοιπόν να κάνω ερωτήσεις που εδώ και χρόνια απασχολούν πολιτικούς επιστήμονες, επικοινωνιολόγους και δημοσιογράφους. Αν δύο υποψήφιοι έχουν το ίδιο πρόγραμμα, γιατί κερδίζει ο ένας; Γιατί οι πολιτικοί μιλούν διαρκώς για το μέλλον, ενώ οι πολίτες ψηφίζουν σχεδόν πάντα με βάση το παρόν; Πόσο ψέμα αντέχει μια δημοκρατία; Μπορεί ένας πολιτικός να εκλεγεί λέγοντας μόνο την αλήθεια;
Περίμενα δύο πιθανά σενάρια. Είτε έναν ηθικολογικό μονόλογο για τις αξίες της δημοκρατίας είτε έναν κυνικό οδηγό πολιτικού μάρκετινγκ. Δεν πήρα τίποτα από τα δύο. Οι απαντήσεις ήταν σχεδόν αποστειρωμένες. Όχι επειδή ήταν αδιάφορες, αλλά επειδή έμοιαζαν να αφαιρούν διαρκώς το συναίσθημα και να κρατούν μόνο τον μηχανισμό. Όταν ρώτησα γιατί τα κόμματα γράφουν προγράμματα αφού οι περισσότεροι πολίτες δεν τα διαβάζουν, η απάντηση δεν ήταν ότι τα προγράμματα αποτελούν την καρδιά της δημοκρατίας. Ήταν ότι λειτουργούν ως ένδειξη αξιοπιστίας. Όταν ρώτησα γιατί οι πολίτες δεν ψηφίζουν πάντα τις καλύτερες ιδέες, η απάντηση δεν ήταν ο λαϊκισμός ή η προπαγάνδα. Ήταν η εμπιστοσύνη. Όταν έθεσα το ερώτημα αν οι εκλογές κερδίζονται από τις ιδέες ή από την ικανότητα να τις κάνεις περιττές, η ίδια η διατύπωση απορρίφθηκε ως λανθασμένο δίλημμα.
Στην αρχή διαφωνούσα, μετά άρχισα να εκνευρίζομαι, στο τέλος κατάλαβα γιατί. Γύρισα πίσω και διάβασα ολόκληρη τη συζήτηση από την αρχή. Τότε παρατήρησα κάτι που δεν είχα δει όσο έκανα τις ερωτήσεις. Έλειπε μια λέξη. Στην πραγματικότητα έλειπαν πολλές. Ιδεολογία, όραμα, παράταξη, ιστορική μνήμη, λέξεις που σχεδόν ποτέ δεν εμφανίστηκαν. Στη θέση τους επανέρχονταν διαρκώς άλλες λέξεις: εμπιστοσύνη, αξιοπιστία, θεσμοί, διαχείριση, δημόσια εικόνα, πιθανότητες.
Εκεί κατάλαβα ότι η μηχανή δεν περιέγραφε την πολιτική όπως τη συζητάμε εμείς. Την περιέγραφε σαν σύστημα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν σχεδόν αυτονόητη. «Να το πρόβλημα», είπα. «Μια μηχανή δεν μπορεί να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι εμπνέονται από μια ιδέα ή γιατί μερικές φορές ακολουθούν κάποιον που υπόσχεται κάτι που μοιάζει αδύνατο». Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν όμως τόσο λιγότερο με έπειθε αυτή η εξήγηση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή προσπαθούσα να βρω το λάθος στις απαντήσεις. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι μπορεί να βρισκόταν στις ερωτήσεις.
Μας αρέσει να περιγράφουμε τις εκλογές ως αναμέτρηση ιδεών. Είναι μια αφήγηση που τιμά τη δημοκρατία. Οι πολίτες συγκρίνουν προγράμματα, αξιολογούν επιχειρήματα και επιλέγουν την καλύτερη πρόταση. Μόνο που οι πραγματικές κοινωνίες δεν λειτουργούν τόσο τακτοποιημένα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαβάζουν προεκλογικά προγράμματα. Δεν έχουν τον χρόνο ούτε την πληροφορία για να αξιολογήσουν κάθε πρόταση. Αναζητούν συντομεύσεις. Εμπιστεύονται ανθρώπους, εμπειρίες, χαρακτήρες, εντυπώσεις. Δεν είναι απαραίτητα ένδειξη αδιαφορίας. Είναι ένας ανθρώπινος τρόπος να παίρνεις αποφάσεις μέσα σε έναν κόσμο που παράγει περισσότερη πληροφορία από όση μπορείς να επεξεργαστείς.
Κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης προσπαθούσα να αποσπάσω μία συγκεκριμένη απάντηση. Ήθελα να ακούσω ότι οι ιδέες εξακολουθούν να κερδίζουν τις εκλογές. Ή, ακόμη καλύτερα, ότι δεν μετράνε πια καθόλου. Κάθε μία από αυτές τις απαντήσεις θα επιβεβαίωνε μια ιστορία που ήδη ήξερα να αφηγηθώ. Δεν μου χάρισε καμία. Δεν υποστήριξε ποτέ ότι οι ιδέες είναι περιττές. Υποστήριξε κάτι πολύ πιο άβολο: ότι οι εκλογές συχνά κρίνονται πριν οι ιδέες προλάβουν να αξιολογηθούν. Ότι η εμπιστοσύνη προηγείται συχνά της ανάλυσης και ότι η πολιτική δεν είναι μόνο σύγκρουση προγραμμάτων αλλά και κρίση αξιοπιστίας.
Όταν έκλεισα το παράθυρο της συνομιλίας, κατάλαβα ότι οι ερωτήσεις μου έκρυβαν μια δική τους προκατάληψη. Περίμενα η μηχανή να επιβεβαιώσει μία από τις δύο ιστορίες που κυκλοφορούν σήμερα παντού: είτε ότι οι ιδέες εξακολουθούν να κερδίζουν τις εκλογές είτε ότι δεν μετράνε πια καθόλου. Δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αρνήθηκε να μου χαρίσει ένα εύκολο συμπέρασμα.
Ίσως αυτό να είναι το πιο χρήσιμο πράγμα που μπορεί να προσφέρει σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη. Όχι έτοιμες απαντήσεις αλλά έναν καθρέφτη. Έναν καθρέφτη που μας αναγκάζει να δούμε όχι μόνο πώς λειτουργεί η πολιτική αλλά και πώς τη φανταζόμαστε εμείς. Γιατί στο τέλος δεν έμαθα πώς κερδίζεις εκλογές χωρίς να έχεις ιδέες. Έμαθα ότι ακόμη κι όταν πιστεύουμε πως αναζητούμε την αλήθεια, πολλές φορές αναζητούμε απλώς κάποιον που θα επιβεβαιώσει την ιστορία που έχουμε ήδη αποφασίσει να πιστέψουμε.
Και αυτό είναι πιο ενοχλητικό.







