Ρωτήστε κάποιον πώς ήταν πραγματικά ο Γουίλιαμ Γουάλας και οι πιθανότητες είναι ότι θα σας περιγράψει τον Μελ Γκίμπσον. Ρωτήστε τι γνωρίζει για τους μονομάχους της Ρώμης και θα θυμηθεί τον Ράσελ Κρόου. Σε λίγα χρόνια, αν τον ρωτήσετε πώς τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, ίσως σας αφηγηθεί μια σκηνή από το The Brink of War. Όχι επειδή θα έχει διαβάσει ιστορία αλλά επειδή θα έχει δει μια ταινία. Αυτό είναι το πραγματικό θέμα της νέας κινηματογραφικής παραγωγής για τη συνάντηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν και του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στο Ρέικιαβικ το 1986. Όχι αν ο Ρέιγκαν παρουσιάζεται πιο αποφασιστικός από όσο ήταν ή αν ο Γκορμπατσόφ εμφανίζεται πιο αδύναμος από όσο υπήρξε στην πραγματικότητα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι ο κινηματογράφος έχει γίνει η σημαντικότερη μηχανή παραγωγής ιστορικής μνήμης της εποχής μας.

Κάποτε λέγαμε ότι την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Σήμερα τη γράφουν οι σεναριογράφοι. Όχι γιατί έχουν μεγαλύτερη γνώση από τους ιστορικούς, αλλά γιατί έχουν την προσοχή εκατομμυρίων ανθρώπων. Ελάχιστοι θα διαβάσουν τα πρακτικά της συνόδου του Ρέικιαβικ ή τις βιογραφίες των δύο ηγετών. Οι περισσότεροι θα θυμούνται δύο ηθοποιούς μέσα σε ένα δωμάτιο, έναν δραματικό διάλογο, ένα βλέμμα που δεν υπήρξε ποτέ και μια ατάκα που γράφτηκε σαράντα χρόνια αργότερα από έναν σεναριογράφο. Κι όμως, αυτή θα είναι η εικόνα που θα αποθηκευτεί στη μνήμη τους ως ιστορικό γεγονός.
Το The Brink of War έχει δεχθεί ήδη κριτική επειδή παρουσιάζει τον Ρέιγκαν σχεδόν ως τον μοναδικό αρχιτέκτονα της αποκλιμάκωσης του Ψυχρού Πολέμου. Είναι μια επιλογή που υπηρετεί το δράμα, όχι την ιστορία. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν έργο ενός ανθρώπου ούτε αποτέλεσμα μιας ιδιοφυούς διαπραγμάτευσης. Ήταν η κατάληξη μιας οικονομίας που είχε εξαντληθεί, ενός πολιτικού συστήματος που αδυνατούσε να ανανεωθεί, μιας σειράς λανθασμένων στρατηγικών επιλογών, αλλά και της πολιτικής τόλμης του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ να μεταρρυθμίσει ένα καθεστώς γνωρίζοντας ότι ίσως δεν επιβιώσει ο ίδιος πολιτικά. Από την άλλη πλευρά, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν δεν ήταν ούτε ο μονοδιάστατος πολεμοχαρής πρόεδρος που περιέγραφαν οι επικριτές του ούτε ο μοναχικός ήρωας που κέρδισε μόνος του τον Ψυχρό Πόλεμο. Ήταν ένας ηγέτης που ξεκίνησε με ακραία ρητορική, αλλά κατέληξε να καταλάβει ότι η διαρκής πυρηνική αντιπαράθεση δεν μπορούσε να αποτελεί μόνιμη ισορροπία. Η ιστορία είναι πολύ πιο σύνθετη από οποιοδήποτε σενάριο. Και ακριβώς γι’ αυτό δυσκολεύεται να γίνει κινηματογράφος.

Το σινεμά δεν αγαπά τις πολύπλοκες εξηγήσεις. Αγαπά τους πρωταγωνιστές. Χρειάζεται έναν άνθρωπο που θα συμπυκνώσει μια ολόκληρη εποχή, μια μάχη ή μια επανάσταση. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί σχεδόν πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο Braveheart έγινε για εκατομμύρια ανθρώπους η πραγματική ιστορία της Σκωτίας. Ο Μονομάχος έγινε η εικόνα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Napoleon άνοιξε ξανά μια παγκόσμια συζήτηση για έναν άνθρωπο που έχει πεθάνει εδώ και διακόσια χρόνια. Το Oppenheimer έκανε γνωστό τον επιστήμονα πίσω από την ατομική βόμβα, αλλά ελάχιστοι θυμούνται τους δεκάδες άλλους επιστήμονες που συμμετείχαν στο Manhattan Project. Δεν είναι αδυναμία του κινηματογράφου. Είναι η φύση του. Η αφήγηση χρειάζεται πρόσωπα. Η Ιστορία τις περισσότερες φορές δεν έχει.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η νέα ταινία δεν λέει τόσα πολλά για το 1986 όσο για το 2026. Κάθε εποχή επιστρέφει στα ιστορικά γεγονότα που έχει ανάγκη. Ο Ψυχρός Πόλεμος επανέρχεται στις οθόνες επειδή οι μεγάλες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις επέστρεψαν στην πραγματική ζωή. Οι πυρηνικές απειλές δεν ανήκουν πια μόνο στα αρχεία, οι σχέσεις Δύσης και Ρωσίας βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο και η διεθνής πολιτική θυμίζει όλο και περισσότερο έναν κόσμο που πιστεύαμε ότι είχε τελειώσει. Όταν το παρόν γίνεται αβέβαιο, αναζητούμε στο παρελθόν εξηγήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ συχνά τις αναζητούμε στον κινηματογράφο αντί στην Ιστορία.

Το παράδοξο είναι πως το ίδιο το Ρέικιαβικ διδάσκει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ζητά ένας σκηνοθέτης. Η σύνοδος θεωρήθηκε αποτυχία. Δεν υπογράφηκε καμία μεγάλη συμφωνία. Ο Ρέιγκαν και ο Γκορμπατσόφ έφυγαν εκνευρισμένοι και απογοητευμένοι. Κανείς τότε δεν μίλησε για ιστορικό θρίαμβο. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν σήμερα ότι εκείνες οι δύο ημέρες στην Ισλανδία άνοιξαν τον δρόμο για τη συμφωνία INF έναν χρόνο αργότερα και για την αποκλιμάκωση που ακολούθησε. Η Ιστορία έχει την κακή συνήθεια να αλλάζει μέσα από γεγονότα που εκείνη τη στιγμή μοιάζουν αποτυχίες. Ο κινηματογράφος αντίθετα, χρειάζεται κορυφώσεις, λύτρωση και καθαρούς νικητές.
Κάθε ταινία που υπόσχεται να αναπαραστήσει το παρελθόν αποκαλύπτει τελικά τον τρόπο που κάθε εποχή επιλέγει να αφηγηθεί το παρελθόν της. Και αυτό είναι συχνά πιο αποκαλυπτικό από την ίδια την Ιστορία. Κάθε ταινία που υπόσχεται να μας δείξει «τι συνέβη πραγματικά» μιλά τελικά περισσότερο για τον κόσμο μέσα στον οποίο γυρίστηκε παρά για τον κόσμο που προσπαθεί να αναπαραστήσει. Στο τέλος η μάχη δεν δίνεται μόνο για τα γεγονότα. Δίνεται για την αφήγησή τους. Και πολύ συχνά αυτή την αφήγηση δεν τη γράφουν οι ιστορικοί αλλά το Χόλιγουντ.







