Κάθε εποχή έχει τον προφήτη της. Το παράδοξο είναι ότι συνήθως τον αναγνωρίζει μόνο όταν έχουν ήδη επαληθευτεί όσα έβλεπε. Σήμερα μιλάμε ασταμάτητα για τη μοναξιά. Για μια γενιά που διαθέτει περισσότερους τρόπους επικοινωνίας από οποιαδήποτε άλλη στην ιστορία, αλλά δυσκολεύεται περισσότερο να δημιουργήσει πραγματική οικειότητα. Διαβάζουμε έρευνες για την «επιδημία της μοναξιάς», αναλύουμε το ghosting, τις σχέσεις που τελειώνουν χωρίς εξηγήσεις, τη συναισθηματική εξάντληση που γεννά η αίσθηση ότι υπάρχει πάντα μια καλύτερη επιλογή λίγα εκατοστά πιο κάτω στην οθόνη του κινητού. Όλα αυτά μοιάζουν με προβλήματα της ψηφιακής εποχής. Κι όμως είχαν περιγραφεί με εντυπωσιακή ακρίβεια περισσότερο από εξήντα χρόνια πριν, όταν ο Michelangelo Antonioni γύριζε το L’Avventura.

Ο Antonioni δεν ενδιαφερόταν να προβλέψει το μέλλον. Δεν ήταν συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ούτε κοινωνικός προφήτης με τη συμβατική έννοια. Παρατηρούσε τους ανθρώπους με τέτοια ακρίβεια ώστε μπορούσε να διακρίνει τις αλλαγές πριν ακόμη γίνουν ορατές στους υπόλοιπους. Η μεταπολεμική Ιταλία γνώριζε πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη. Οι πόλεις άλλαζαν, η κατανάλωση αυξανόταν, μια νέα αστική τάξη αποκτούσε ελευθερία, χρήματα και δυνατότητες που οι προηγούμενες γενιές δεν είχαν γνωρίσει ποτέ. Εκείνος, όμως, έβλεπε ότι μαζί με την ευημερία μεταβαλλόταν και κάτι βαθύτερο: ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονταν μεταξύ τους.
Για να περιγράψει αυτή την αλλαγή χρησιμοποιούσε συχνά μια φράση που διατρέχει ολόκληρο το έργο του: freddezza morale. Ηθική ή, ίσως ακριβέστερα, συναισθηματική ψυχρότητα. Δεν εννοούσε την κακία ούτε την απουσία ηθικών αρχών. Περιέγραφε τη σταδιακή εξασθένηση της ικανότητας να δημιουργούμε ουσιαστικούς δεσμούς. Τη στιγμή όπου η επιθυμία παραμένει ζωντανή, αλλά η συναισθηματική σύνδεση αρχίζει να διαλύεται. Όσο αυξάνονται οι επιλογές, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δεσμευτούμε σε μία από αυτές. Όσο η αφθονία διευρύνει τις δυνατότητές μας, τόσο περιορίζει την αίσθηση ότι κάτι έχει πραγματικά διάρκεια.
Το L’Avventura συμπυκνώνει αυτή τη σκέψη με τρόπο σχεδόν αριστουργηματικό. Η ιστορία ξεκινά σαν αστυνομικό μυστήριο. Μια γυναίκα, η Άννα, εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής σε ένα μικρό ηφαιστειακό νησί της Σικελίας. Ο θεατής περιμένει ότι η υπόλοιπη ταινία θα αφορά την αναζήτησή της. Περιμένει στοιχεία, υπόπτους, εξηγήσεις και τελικά μια λύση. Ο Antonioni ανατρέπει αυτή τη συμφωνία ανάμεσα στον κινηματογράφο και το κοινό του. Η εξαφανισμένη γυναίκα δεν βρίσκεται ποτέ. Η αναζήτησή της συνεχίζεται για λίγο από συνήθεια και έπειτα αρχίζει να ξεθωριάζει. Οι άνθρωποι που τη γύρευαν ερωτεύονται μεταξύ τους, η καθημερινότητα συνεχίζεται και η απουσία της παύει σταδιακά να καθορίζει τις ζωές τους.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική επανάσταση της ταινίας. Το σοκ δεν είναι ότι μια γυναίκα χάθηκε. Το σοκ είναι ότι οι υπόλοιποι συνεχίζουν να ζουν. Ο Antonioni δεν ενδιαφέρεται να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης. Τον απασχολεί η ταχύτητα με την οποία ο άνθρωπος προσαρμόζεται ακόμη και στις μεγαλύτερες απώλειες. Ο Γάλλος κριτικός Pascal Bonitzer θα το ονομάσει αργότερα «την εξαφάνιση της εξαφάνισης». Δεν εξαφανίζεται μόνο η Άννα. Εξαφανίζεται και η ίδια η σημασία της απουσίας της.

Είναι αδύνατο να μη σκεφτεί κανείς τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα. Οι ειδήσεις διαδέχονται η μία την άλλη με τέτοια ταχύτητα ώστε ακόμη και οι μεγαλύτερες τραγωδίες παραμένουν στην επικαιρότητα για λίγες ημέρες πριν αντικατασταθούν από τις επόμενες. Το ίδιο συμβαίνει συχνά και στις προσωπικές σχέσεις. Άνθρωποι εξαφανίζονται από τη ζωή μας χωρίς εξηγήσεις. Συνομιλίες διακόπτονται απότομα. Πρόσωπα που κάποτε θεωρούσαμε αναντικατάστατα γίνονται σταδιακά μια παλιά ειδοποίηση χαμένη ανάμεσα σε δεκάδες καινούργιες. Ο Antonioni δεν γνώριζε τα κοινωνικά δίκτυα ούτε τις εφαρμογές γνωριμιών. Είχε κατανοήσει, όμως έναν διαχρονικό μηχανισμό της ανθρώπινης φύσης: ότι η συνήθεια μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη ακόμη και από τη μνήμη.
Σε αυτή τη νέα κινηματογραφική γλώσσα η Monica Vitti υπήρξε καθοριστική. Δεν ήταν απλώς η πρωταγωνίστρια του Antonioni. Έγινε το πρόσωπο μέσα από το οποίο απέκτησαν μορφή όλες οι ιδέες του. Η δύναμή της δεν βρισκόταν στις εκρήξεις ή στους δραματικούς μονολόγους, αλλά στις παύσεις, στις σιωπές, στο βλέμμα που έμοιαζε να περιέχει περισσότερες σκέψεις από όσες μπορούσαν να αποδοθούν με λόγια. Η Claudia του L’Avventura δεν εξηγεί ποτέ τι αισθάνεται. Ο θεατής καλείται να το ανακαλύψει μέσα από τις μικρές κινήσεις, τις αμφιβολίες, την αμηχανία και τις ανεπαίσθητες μεταβολές της έκφρασής της. Η σχέση του Antonioni με τη Vitti υπήρξε μία από τις σημαντικότερες δημιουργικές συμμαχίες στην ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, γιατί μαζί διαμόρφωσαν έναν εντελώς νέο τρόπο να κινηματογραφείται ο εσωτερικός κόσμος.

Δεν είναι τυχαίο ότι το L’Avventura αποδοκιμάστηκε στην πρώτη του προβολή στο Φεστιβάλ Καννών το 1960. Οι θεατές δεν ενοχλήθηκαν μόνο από τον αργό ρυθμό. Ενοχλήθηκαν επειδή ο Antonioni αρνήθηκε να τηρήσει έναν από τους βασικότερους κανόνες της αφήγησης: κάθε ερώτημα οφείλει να έχει απάντηση. Από εκείνη τη στιγμή ο κινηματογράφος άρχισε να ενηλικιώνεται. Δεν ήταν πλέον υποχρεωμένος να αφηγείται μόνο γεγονότα. Μπορούσε να αφηγείται σιωπές, αναμονές, αμφιβολίες, εσωτερικές συγκρούσεις και συναισθήματα που δεν βρίσκουν ποτέ τη σωστή διατύπωση. Δημιουργοί όπως ο Michael Haneke, ο Wong Kar-wai ή η Sofia Coppola δύσκολα θα είχαν υπάρξει με την ίδια μορφή χωρίς αυτή την επανάσταση που ξεκίνησε ο Antonioni στις αρχές της δεκαετίας του 1960.
Η μεγαλύτερη διορατικότητα του Ιταλού σκηνοθέτη ωστόσο, είναι ότι κατάλαβε ότι η κρίση των σύγχρονων κοινωνιών δεν θα ήταν πρωτίστως οικονομική ούτε τεχνολογική. Θα ήταν υπαρξιακή. Θα ερχόταν μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θα είχαν περισσότερη ελευθερία, περισσότερες επιλογές και περισσότερες δυνατότητες από κάθε προηγούμενη γενιά, αλλά ταυτόχρονα θα ένιωθαν πιο απομονωμένοι από ποτέ. Η αφθονία θα έλυνε τα πρακτικά προβλήματα χωρίς να μπορεί να προσφέρει νόημα. Η ελευθερία θα πολλαπλασίαζε τις πιθανότητες χωρίς να κάνει ευκολότερη την επιλογή. Η επικοινωνία θα γινόταν ακαριαία χωρίς να εξασφαλίζει πραγματική εγγύτητα.
Ίσως γι’ αυτό το L’Avventura δεν μοιάζει σήμερα με μια ταινία για την Ιταλία του 1960. Μοιάζει με μια ταινία για εμάς. Δεν προέβλεψε την τεχνολογία, αλλά περιέγραψε με ανατριχιαστική ακρίβεια τον άνθρωπο που θα τη χρησιμοποιούσε. Και αυτή είναι τελικά η διαφορά ανάμεσα σε έναν μεγάλο σκηνοθέτη και έναν πραγματικά σπουδαίο καλλιτέχνη. Ο πρώτος αποτυπώνει την εποχή του. Ο δεύτερος καταφέρνει να εξηγήσει και όλες εκείνες που θα ακολουθήσουν.







