Για περισσότερο από έναν αιώνα το ποδόσφαιρο ζούσε μέσα σε μια παράδοξη ισορροπία. Ήταν το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο, δημιουργούσε αμύθητα έσοδα, γεννούσε ήρωες, πολιτικές συγκρούσεις και επιχειρηματικές αυτοκρατορίες, αλλά διατηρούσε μια θεμελιώδη συνθήκη: το παιχνίδι ανήκε ακόμη στους ανθρώπους που το αγαπούσαν. Ο εργάτης στο Λίβερπουλ, ο ψαράς στη Νάπολη, ο μαθητής στο Μπουένος Άιρες και το παιδί που έστηνε δύο πέτρες για δοκάρια σε μια αλάνα της Αθήνας πίστευαν ότι συμμετείχαν, ο καθένας με τον τρόπο του στην ίδια ιστορία. Αυτή η συνθήκη αρχίζει να σπάει.
Οι περισσότεροι βλέπουν τον Τζάνι Ινφαντίνο ως το πρόσωπο αυτής της αλλαγής. Συζητούν για το Μουντιάλ των 48 ομάδων, για το νέο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων, για τις σχέσεις της FIFA με πολιτικούς ηγέτες ή για τις αμφιλεγόμενες επιλογές των διοργανωτριών χωρών. Όλα αυτά έχουν σημασία αλλά δεν είναι η πραγματική ιστορία. Η πραγματική ιστορία είναι ότι το ποδόσφαιρο παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως πολιτισμικό αγαθό με τεράστια οικονομική αξία. Αντιμετωπίζεται πλέον ως οικονομικό προϊόν που οφείλει να αποδίδει ολοένα μεγαλύτερη αξία στους διαχειριστές και στους επενδυτές του.
Αρκεί να ενώσει κανείς τις εξελίξεις των τελευταίων ετών για να διακρίνει το μοτίβο. Το Παγκόσμιο Κύπελλο επεκτείνεται από 32 σε 48 ομάδες. Το Champions League αποκτά νέο φορμάτ με περισσότερους αγώνες. Δημιουργείται ένα Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων που προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη πίεση σε ένα ήδη εξαντλητικό αγωνιστικό ημερολόγιο. Παράλληλα, η FIFA δοκιμάζει το dynamic pricing, τη μεταβαλλόμενη τιμολόγηση των εισιτηρίων ανάλογα με τη ζήτηση. Καθεμία από αυτές τις αποφάσεις παρουσιάζεται ως μια μεμονωμένη και λογική εξέλιξη. Στην πραγματικότητα όμως όλες υπηρετούν την ίδια φιλοσοφία.
Το ποδόσφαιρο δεν αναζητά πλέον περισσότερους φιλάθλους. Αναζητά περισσότερα έσοδα από κάθε φίλαθλο. Εκεί βρίσκεται η ουσία της μετάβασης. Για δεκαετίες η επιτυχία του αθλήματος μετριόταν με το πόσοι άνθρωποι το παρακολουθούσαν. Σήμερα μετριέται με το πόσα χρήματα μπορεί να αποφέρει ο καθένας από αυτούς. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες αλλαγές αφορούν σχεδόν πάντα τη δημιουργία νέων εμπορικών δικαιωμάτων. Περισσότεροι αγώνες σημαίνουν περισσότερες τηλεοπτικές ώρες. Περισσότερες τηλεοπτικές ώρες σημαίνουν περισσότερες διαφημίσεις, περισσότερες χορηγίες και ακριβότερα συμβόλαια. Όσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος να λείψει μια μεγάλη ποδοσφαιρική αγορά από μια διοργάνωση, τόσο ασφαλέστερο γίνεται το προϊόν για τους επενδυτές.

Το dynamic pricing αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο αυτής της αλλαγής. Η τιμή του εισιτηρίου παύει να είναι μια σταθερή συμφωνία ανάμεσα στον σύλλογο και τον φίλαθλο. Μετατρέπεται σε έναν αλγόριθμο που ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τη ζήτηση. Δεν αγοράζεις πλέον μια θέση στο γήπεδο. Διεκδικείς μια θέση σε μια αγορά όπου νικητής είναι εκείνος που μπορεί να πληρώσει περισσότερο.
Η λογική αυτή δεν γεννήθηκε στο ποδόσφαιρο. Είναι η ίδια που χρησιμοποιούν οι αεροπορικές εταιρείες, οι πλατφόρμες συναυλιών και οι μεγάλες εταιρείες ψυχαγωγίας. Παλαιότερα πλήρωνες για να ταξιδέψεις. Σήμερα πληρώνεις ξεχωριστά για τη θέση, την αποσκευή, την προτεραιότητα επιβίβασης και την ευελιξία αλλαγής. Το ίδιο μοντέλο αρχίζει να εφαρμόζεται και στο ποδόσφαιρο. Δεν αγοράζεις απλώς έναν αγώνα. Αγοράζεις διαφορετικά επίπεδα πρόσβασης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Το ποδόσφαιρο δεν έγινε το μεγαλύτερο άθλημα του κόσμου επειδή ήταν το πιο ακριβό ή το πιο εξελιγμένο. Έγινε επειδή ήταν το πιο απλό. Δεν χρειαζόταν σχεδόν τίποτα για να παίξεις. Και δεν χρειαζόταν να είσαι πλούσιος για να νιώσεις ότι ανήκεις σε μια εξέδρα. Η αίσθηση της κοινότητας ήταν πάντα το μεγαλύτερο κεφάλαιο του αθλήματος, πολύ πριν εμφανιστούν οι πολυεθνικές χορηγίες και τα δισεκατομμύρια των τηλεοπτικών δικαιωμάτων.
Διάβασε και αυτό στο Black Book:
Σήμερα αυτή η κοινότητα δοκιμάζεται. Ο παραδοσιακός κάτοχος διαρκείας, ο άνθρωπος που ακολουθεί την ομάδα του για δεκαετίες, παύει να είναι ο ιδανικός πελάτης. Τη θέση του παίρνει ο καταναλωτής της εμπειρίας. Εκείνος που μπορεί να πληρώσει περισσότερα για μια καλύτερη θέση, για ένα VIP πακέτο ή για αποκλειστική πρόσβαση. Η εξέδρα μετατρέπεται σταδιακά σε αγορά και ο οπαδός σε μονάδα εσόδων.
Δεν πρόκειται για μια αλλαγή που αφορά αποκλειστικά το ποδόσφαιρο. Είναι το ίδιο φαινόμενο που βλέπουμε στον κινηματογράφο, όπου τα franchises αντικαθιστούν τις αυτόνομες ιστορίες. Στη μουσική, όπου οι πλατφόρμες καθορίζουν όλο και περισσότερο τι θα ακούσουμε. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου η προσοχή μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Το ποδόσφαιρο ήταν ίσως το τελευταίο μεγάλο λαϊκό πολιτισμικό αγαθό που αντιστεκόταν σε αυτή τη λογική. Σήμερα φαίνεται να υποχωρεί και αυτό.
Ο Τζάνι Ινφαντίνο δεν είναι η αιτία αυτής της εξέλιξης. Αν αύριο αποχωρήσει από τη FIFA, οι δυνάμεις που τη γεννούν θα παραμείνουν. Γιατί η πίεση δεν προέρχεται μόνο από τις διοικήσεις των ομοσπονδιών. Προέρχεται από μια οικονομία που δεν αρκείται πλέον στην ανάπτυξη. Απαιτεί διαρκώς μεγαλύτερες αποδόσεις. Και όταν εξαντλούνται οι νέες αγορές, η μόνη λύση είναι να αποσπάσεις περισσότερη αξία από όσους ήδη συμμετέχουν.
Εκεί βρίσκεται και ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι στο αν θα υπάρχουν περισσότερες ομάδες σε ένα Μουντιάλ ή περισσότεροι αγώνες σε μια διοργάνωση. Ο κίνδυνος είναι να χαθεί η αίσθηση ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί έναν κοινό τόπο συνάντησης διαφορετικών ανθρώπων και να αντικατασταθεί από μια απλή εμπορική συναλλαγή. Όταν ο φίλαθλος πάψει να θεωρείται μέρος της ιστορίας και αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πηγή εσόδων το παιχνίδι, το ποδόσφαιρο θα έχει χάσει το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε.







