Καταγράφουμε περισσότερα από κάθε προηγούμενη γενιά, αλλά έχουμε εμπιστευθεί τη μνήμη μας σε συσκευές, κωδικούς και εταιρείες που δεν μπορούν να υποσχεθούν ότι θα τη διατηρήσουν.
Ένα παλιό κινητό μένει για χρόνια στο κάτω συρτάρι ενός γραφείου. Η οθόνη του είναι ραγισμένη και κανείς δεν θυμάται με βεβαιότητα τον κωδικό, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν το πετάμε. Μέσα του μπορεί να βρίσκονται οι πρώτες φωτογραφίες ενός παιδιού ή το τελευταίο φωνητικό μήνυμα κάποιου που δεν ζει πια. Το τηλέφωνο έχει πάψει να είναι χρήσιμο αλλά έχει γίνει ένα κλειστό δωμάτιο της ζωής μας. Δεν υπήρξε άλλη εποχή που να κατέγραψε τον εαυτό της με τέτοια επιμονή. Φωτογραφίζουμε τα ταξίδια, τους φίλους, τα κατοικίδια, ακόμη και μια απόδειξη που φοβόμαστε ότι θα χάσουμε. Κρατάμε μηνύματα δεκαπέντε ετών και βίντεο που δεν ξαναείδαμε ποτέ. Καθημερινά καταγράφουμε όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Καθημερινά καταγράφουμε όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Και σχεδόν όλα καταλήγουν σε συσκευές που μπορεί να χαλάσουν από μια απλή πτώση.

Το χαρτί κιτρινίζει, η φωτογραφία ξεθωριάζει, η κασέτα αρχίζει να ακούγεται παραμορφωμένη. Η αναλογική φθορά μάς προειδοποιεί. Ένας σκληρός δίσκος μπορεί εξωτερικά να μοιάζει ακέραιος και ο υπολογιστής να μην τον αναγνωρίζει καθόλου. Ένα κινητό μπορεί να επισκευαστεί και να παραμένει απρόσιτο επειδή κανείς δεν θυμάται τον σωστό κωδικό. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να χαθεί η πρόσβαση σε ένα ολόκληρο κομμάτι της ζωής μας. Γύρω από αυτή τη στιγμή πανικού δημιουργήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία. Στα εργαστήρια ανάκτησης δεδομένων φτάνουν υπολογιστές από πλημμυρισμένα σπίτια, καμένοι δίσκοι και κινητά που πέρασαν κάτω από αυτοκίνητα. Οι μηχανικοί ανοίγουν τις συσκευές, αναζητούν συμβατά ανταλλακτικά και προσπαθούν να διαβάσουν ό,τι επέζησε. Στο τέλος ο πελάτης ζητά να επιστρέψει κάτι που δεν μπορεί να ξαναδημιουργηθεί.
Ένας από τους πρωτοπόρους της ανάκτησης δεδομένων, έχει περιγράψει με κυνική ακρίβεια την οικονομία της απώλειας. Όσο έχουμε τα αρχεία μας σχεδόν δεν τα προσέχουμε. Μόλις εξαφανιστούν η αξία τους γίνεται ανυπολόγιστη. Μια παλιά συσκευή μπορεί να μην αξίζει ούτε πενήντα ευρώ, αλλά ο ιδιοκτήτης της να πληρώσει χιλιάδες για τις φωτογραφίες ή το χειρόγραφό του. Αγοράζει την πιθανότητα να επιστρέψει στην τελευταία στιγμή πριν από το λάθος.

Το cloud υποτίθεται ότι μας απάλλαξε από τέτοιους φόβους. Πράγματι, ένα σωστά ρυθμισμένο αντίγραφο μπορεί να σώσει όσα χάθηκαν μαζί με τη συσκευή. Το cloud όμως δεν είναι ένας άφθαρτος τόπος πάνω από τον κόσμο. Τα δεδομένα μας βρίσκονται σε υπολογιστές κάποιας εταιρείας και η πρόσβαση εξαρτάται από λογαριασμούς, κωδικούς, συνδρομές και ρυθμίσεις. Ακόμη και ο συγχρονισμός δεν αποτελεί πάντα αντίγραφο ασφαλείας: αν διαγράψουμε ένα αρχείο, η διαγραφή μπορεί να μεταφερθεί άψογα σε όλες τις συσκευές μας.
Η κρυπτογράφηση προσθέτει ένα ακόμη παράδοξο. Προστατεύει τα δεδομένα μας από εισβολείς, αλλά μπορεί να αποκλείσει και τους ανθρώπους στους οποίους θα θέλαμε κάποτε να τα αφήσουμε. Η οικογένεια ενός νεκρού μπορεί να κληρονομήσει το κινητό του χωρίς να βλέπει τίποτε από όσα περιέχει. Η Apple επιτρέπει τον ορισμό ενός Legacy Contact που αποκτά πρόσβαση σε μέρος των δεδομένων, ενώ η Google διαθέτει αντίστοιχη πρόβλεψη μέσω του Inactive Account Manager. Οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξη αυτών των επιλογών.
Οι προηγούμενες γενιές άφηναν πίσω τους συρτάρια που μπορούσαν να ανοιχτούν. Επιστολές, φωτογραφικά άλμπουμ, σημειωματάρια, μερικές κασέτες. Εμείς κινδυνεύουμε να αφήσουμε κλειδωμένες συσκευές, άγνωστους λογαριασμούς και σκληρούς δίσκους χωρίς καμία ένδειξη για το περιεχόμενό τους. Κάποιος θα κληρονομήσει το αντικείμενο, όχι όμως αναγκαστικά τη ζωή που βρίσκεται μέσα του. Μπορεί να κρατά στα χέρια του τις τελευταίες λέξεις ενός δικού του ανθρώπου και να μην υπάρχει τρόπος να τις ακούσει.

Η ποσότητα δημιουργεί και μια δεύτερη αυταπάτη: επειδή κρατάμε τα πάντα, πιστεύουμε ότι διατηρούμε καλύτερα τη μνήμη μας. Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ είχε λίγες δεκάδες επιλεγμένες φωτογραφίες. Η σημερινή συλλογή μπορεί να περιλαμβάνει σαράντα χιλιάδες εικόνες, αλλά η αφθονία δεν εγγυάται ότι θα βρούμε εκείνη τη μία που αναζητούμε.
Η οργάνωση της ψηφιακής κληρονομιάς θα έπρεπε να θεωρείται πράξη φροντίδας, όπως η τακτοποίηση των σημαντικών εγγράφων ενός σπιτιού. Όχι επειδή κάθε μήνυμα και κάθε φωτογραφία αξίζει να σωθούν, αλλά επειδή χρειάζεται κάποιος να αποφασίσει τι αξίζει να παραμείνει. Διαφορετικά η μνήμη μας θα εξαρτάται από έναν ξεχασμένο κωδικό, μια συνδρομή που έληξε ή την ικανότητα ενός άγνωστου τεχνικού να αναστήσει μια συσκευή.
Κάποια ημέρα θα βγάλουμε από το συρτάρι ένα παλιό κινητό, θα βρούμε τον φορτιστή και θα περιμένουμε να φωτιστεί η οθόνη. Αν παραμείνει μαύρη, δεν θα μας απασχολήσει η απώλεια του τηλεφώνου. Θα σκεφτούμε έναν άνθρωπο, μια εποχή ή μια εκδοχή του εαυτού μας που βρίσκεται ακόμη εκεί μέσα. Και θα πατήσουμε ξανά το κουμπί περιμένοντας από μια εξαντλημένη μπαταρία να μας επιστρέψει έναν άνθρωπο.







