Ένας Ιταλός κατασκεύασε ένα ανύπαρκτο αρχαίο μνημείο, πούλησε εισιτήρια και κατέληξε στη φυλακή. Η πραγματική ιστορία όμως δεν αφορά την αρχαιολογία αλλά τη δύναμη που έχουν οι ιστορίες πάνω μας.
Αν κάποιος σας έλεγε ότι ένας άνθρωπος έχτισε ένα ψεύτικο ρωμαϊκό θέατρο, το παρουσίασε ως αυθεντικό αρχαιολογικό μνημείο, πουλούσε εισιτήρια στους επισκέπτες και κατάφερε να το δει να συμπεριλαμβάνεται ακόμη και σε επίσημο τουριστικό οδηγό, πιθανότατα θα πιστεύατε ότι πρόκειται για έναν ακόμη αστικό μύθο του διαδικτύου. Η υπόθεση απασχόλησε για σχεδόν μία δεκαετία τις ιταλικές αρχές, έφτασε μέχρι το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ιταλίας, το οποίο επικύρωσε την καταδίκη του δημιουργού της κατασκευής, ενώ ο ίδιος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης δύο ετών και τεσσάρων μηνών. Παράλληλα, το δικαστήριο διέταξε την κατεδάφιση του θεάτρου, την απομάκρυνση όλων των παράνομων κατασκευών και την αποκατάσταση του λόφου στην αρχική του μορφή.
Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο 69χρονος Φράνκο Μαλόσο, γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους με το ψευδώνυμο Franz Von Rosenfranz. Κάποια στιγμή, αρκετά χρόνια πριν από το 2016, άρχισε να κατασκευάζει στους λόφους του Αρκουνιάνο, κοντά στη Βιτσέντσα, αυτό που ονόμασε «Anfiteatro Berico». Παρά την ονομασία του, δεν επρόκειτο για αμφιθέατρο αλλά για μια ημικυκλική κατασκευή εμπνευσμένη από τα ρωμαϊκά θέατρα. Πέτρες που είχαν υποστεί τεχνητή παλαίωση, κίονες από τσιμέντο, γύψινα αγάλματα και μια τεχνητή δεξαμενή συνέθεταν ένα σκηνικό σχεδιασμένο να μοιάζει με αρχαιολογικό χώρο. Ο Μαλόσο δεν περιορίστηκε στην κατασκευή. Υποστήριζε ότι είχε ανακαλύψει ένα μνημείο με κατάλοιπα από τη Νεολιθική περίοδο, την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρωμαϊκή εποχή, οργάνωνε ξεναγήσεις, ιστορικές αναπαραστάσεις και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενώ χρέωνε έως και 40 ευρώ για την είσοδο. Το «μνημείο» απέκτησε επισκέπτες, δημοσιότητα και παρουσία σε τουριστικές εκδόσεις, μέχρι που μια καταγγελία του Δήμου Αρκουνιάνο το 2016 προκάλεσε την έναρξη της έρευνας.
Οι ειδικοί της ιταλικής Υπηρεσίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς δεν χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να καταλήξουν στο συμπέρασμά τους. Κάτω από τον λόφο δεν υπήρχε κανένα αρχαίο θέατρο. Δεν υπήρχαν αρχαιολογικά στρώματα ούτε ίχνη παλαιότερης κατασκευής. Ό,τι έβλεπε ο επισκέπτης είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια χωρίς τις απαραίτητες άδειες. Το ενδιαφέρον είναι ότι όσο προχωρούσε η έρευνα τόσο άλλαζε και η υπερασπιστική γραμμή του δημιουργού. Αρχικά μιλούσε για μια αυθεντική αρχαιολογική ανακάλυψη. Αργότερα υποστήριξε ότι δεν είχε εξαπατήσει κανέναν αλλά είχε ανακατασκευάσει ένα αρχαίο θέατρο που, όπως ισχυριζόταν, υπήρχε κάποτε στο ίδιο σημείο. Η εκδοχή αυτή απορρίφθηκε από τους αρχαιολόγους, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να την τεκμηριώνει. Ακόμη και το τελευταίο επιχείρημα της υπεράσπισης είχε τη δική του ειρωνεία. Οι δικηγόροι του υποστήριξαν ότι η απομίμηση ήταν τόσο πρόχειρη ώστε κανείς δεν θα μπορούσε να την εκλάβει ως αυθεντική. Το δικαστήριο είχε διαφορετική άποψη. Έκρινε ότι ο χώρος παρουσιαζόταν συστηματικά ως γνήσιο αρχαιολογικό εύρημα και ότι είχε αποφέρει οικονομικό όφελος μέσω εισιτηρίων και εκδηλώσεων.

Η υπόθεση αυτή δεν είναι η πρώτη στην ιστορία της αρχαιολογίας. Από τον περίφημο «Άνθρωπο του Πίλτνταουν», που για δεκαετίες θεωρούνταν ο χαμένος κρίκος της ανθρώπινης εξέλιξης μέχρι να αποδειχθεί ότι ήταν πλαστογραφία, μέχρι τις ψεύτικες προϊστορικές ανακαλύψεις του Ιάπωνα Σινίτσι Φουτζιμούρα, η επιστήμη έχει γνωρίσει εντυπωσιακές απάτες. Σχεδόν όλες όμως αποκαλύφθηκαν όχι από μια τυχαία υποψία αλλά από την επιμονή της επιστημονικής μεθόδου. Το ίδιο συνέβη και στη Βιτσέντσα. Οι αρχαιολόγοι εξηγούν ότι η αυθεντικότητα ενός μνημείου δεν κρίνεται από την εικόνα του. Εξετάζονται τα υλικά, οι τεχνικές δόμησης, η φθορά, η στρωματογραφία του εδάφους και η θέση του μέσα στο τοπίο. Ένα ρωμαϊκό θέατρο δεν εμφανίζεται τυχαία σε έναν λόφο μακριά από έναν σημαντικό αρχαίο οικισμό. Για έναν ειδικό, η κατασκευή του Μαλόσο δεν αποτέλεσε ποτέ πραγματικό γρίφο.
Εδώ όμως αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Το ερώτημα δεν είναι πώς ξεγελάστηκαν οι αρχαιολόγοι. Δεν ξεγελάστηκαν ποτέ. Το ερώτημα είναι γιατί πείστηκαν τόσοι άλλοι. Η απάντηση ίσως βρίσκεται στη σχέση που έχουμε με το παρελθόν. Οι άνθρωποι δεν επισκέπτονται έναν αρχαιολογικό χώρο μόνο για να δουν πέτρες. Αναζητούν την αίσθηση ότι αγγίζουν τον χρόνο, ότι βρίσκονται στον ίδιο τόπο όπου περπάτησαν άνθρωποι πριν από εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Η συγκίνηση δεν γεννιέται από το μάρμαρο αλλά από την ιστορία που το συνοδεύει.
Ο Φράνκο Μαλόσο δεν προσπάθησε να κατασκευάσει απλώς ένα θέατρο. Προσπάθησε να κατασκευάσει ένα παρελθόν. Αυτό ήταν το πραγματικό προϊόν που πωλούσε. Όσοι πλήρωναν εισιτήριο δεν αγόραζαν μόνο την είσοδο σε έναν χώρο. Αγόραζαν την εμπειρία ότι βρίσκονταν μπροστά σε ένα κομμάτι της αρχαιότητας. Η κατασκευή από μόνη της δεν θα είχε καμία αξία χωρίς την αφήγηση που τη συνόδευε.
Η Ελλάδα καταλαβαίνει καλύτερα από τις περισσότερες χώρες πόσο ισχυρή είναι αυτή η σχέση με την Ιστορία. Μια αρχαία πέτρα μπορεί να αλλάξει τον σχεδιασμό ενός μεγάλου δημόσιου έργου, να σταματήσει μια οικοδομή ή να μετατρέψει ένα συνηθισμένο οικόπεδο σε χώρο αυστηρής προστασίας. Η αξία της δεν βρίσκεται στο υλικό της αλλά στη διαδρομή της μέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό και η υπόθεση της Βιτσέντσας δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Αγγίζει κάθε κοινωνία που έχει μάθει να θεωρεί την πολιτιστική της κληρονομιά μέρος της ταυτότητάς της.
Η ιστορία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον σήμερα σε μια εποχή όπου η αυθεντικότητα αμφισβητείται διαρκώς. Ένας άνθρωπος χρειάστηκε χρόνια δουλειάς, πέτρες, τσιμέντο και αμέτρητες ώρες προσωπικής προσπάθειας για να κατασκευάσει μια ψευδαίσθηση. Το τελικό συμπέρασμα όμως δεν αφορά την αρχαιολογία ούτε έναν ευφάνταστο απατεώνα. Αφορά όλους εμάς. Ένα ψεύτικο μνημείο μπορεί να αποκτήσει αξία όταν συνοδεύεται από μια ιστορία αρκετά πειστική ώστε οι άνθρωποι να θέλουν να την πιστέψουν.
Το ψεύτικο θέατρο της Βιτσέντσας πιθανότατα σύντομα δεν θα υπάρχει. Η ιστορία του όμως αξίζει να μείνει όχι επειδή κάποιος κατάφερε να κατασκευάσει ένα ψεύτικο ρωμαϊκό θέατρο, αλλά επειδή απέδειξε ότι η μεγαλύτερη αξία της Ιστορίας δεν βρίσκεται στις πέτρες. Βρίσκεται στην ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύει ότι μπορεί ακόμη να αγγίξει το παρελθόν.







