Στις 8 Αυγούστου 1969 ο Roman Polanski βρισκόταν στο Λονδίνο, βυθισμένος στις προετοιμασίες της επόμενης ταινίας του. Περισσότερα από 8.000 χιλιόμετρα μακριά η σύζυγός του Sharon Tate, οκτώμισι μηνών έγκυος, δεχόταν φίλους στο σπίτι τους στο Λος Άντζελες. Μέσα σε λίγες ώρες μέλη της αίρεσης του Charles Manson θα τη δολοφονούσαν μαζί με τέσσερις ακόμη ανθρώπους. Η εικόνα της νεαρής ηθοποιού έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του τέλους της δεκαετίας του ’60, ενώ το όνομα του Polanski συνδέθηκε για πάντα με μία από τις πιο σκοτεινές ιστορίες του Χόλιγουντ.
Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα το νέο βιβλίο Blood and Fame επιστρέφει σε εκείνη τη νύχτα, αλλά επιλέγει μια διαφορετική διαδρομή. Δεν στέκεται μόνο στις δολοφονίες της Sharon Tate. Αναζητά τις παράλληλες ζωές του Roman Polanski και του Charles Manson πριν αυτές συγκρουστούν με τον πιο βίαιο τρόπο. Και οι δύο μεγάλωσαν μέσα στη βία και την εγκατάλειψη. Και οι δύο κουβαλούσαν βαθιά παιδικά τραύματα. Και οι δύο πίστευαν ότι προορίζονταν για κάτι μεγάλο. Ο ένας διοχέτευσε αυτή την εμμονή στην τέχνη. Ο άλλος στη χειραγώγηση ανθρώπων.


Ο Manson δεν είχε το ταλέντο του Polanski ούτε τη δυνατότητα να δημιουργήσει κάτι που θα άντεχε στον χρόνο. Είχε όμως μια διαφορετική φιλοδοξία. Δεν ήθελε να σκηνοθετεί ταινίες· ήθελε να σκηνοθετεί ανθρώπους. Έχτισε γύρω του μια αίρεση που λειτουργούσε σαν ένα διαρκές ψυχολογικό πείραμα, όπου η απόλυτη αφοσίωση αντικαθιστούσε την προσωπική βούληση. Αν ο Polanski χρησιμοποιούσε την κάμερα για να εξερευνήσει τον φόβο, ο Manson χρησιμοποίησε τον φόβο για να ασκήσει εξουσία. Οι δρόμοι τους μπορεί να ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά συναντήθηκαν σε μια νύχτα που άλλαξε για πάντα την ιστορία του Χόλιγουντ.
Αυτό όμως δεν είναι το πιο ενδιαφέρον ερώτημα που γεννά η ιστορία του Polanski. Το πραγματικά δύσκολο ερώτημα αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα. Η ζωή του Polanski ξεκίνησε μέσα στη βία. Ως παιδί στην κατεχόμενη Πολωνία επέζησε του Ολοκαυτώματος, ενώ η μητέρα του δολοφονήθηκε στο Άουσβιτς. Οι εμπειρίες εκείνων των χρόνων δεν έφυγαν ποτέ από μέσα του. Επανέρχονταν διαρκώς στις ταινίες του, όχι ως ιστορική αναπαράσταση αλλά ως αίσθηση. Η παράνοια, η απειλή, η αβεβαιότητα, η ιδέα ότι το κακό μπορεί να εισβάλει ξαφνικά στην πιο συνηθισμένη καθημερινότητα έγιναν η πρώτη ύλη του κινηματογράφου του. Από το Μαχαίρι στο Νερό μέχρι το Το μωρό της Ρόζμαρι, το Chinatown και αργότερα τοn Πιανίστα ο Polanski απέδειξε ότι δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος σκηνοθέτης. Ήταν ένας δημιουργός που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κινηματογράφος αφηγείται τον φόβο.

Η δολοφονία της Sharon Tate δεν έγινε απλώς πρωτοσέλιδο. Έγινε σημείο καμπής για μια ολόκληρη εποχή. Μέχρι τότε η Καλιφόρνια συμβόλιζε το όνειρο της αντικουλτούρας, της ελευθερίας και του «Summer of Love». Ο Charles Manson αποκάλυψε τη σκοτεινή πλευρά της ίδιας κοινωνίας. Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν αγάπη, κοινότητες και πνευματική αναζήτηση, εκείνος έχτισε μια αίρεση βασισμένη στη χειραγώγηση, τη βία και την απόλυτη υποταγή. Δεν κατέρρευσε μόνο μια οικογένεια. Κατέρρευσε η πεποίθηση ότι η δεκαετία του ’60 θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε έναν καλύτερο κόσμο.
Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η τραγωδία θα αποτελούσε το καθοριστικό γεγονός της ζωής του Polanski. Το 1977 συνελήφθη στις Ηνωμένες Πολιτείες έπειτα από φωτογράφιση με τη δεκατριάχρονη Samantha Geimer. Παραδέχθηκε την ενοχή του για παράνομη σεξουαλική επαφή με ανήλικη στο πλαίσιο συμφωνίας με την εισαγγελία. Πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία της καταδίκης εγκατέλειψε τις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, όπου ζει μέχρι σήμερα.
Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Roman Polanski έπαψε να είναι μόνο μια τραγική φιγούρα της ιστορίας του κινηματογράφου. Έγινε ένα από τα πιο δύσκολα ηθικά ερωτήματα της σύγχρονης τέχνης. Τι κάνεις όταν ένας άνθρωπος που υπήρξε θύμα της πιο ακραίας βίας γίνεται ο ίδιος δράστης ενός σοβαρού εγκλήματος; Πώς διαβάζεις το έργο του; Πώς τοποθετείς τις ταινίες του μέσα στην ιστορία του κινηματογράφου χωρίς να διαγράφεις όσα έκανε έξω από αυτόν;

Η συζήτηση συνήθως εκτροχιάζεται επειδή επιμένουμε να αναζητούμε μια εύκολη απάντηση. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το έργο πρέπει να διαχωρίζεται πλήρως από τον δημιουργό. Άλλοι θεωρούν ότι η ηθική ευθύνη ακυρώνει κάθε καλλιτεχνική αξία. Και οι δύο θέσεις έχουν τη λογική τους. Καμία όμως δεν λύνει πραγματικά το πρόβλημα. Αν πάψουμε να προβάλλουμε τις ταινίες του Polanski, το Chinatown δεν παύει να είναι ένα από τα σημαντικότερα φιλμ νουάρ όλων των εποχών. Αν συνεχίσουμε να το προβάλλουμε, το αδίκημα για το οποίο παραδέχθηκε την ενοχή του δεν εξαφανίζεται. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή επιλέγουμε να κοιτάξουμε μόνο τη μία πλευρά της.
Ο Polanski παραμένει αμφιλεγόμενος όχι επειδή οι άνθρωποι διαφωνούν για τα γεγονότα, αλλά επειδή διαφωνούν για το πώς πρέπει να τα ζυγίσουν. Το έργο του είναι εκεί. Το έγκλημά του επίσης. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να συνυπάρξουμε με αυτές τις δύο αλήθειες χωρίς να διαγράψουμε τη μία για χάρη της άλλης.
Το Blood and Fame επιχειρεί να εξηγήσει πώς δύο τόσο διαφορετικοί άνθρωποι ακολούθησαν για χρόνια παράλληλες διαδρομές πριν συναντηθούν στην πιο σκοτεινή νύχτα του Χόλιγουντ. Οι ζωές τους μπορεί να τέμνονται σε ένα σημείο της Ιστορίας, αλλά η περίπτωση του Roman Polanski εξακολουθεί να μας απασχολεί για έναν διαφορετικό λόγο. Μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε την πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να θέσει η τέχνη. Τι κάνουμε όταν το έργο ενός ανθρώπου είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλο, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να αποτελέσει ηθικό πρότυπο;
Δεν υπάρχει απάντηση που να κλείνει οριστικά αυτή τη συζήτηση. Όχι επειδή αγνοούμε τα γεγονότα, αλλά επειδή καμία από τις δύο αλήθειες που κουβαλά η ζωή του δεν μπορεί να ακυρώσει την άλλη.







