Skip to main content

Αν έπρεπε να διαλέξει κανείς μία μόνο εικόνα που να συνοψίζει τη δημόσια παρουσία του Στέλιου Ράμφου, δεν θα ήταν κάποιο από τα βιβλία του ούτε μια πανεπιστημιακή αίθουσα. Θα ήταν το βλέμμα του συνομιλητή του τη στιγμή που καταλάβαινε ότι η κουβέντα δεν θα εξελισσόταν όπως περίμενε. Ο Ράμφος είχε μια σπάνια ικανότητα: ξεκινούσε από ένα γεγονός της επικαιρότητας και μέσα σε λίγα λεπτά η συζήτηση είχε μεταφερθεί αιώνες πίσω, στη βυζαντινή παράδοση, στην έννοια του προσώπου, στη σχέση του ανθρώπου με την ελευθερία ή στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις ειδήσεις. Τον απασχολούσε το υπέδαφος που τις γεννούσε.

Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής διανόησης. Ελάχιστοι στοχαστές προκάλεσαν τόσο έντονες αντιδράσεις. Άλλοι τον θεωρούσαν έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες διανοούμενους των τελευταίων δεκαετιών και άλλοι έναν άνθρωπο που αντιμετώπιζε την ελληνική παράδοση με υπερβολική αυστηρότητα. Σχεδόν κανείς όμως δεν τον αγνοούσε. Ο Στέλιος Ράμφος δημοσίευσε περισσότερα από τριάντα βιβλία και αφιέρωσε δεκαετίες στη μελέτη της ελληνικής σκέψης, της Ορθοδοξίας, της φιλοσοφίας και της πολιτισμικής ταυτότητας του νεότερου ελληνισμού.

Η δημόσια εικόνα του ωστόσο συχνά έκρυβε το ουσιαστικό ερώτημα που τον απασχολούσε σε όλη του τη ζωή. Δεν προσπαθούσε να εξηγήσει γιατί μια κυβέρνηση απέτυχε ή γιατί μια πολιτική απόφαση αποδείχθηκε λανθασμένη. Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί μια κοινωνία παράγει ξανά και ξανά τις ίδιες αποτυχίες. Για τον Ράμφο, η πολιτική ήταν το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής πραγματικότητας. Πίστευς ότι αν δεν κατανοούσες τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε ο σύγχρονος Έλληνας, δεν θα μπορούσες να καταλάβεις ούτε το κράτος του ούτε τους θεσμούς του ούτε τις διαρκείς κρίσεις του.

Αυτή η προσέγγιση εξηγεί και γιατί οι παρεμβάσεις του προκαλούσαν τόση δυσφορία. Οι περισσότεροι δημόσιοι σχολιαστές αναζητούν τις αιτίες των προβλημάτων στις κυβερνήσεις, στην οικονομία ή στους διεθνείς συσχετισμούς. Ο Ράμφος αναζητούσε τις αιτίες στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται, αισθάνονται και σχετίζονται με την ευθύνη. Δεν τον ενδιέφερε μόνο τι συνέβη. Τον ενδιέφερε γιατί συνέβη ξανά.

Οφείλουμε να εξετάσουμε με ειλικρίνεια τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να βλέπουμε τον εαυτό μας.

Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση η δημόσια συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τα μνημόνια, τις αγορές, το χρέος και τις πολιτικές ευθύνες. Εκείνος επέμενε ότι όλα αυτά ήταν το τελευταίο κεφάλαιο μιας πολύ παλαιότερης ιστορίας. Η κρίση δεν ήταν μόνο οικονομική. Ήταν κρίση αυτογνωσίας. Μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τους θεσμούς της, να αναλάβει προσωπική ευθύνη και να λειτουργήσει ως κοινότητα πολιτών είναι πιθανό, αργά ή γρήγορα, να συναντήσει αντίστοιχα αδιέξοδα. Κανείς δεν ήταν υποχρεωμένος να συμφωνήσει με αυτή την ερμηνεία. Ήταν όμως δύσκολο να την προσπεράσει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και όσοι διαφωνούσαν ριζικά μαζί του αναγκάζονταν να συνομιλήσουν με τη σκέψη του. Οι επικριτές του υποστήριξαν ότι υπερέβαλλε όταν απέδιδε τόσο μεγάλο βάρος στις πολιτισμικές και θρησκευτικές καταβολές της ελληνικής κοινωνίας ή ότι αντιμετώπιζε τη δυτική νεωτερικότητα με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη απ’ όση της αναλογούσε. Οι ενστάσεις αυτές έχουν σοβαρή βάση και αποτελούν μέρος της δημόσιας συζήτησης γύρω από το έργο του. Όμως η επιρροή ενός διανοουμένου δεν μετριέται από τον αριθμό όσων συμφωνούν μαζί του. Μετριέται από το αν κατορθώνει να αλλάξει τις ερωτήσεις που θέτει μια κοινωνία.

Ο Ράμφος ακριβώς αυτό κατάφερε. Αντί να ρωτά ποιος φταίει ρωτούσε γιατί έχουμε ανάγκη να αναζητούμε πάντοτε έναν ένοχο. Αντί να εξετάζει αποκλειστικά τις αποφάσεις της εξουσίας, προσπαθούσε να καταλάβει τη σχέση των πολιτών με την ίδια την έννοια της ελευθερίας. Αντί να αντιμετωπίζει την ιστορία ως μια αλληλουχία γεγονότων, την έβλεπε ως μια αργή διαμόρφωση χαρακτήρων και νοοτροπιών.

Γι’ αυτό το έργο του μοιάζει σήμερα να αποκτά μια δεύτερη ζωή. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με οικονομικές κρίσεις, πανδημίες, φυσικές καταστροφές, κρίσεις εμπιστοσύνης, θεσμικές συγκρούσεις και έναν δημόσιο διάλογο που γίνεται ολοένα πιο θυμωμένος και πιο επιφανειακός. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η πρώτη αντίδραση ήταν σχεδόν πάντοτε η ίδια: να αναζητηθεί ο υπεύθυνος. Πολύ πιο σπάνια αναρωτηθήκαμε αν υπάρχει κάτι βαθύτερο που επαναλαμβάνεται πίσω από τα γεγονότα. Αυτή ήταν ακριβώς η ερώτηση που έθετε επί δεκαετίες ο Ράμφος.

Δεν είναι βέβαιο ότι έδωσε πάντα τις σωστές απαντήσεις. Κανένας σοβαρός στοχαστής δεν το κατορθώνει. Εκείνο που πέτυχε ήταν κάτι δυσκολότερο. Μετέφερε τη συζήτηση από την επιφάνεια στο βάθος, από την επικαιρότητα στις νοοτροπίες και από τις πολιτικές συγκρούσεις στην αυτογνωσία μιας κοινωνίας.

Σε αυτό τελικά καταλήγω ως απάντηση στο ερώτημα τι ήταν ο Στέλιος Ράμφος για την Ελλάδα. Δεν ήταν ένας φιλόσοφος που εξήγησε τη χώρα του, αλλά ένας διανοούμενος που επέμενε ότι πριν αναζητήσουμε νέες λύσεις οφείλουμε να κάνουμε κάτι πολύ πιο απαιτητικό: να εξετάσουμε με ειλικρίνεια τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να βλέπουμε τον εαυτό μας. Για μια κοινωνία που συχνά προτιμά τις εύκολες βεβαιότητες από τα δύσκολα ερωτήματα, αυτή υπήρξε ίσως η πιο ριζοσπαστική ιδέα του.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)