Ο Μίλτος Τεντόγλου κέρδισε το τέταρτο χρυσό ευρωπαϊκό μετάλλιό του. Για λίγες ώρες η Ελλάδα έκανε αυτό που κάνει πάντα όταν εμφανίζεται ένας πρωταθλητής. Γέμισε συγχαρητήρια, εθνική υπερηφάνεια και δηλώσεις πολιτικών που έσπευσαν να ταυτιστούν με την επιτυχία του. Είναι μια τελετουργία που επαναλαμβάνεται με θρησκευτική συνέπεια. Μόνο που κάθε φορά χάνουμε το σημαντικότερο. Ο Τεντόγλου δεν είναι απλώς ένας σπουδαίος αθλητής. Είναι μια ενοχλητική υπενθύμιση για το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί αυτή η χώρα και δεν λειτουργεί.
Το μήνυμα που εκπέμπει δεν αφορά το άλμα εις μήκος. Αφορά την ευθύνη. Στον κόσμο του Τεντόγλου δεν υπάρχουν ερμηνείες, επικοινωνιακές κατασκευές και δημιουργική λογιστική της πραγματικότητας. Υπάρχει μια βαλβίδα, ένα σκάμμα και μια μεζούρα. Δεν ενδιαφέρεται ποιος είσαι, τι ψήφισες, πόσους ακολούθους έχεις ή πόσο καλός είσαι στις δημόσιες σχέσεις. Δεν γνωρίζει από δικαιολογίες. Μετράει μόνο το αποτέλεσμα. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον Τεντόγλου τόσο άβολο για την ελληνική κοινωνία και ακόμη πιο άβολο για το πολιτικό σύστημα. Γιατί αποδεικνύει ότι υπάρχει ένας κόσμος όπου οι επιδόσεις δεν διαπραγματεύονται. Ένας κόσμος όπου η προσπάθεια δεν υποκαθίσταται από την εικόνα και η επιτυχία δεν κατασκευάζεται από επικοινωνιακά επιτελεία.
Στην Ελλάδα όμως έχουμε μάθει να ζούμε διαφορετικά. Αξιολογούμε συχνά τους ανθρώπους από όσα υπόσχονται και όχι από όσα πετυχαίνουν. Ανταμείβουμε την καλή αφήγηση περισσότερο από το καλό αποτέλεσμα. Συζητάμε ατέλειωτα για προθέσεις, εξαγγελίες και σχεδιασμούς, λες και η πραγματικότητα είναι κάτι που μπορεί να περιμένει. Είναι μια κουλτούρα που έχει μάθει να συγχωρεί σχεδόν τα πάντα, αρκεί η ιστορία να ειπωθεί σωστά.
H μεζούρα είναι ίσως ο πιο αδιάφθορος κριτής που υπάρχει. Δεν συγκινείται, δεν χειραγωγείται και δεν ψηφίζει.
Ο Τεντόγλου καταστρέφει αυτή την αφήγηση χωρίς να ανοίξει το στόμα του. Δεν κάνει μαθήματα. Δεν παραδίδει διαλέξεις περί αριστείας. Δεν παριστάνει τον εθνικό καθοδηγητή. Απλώς εμφανίζεται, πηδάει και αφήνει τη μεζούρα να μιλήσει. Και η μεζούρα είναι ίσως ο πιο αδιάφθορος κριτής που υπάρχει. Δεν συγκινείται, δεν χειραγωγείται και δεν ψηφίζει.
Γι’ αυτό οι πολιτικοί σπεύδουν κάθε φορά να φωτογραφηθούν δίπλα στους πρωταθλητές. Η επιτυχία τους προσφέρει λίγη από τη λάμψη που οι ίδιοι δυσκολεύονται να παράγουν. Δεν μπορούν όμως να δανειστούν και τη νομιμοποίησή τους. Γιατί η νομιμοποίηση του Τεντόγλου δεν προέρχεται από δημοσκοπήσεις ούτε από επικοινωνιακές καμπάνιες. Προέρχεται από κάτι εξαιρετικά απλό και γι’ αυτό τόσο σπάνιο: από ένα αποτέλεσμα που μπορεί να μετρηθεί.
Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη αξία του. Σε μια χώρα που έχει μάθει να συζητά περισσότερο απ’ όσο παράγει, ο Τεντόγλου θυμίζει ότι η αξιοπιστία δεν είναι θέμα εικόνας αλλά απόδειξης. Ότι η αριστεία δεν είναι σύνθημα αλλά συνήθεια. Ότι η δουλειά δεν χρειάζεται χειροκρότημα για να αποκτήσει αξία.
Το τέταρτο χρυσό μετάλλιο δεν είναι μόνο μια αθλητική επιτυχία. Είναι ένας καθρέφτης. Και οι καθρέφτες έχουν μια δυσάρεστη ιδιότητα. Δεν δείχνουν αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Δείχνουν αυτό που πραγματικά είμαστε. Ο Μίλτος Τεντόγλου δεν στέλνει μήνυμα μόνο στους νέους που ονειρεύονται να γίνουν πρωταθλητές. Στέλνει μήνυμα σε μια κοινωνία που έχει αρχίσει να πιστεύει ότι η εικόνα αρκεί. Δεν αρκεί. Γιατί αργά ή γρήγορα, έρχεται η στιγμή που δεν μιλάει η επικοινωνία. Μιλάει το αποτέλεσμα.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.







