Skip to main content

Υπάρχει μια παλιά συνταγή εξουσίας που δεν διδάσκεται σε καμία σχολή δημόσιας διοίκησης. Δεν χρειάζεται να εξαφανίσεις τα σκάνδαλα. Είναι αδύνατον. Πάντα θα υπάρχει κάποιος δημοσιογράφος που θα σκάψει λίγο βαθύτερα, κάποιος εισαγγελέας που θα αρνηθεί να υπογράψει, κάποιος πληροφοριοδότης που θα μιλήσει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Αυτό που πρέπει να εξαφανίσεις είναι η προσδοκία ότι τα σκάνδαλα θα έχουν συνέπειες. Όταν οι πολίτες σταματούν να περιμένουν αλλαγή, η εξουσία σταματά να φοβάται. Οι πολίτες διαβάζουν, θυμώνουν, γράφουν δύο αναρτήσεις, πίνουν έναν καφέ και συνεχίζουν τη ζωή τους. Η οργή έχει αποκτήσει μικρότερο κύκλο ζωής από ένα story στο Instagram. Εμφανίζεται, αναβοσβήνει και εξαφανίζεται πριν προλάβει να γίνει πολιτική μνήμη. Κάπως έτσι γερνούν οι δημοκρατίες. Όχι από τις επιθέσεις που δέχονται, αλλά από την εξάντληση εκείνων που θα έπρεπε να τις υπερασπιστούν.

Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να απορρίψει τα αιτήματα ανάσυρσης της δικογραφίας των υποκλοπών δεν είναι απλώς μία ακόμη δικαστική εξέλιξη. Είναι μια στιγμή που αναγκάζει τη χώρα να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Όχι για να διαπιστώσει αν υπάρχει σκάνδαλο – αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια ότι αποτελεί αντικείμενο έντονης δημόσιας και πολιτικής αντιπαράθεσης – αλλά για να απαντήσει σε ένα πιο δύσκολο ερώτημα: τι κάνει μια δημοκρατία όταν μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα των θεσμών της εξακολουθεί να γεννά σοβαρά ερωτήματα;

Δεν έχει σημασία αν το αίτημα προέρχεται από έναν πρώην πρωθυπουργό, έναν δημοσιογράφο ή έναν άγνωστο πολίτη. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με βάση το βιογραφικό του αιτούντος. Δεν χρειάζεται να συμπαθεί κανείς τον Σαμαρά για να καταλάβει τη βαρύτητα του γεγονότος. Δεν χρειάζεται να ανήκει σε κάποιο κόμμα. Αρκεί να δεχθεί μία απλή αρχή: όταν ένας πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι υπήρξε στόχος ενός κατασκοπευτικού λογισμικού, ένα σοβαρό κράτος δεν βιάζεται να κλείσει το βιβλίο. Βιάζεται να διαβάσει και την τελευταία σελίδα. Αυτό ακριβώς είναι που λείπει. Η ανησυχία. Η περιέργεια. Το ένστικτο ενός κράτους που θέλει να μάθει αν κάτι σάπισε μέσα στους τοίχους του. Όταν οι σκιές παραμένουν και η αναζήτηση σταματά, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η δικογραφία. Είναι η εμπιστοσύνη.

Μια υπόθεση που αμφισβήτησε την εμπιστοσύνη πολλών πολιτών προς τους θεσμούς εξακολουθεί, χρόνια μετά, να γεννά ερωτήματα τα οποία για αρκετούς παραμένουν αναπάντητα. Και αντί να μας προβληματίζει η ύπαρξη αυτών των ερωτημάτων, μοιάζει να μας έχει κουράσει η ίδια η ύπαρξή τους.

Εκεί αλλάζει κάτι βαθύτερο από μια δικαστική εξέλιξη. Μια κοινωνία αρχίζει να εκπαιδεύεται όχι να αναζητά την αλήθεια, αλλά να συμβιώνει με την αμφιβολία. Στην αρχή θυμώνει. Μετά συζητά. Έπειτα κουράζεται. Στο τέλος σηκώνει τους ώμους και λέει τη φράση που ίσως συνοψίζει καλύτερα τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία: «Δεν αλλάζει τίποτα». Είναι η πιο χρήσιμη πρόταση που θα μπορούσε να ακούσει οποιαδήποτε εξουσία. Δεν την αθωώνει. Δεν τη δικαιώνει. Την απαλλάσσει όμως από τη μεγαλύτερη υποχρέωσή της: να λογοδοτεί.

Κάποτε πιστεύαμε ότι το μεγαλύτερο όπλο μιας αυταρχικής εξουσίας ήταν η λογοκρισία. Σήμερα το ισχυρότερο όπλο μοιάζει να είναι η υπερβολική ταχύτητα της επικαιρότητας. Να συμβαίνουν τόσα πολλά ώστε τίποτα να μη μένει αρκετό καιρό στο προσκήνιο για να απαιτήσει πραγματικές απαντήσεις. Η πληροφορία δεν εξαφανίζεται. Αραιώνει. Χάνει την πυκνότητά της. Μέχρι που γίνεται ακόμη μία ιστορία μέσα σε χιλιάδες άλλες. Η λήθη δεν επιβάλλεται. Παράγεται.

Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο. Δεν ξεχνάμε επειδή μας το επιβάλλει κάποιος. Ξεχνάμε επειδή η λήθη είναι πιο ξεκούραστη από τη μνήμη. Η μνήμη απαιτεί επιμονή, σύγκρουση, ερωτήσεις που επανέρχονται ακόμη κι όταν όλοι θέλουν να αλλάξουν θέμα. Η λήθη απαιτεί μόνο υπομονή. Και η υπομονή είναι πάντα με το μέρος της εξουσίας.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η υπόθεση των υποκλοπών έπρεπε ή δεν έπρεπε να μείνει στο αρχείο. Αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής και νομικής διαφωνίας. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο. Πόσες φορές μπορεί μια κοινωνία να συνηθίσει το ανησυχητικό πριν πάψει να το αναγνωρίζει ως ανησυχητικό; Γιατί εκεί τελειώνουν τα σκάνδαλα και αρχίζει η παρακμή.

Όχι με μια έκρηξη. Με ένα χασμουρητό.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)