Πριν από το Instagram, πριν από τα fashion films, πριν από τα περιοδικά μετατραπούν σε μηχανές παραγωγής επιθυμίας και πριν από τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα ενός TikTok καθορίζουν την εμπορική επιτυχία μιας συλλογής, μια γυναίκα είχε ήδη καταλάβει προς τα πού κατευθυνόταν ο κόσμος. Η Elsa Schiaparelli δεν μπορούσε να προβλέψει τα social media. Προέβλεψε όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο: ότι η εικόνα θα γινόταν κάποτε πιο ισχυρή από το ίδιο το αντικείμενο. Γι’ αυτό και σχεδόν έναν αιώνα μετά, ο οίκος Schiaparelli μοιάζει λιγότερο με αναβίωση ενός ιστορικού brand και περισσότερο με απόδειξη ότι ορισμένες ιδέες δεν γερνούν ποτέ. Τα χρυσά ανατομικά κοσμήματα του Daniel Roseberry, τα γλυπτικά μπούστα, τα υπερμεγέθη σκουλαρίκια και οι σουρεαλιστικές δημιουργίες που εμφανίζονται στα μεγαλύτερα κόκκινα χαλιά του κόσμου δεν τραβούν την προσοχή μόνο επειδή είναι εντυπωσιακά. Τη διεκδικούν επειδή μοιάζουν σχεδιασμένα εξαρχής για να μετατραπούν σε εικόνες που θα ταξιδέψουν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Schiaparelli είχε αντιληφθεί αυτή τη λογική ήδη από τη δεκαετία του 1930. Η ιστορία της μόδας τη θυμάται για τα καπέλα σε σχήμα παπουτσιού, για το εκρηκτικό Shocking Pink, για τις συνεργασίες της με τον Salvador Dalí και τον Jean Cocteau, για τα φορέματα που έμοιαζαν να ξεπηδούν από όνειρα και για τα σακάκια που μετέτρεπαν το καθημερινό σε παράδοξο. Όλα αυτά όμως ήταν εκφράσεις μιας βαθύτερης ιδέας. Δεν την ενδιέφερε να δημιουργήσει απλώς όμορφα ή πολυτελή ρούχα. Ήθελε να δημιουργήσει εικόνες που θα έμεναν χαραγμένες στη μνήμη.
Την εποχή εκείνη η μόδα περνούσε μια από τις σημαντικότερες μεταμορφώσεις της ιστορίας της. Η εικονογράφηση υποχωρούσε, η φωτογραφία αποκτούσε κεντρική θέση στα περιοδικά και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν ένα ένδυμα άρχισε να αποκτά σχεδόν την ίδια σημασία με το ίδιο το ένδυμα. Οι περισσότεροι σχεδιαστές αντιμετώπισαν τον φωτογραφικό φακό ως εργαλείο καταγραφής. Η Schiaparelli τον αντιμετώπισε ως προέκταση της δημιουργικής διαδικασίας. Ένα φόρεμα δεν ολοκληρωνόταν όταν έβγαινε από το ατελιέ. Ολοκληρωνόταν όταν αποκτούσε μια εικόνα ικανή να το μετατρέψει σε πολιτισμικό γεγονός.
Δεν είναι τυχαίο ότι συνεργάστηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους φωτογράφους της εποχής, όπως ο Man Ray, ο Cecil Beaton και ο Horst P. Horst. Κανείς τους δεν φωτογράφιζε απλώς μια συλλογή. Δημιουργούσαν έναν ολόκληρο οπτικό κόσμο μέσα στον οποίο τα ρούχα λειτουργούσαν σαν πρωταγωνιστές μιας ιστορίας. Η υψηλή ραπτική έπαψε να είναι απλώς τεχνική δεξιοτεχνία και έγινε αφήγηση. Η φωτογραφία δεν κατέγραφε τη μόδα. Την αναδημιουργούσε.


Αυτή ήταν ίσως η πιο καθοριστική αλλαγή στην ιστορία της βιομηχανίας. Για αιώνες η αξία ενός ενδύματος βρισκόταν στην ποιότητα του υφάσματος, στην τελειότητα της ραφής και στην επιδεξιότητα του δημιουργού. Από τη στιγμή που η εικόνα έγινε το βασικό μέσο διάδοσης της μόδας, ένα δεύτερο κριτήριο απέκτησε την ίδια βαρύτητα: αν το ρούχο μπορούσε να παράγει μια αξέχαστη φωτογραφία. Η αισθητική δεν αφορούσε πλέον μόνο το σώμα που το φορούσε αλλά και το βλέμμα που το παρατηρούσε από απόσταση.
Οι μεγάλοι οίκοι που ακολούθησαν βάδισαν πάνω στην ίδια ιδέα. Η Chanel δεν πούλησε μόνο ταγέρ αλλά έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. Ο Dior δεν παρουσίασε απλώς το New Look· διαμόρφωσε μια νέα εικόνα της μεταπολεμικής γυναίκας. Ο Yves Saint Laurent δεν σχεδίασε μόνο ρούχα αλλά μια διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα για τη σύγχρονη θηλυκότητα. Η μόδα έπαψε να είναι προϊόν. Έγινε αφήγηση, σύμβολο και τελικά εικόνα.
Σήμερα αυτή η λογική έχει φτάσει στο απόλυτο σημείο της. Τα περισσότερα εμβληματικά κομμάτια της σύγχρονης υψηλής ραπτικής δεν σχεδιάζονται μόνο για να φορεθούν. Σχεδιάζονται για να εμφανιστούν σε μια οθόνη. Για να κυριαρχήσουν σε ένα feed, να γίνουν πρωτοσέλιδο, να αναπαραχθούν αμέτρητες φορές στα κοινωνικά δίκτυα. Η πρώτη δοκιμή ενός φορέματος δεν γίνεται πλέον μόνο μπροστά σε έναν καθρέφτη αλλά και μπροστά στην κάμερα ενός κινητού τηλεφώνου. Αν δεν λειτουργεί ως εικόνα, δύσκολα θα λειτουργήσει ως γεγονός.


Γι’ αυτό και η αναγέννηση του οίκου Schiaparelli υπό τον Daniel Roseberry μοιάζει τόσο φυσική. Δεν πρόκειται μόνο για μια επιστροφή σε ιστορικά μοτίβα. Πρόκειται για τη συνέχιση της ίδιας φιλοσοφίας με διαφορετικά μέσα. Αν η Elsa Schiaparelli χρησιμοποίησε τη φωτογραφία για να πολλαπλασιάσει τη δύναμη της δημιουργίας της, ο σημερινός οίκος χρησιμοποιεί την παγκόσμια κυκλοφορία των ψηφιακών εικόνων. Η τεχνολογία άλλαξε αλλά ιδέα παρέμεινε ακριβώς η ίδια.
Η πραγματικά ενδιαφέρουσα εξέλιξη όμως δεν αφορά μόνο τη μόδα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί πλέον ολόκληρος ο πολιτισμός. Τα εστιατόρια δημιουργούν πιάτα που φωτογραφίζονται καλύτερα. Τα ξενοδοχεία σχεδιάζουν χώρους που υπάρχουν σχεδόν αποκλειστικά για τις αναρτήσεις των επισκεπτών. Οι εκθέσεις, οι συναυλίες, ακόμη και οι πολιτικές εμφανίσεις οργανώνονται γνωρίζοντας ότι η εικόνα τους θα ταξιδέψει ταχύτερα από την ίδια την εμπειρία. Ζούμε σε μια εποχή όπου η εμπειρία ακολουθεί την εικόνα αντί να προηγείται.
Αυτός είναι ο λόγος που η Schiaparelli παραμένει τόσο σύγχρονη. Όχι επειδή τα σχέδιά της εξακολουθούν να μοιάζουν τολμηρά, αλλά επειδή διέκρινε πρώτη μια μετατόπιση που σήμερα θεωρούμε αυτονόητη. Κατάλαβε ότι η εικόνα δεν είναι το μέσο με το οποίο παρουσιάζεται ένα αντικείμενο. Είναι μέρος του ίδιου του αντικειμένου.
Οι πραγματικά σπουδαίοι δημιουργοί δεν προβλέπουν το μέλλον με λεπτομέρειες. Αναγνωρίζουν εγκαίρως τις δυνάμεις που θα το διαμορφώσουν. Η Elsa Schiaparelli δεν σχεδίασε απλώς μερικά από τα πιο ευρηματικά ρούχα του εικοστού αιώνα. Συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός πολιτισμού όπου η εικόνα απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη από την υλική της αφετηρία. Κοιτάζοντας σήμερα μια δημιουργία της, δεν βλέπουμε μόνο ένα αριστούργημα υψηλής ραπτικής. Βλέπουμε τη στιγμή που η φωτογραφία παύει να υπηρετεί τη μόδα και αρχίζει να τη διαμορφώνει. Δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο που ντυνόμαστε. Άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε.







