Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Lenny Bruce, δεν χρειάζεται πια να κάθεται ένας αστυνομικός στο πίσω τραπέζι. Κρατάμε όλοι σημειώσεις.
Ο Lenny Bruce πέθανε στις 3 Αυγούστου 1966 στα 40 του χρόνια, από υπερβολική δόση μορφίνης στο σπίτι του στο Hollywood Hills. Βρέθηκε νεκρός στο μπάνιο. Η ηλεκτρική γραφομηχανή του ήταν ακόμη εκεί, με ένα ημιτελές κείμενο για τα συνταγματικά δικαιώματα και τη σύγκρουσή του με τις αρχές. Ένα τέλος σχεδόν υπερβολικά ταιριαστό για έναν άνθρωπο που είχε περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του κυνηγημένος για όσα έλεγε πάνω σε μια σκηνή. Εξήντα χρόνια αργότερα πρέπει να παραδεχτούμε ότι είχε και εξαιρετικό timing. Αν ζούσε σήμερα το πρόβλημά του δεν θα ήταν πια η αστυνομία. Θα τον βιντεοσκοπούσαμε, θα κόβαμε δεκαπέντε δευτερόλεπτα από την παράστασή του, θα τα ανεβάζαμε στο διαδίκτυο και μετά θα περνούσαμε το υπόλοιπο βράδυ εξηγώντας ο ένας στον άλλον γιατί ένας άνθρωπος που δεν έχουμε συναντήσει ποτέ δεν πρέπει να ξαναδουλέψει. Αυτό λέγεται πρόοδος.
Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο Lenny Bruce ήταν ο άνθρωπος που έβαλε δυναμίτη κάτω από το αμερικανικό stand-up. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές του ’60 μιλούσε για σεξ, φυλή, θρησκεία, ναρκωτικά και πολιτική σε μια Αμερική που έκανε όλα αυτά τα πράγματα αλλά προτιμούσε να μην τα συζητά. Δεν σεβόταν πολλά ιερά και η χώρα του διέθετε μια εντυπωσιακή συλλογή. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται αστυνομικοί στις παραστάσεις του. Όχι επειδή ήταν θαυμαστές. Κρατούσαν σημειώσεις. Το 1964, στο Café Au Go Go της Νέας Υόρκης, αστυνομικοί με πολιτικά κατέγραψαν το υλικό του. Ο Bruce συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε για αισχρότητα. Το 2003 ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης τού απένειμε μεταθανάτια χάρη. Χρειάστηκαν 37 χρόνια για να ανακαλύψει η κοινωνία ότι ο νεκρός κωμικός είχε τελικά δίκιο. Οι νεκροί είναι εξαιρετικοί υπερασπιστές της ελευθερίας. Δεν υπάρχει κίνδυνος να πουν κάτι που θα μας ενοχλήσει αύριο.
Αν ο Bruce επέστρεφε σήμερα, στην αρχή θα νόμιζε ότι κέρδισε. Θα έπιανε το μικρόφωνο και κανένας αστυνομικός δεν θα περίμενε στην έξοδο. Θα μπορούσε να βρίσει τον Θεό, την κυβέρνηση, τους χριστιανούς, τους Εβραίους, τους πλούσιους, τους φτωχούς και πιθανότατα τον ίδιο τον ιδιοκτήτη του κλαμπ. Μετά θα έβλεπε τα κινητά. Εκατοντάδες μικρές κάμερες στραμμένες πάνω του. Εκατοντάδες μελλοντικοί εισαγγελείς που δεν γνωρίζουν ακόμη ότι είναι εισαγγελείς. Και τότε θα καταλάβαινε το κόλπο. Δεν καταργήσαμε τη λογοκρισία. Την εκδημοκρατίσαμε.
Δεν χρειαζόμαστε πια έναν αστυνομικό στο πίσω τραπέζι. Καθόμαστε εμείς εκεί. Δεν χρειαζόμαστε εισαγγελέα. Έχουμε followers. Δεν χρειαζόμαστε δικαστήριο. Έχουμε timeline. Και έχουμε βελτιώσει εντυπωσιακά την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης. Το παλιό σύστημα ήθελε στοιχεία, μάρτυρες, δικηγόρους και μια εξαιρετικά κουραστική διαδικασία που λεγόταν δίκη. Εμείς χρειαζόμαστε ένα βίντεο, λίγη οργή και καλό Wi-Fi. Μέχρι το μεσημέρι έχουμε ετυμηγορία.
Ο καλύτερος αστυνομικός δεν είναι αυτός που στέκεται απέναντί σου. Είναι αυτός που κατάφερε να εγκατασταθεί μέσα στο κεφάλι σου.
Το πρόβλημα με τον Bruce είναι ότι δεν μπορούμε να τον κάνουμε εύκολα άγιο. Έλεγε ιδιοφυή πράγματα και ανοησίες. Ήταν διορατικός και χυδαίος, γενναίος και άδικος. Μερικές φορές δεν ήταν καν αστείος. Ανέβαινε όμως στη σκηνή και έκανε κάτι που αρχίζουμε να θεωρούμε επικίνδυνο: σκεφτόταν δημόσια χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα καταλήξει. Κάποτε αυτό λεγόταν δοκιμή. Τώρα λέγεται αποδεικτικό στοιχείο.
Ένα κακό αστείο του Bruce μπορούσε κάποτε να τελειώσει εκεί όπου ειπώθηκε: μέσα στο κλαμπ. Σήμερα μπορεί να φτάσει μέσα σε λίγες ώρες σε δύο εκατομμύρια ανθρώπους που δεν βρίσκονταν ποτέ εκεί. Χωρίς όσα ειπώθηκαν πριν. Χωρίς όσα ακολούθησαν. Χωρίς τον χώρο, τον τόνο, το γέλιο ή την αμηχανία. Δεκαπέντε δευτερόλεπτα είναι αρκετά. Έχουμε γίνει τόσο βέβαιοι για την ηθική μας ανωτερότητα ώστε δεν χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο για να κρίνουμε μια ολόκληρη ζωή.
Και ας μην κάνουμε το βολικό λάθος να ονομάσουμε όλα αυτά κρατική λογοκρισία. Δεν είναι. Ένα hashtag δεν είναι χειροπέδες. Ένα οργισμένο post δεν είναι φυλακή. Ο Bruce αντιμετώπισε πραγματικούς αστυνομικούς και πραγματικούς δικαστές. Εμείς κατασκευάσαμε κάτι διαφορετικό, και με έναν τρόπο πολύ πιο κομψό: τον άνθρωπο που λογοκρίνει μόνος του τον εαυτό του.
Πριν μιλήσουμε περνάμε τις λέξεις από έναν μικρό εσωτερικό έλεγχο. Ποιος θα θυμώσει; Ποιος θα απομονώσει τη φράση; Πώς θα φαίνεται χωρίς τα συμφραζόμενα; Θα μπορέσει κάποιος να τη βρει το 2035; Ο καλύτερος αστυνομικός δεν είναι αυτός που στέκεται απέναντί σου. Είναι αυτός που κατάφερε να εγκατασταθεί μέσα στο κεφάλι σου.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι ότι φοβόμαστε μήπως δικαστούμε. Είναι πόσο μας αρέσει να δικάζουμε. Υπάρχει μια μικρή απόλαυση στον δημόσιο λιθοβολισμό όταν είσαι βέβαιος ότι κρατάς τη σωστή πέτρα. Ένας άγνωστος είπε κάτι απαράδεκτο. Επιτέλους μια ευκαιρία να αποδείξουμε ότι εμείς είμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν χρειάζεται να καταλάβουμε τι είπε. Αρκεί να δηλώσουμε ότι εμείς δεν θα το λέγαμε ποτέ.
Ο Lenny Bruce δεν είχε πάντα δίκιο. Ευτυχώς. Γιατί η ελευθερία του λόγου δεν χρειάζεται εμάς όταν μιλάει κάποιος που έχει δίκιο. Μας χρειάζεται όταν κάποιος κάνει λάθος, λέει μια ανοησία, αποτυγχάνει, γελοιοποιείται και ζητά το δικαίωμα να επιστρέψει αύριο και να προσπαθήσει ξανά.
Ο Bruce πέθανε πολεμώντας το δικαίωμα του κράτους να αποφασίζει τι επιτρέπεται να ειπωθεί. Εξήντα χρόνια αργότερα κέρδισε. Το κράτος σηκώθηκε από τη θέση του δικαστή και τότε συνέβη το απολύτως ανθρώπινο. Τσακωθήκαμε για το ποιος από εμάς θα καθίσει πρώτος.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.







