Skip to main content

Λίγες ώρες πριν από την πρώτη αγωνιστική της Super League το γήπεδο μοιάζει αθώο. Οι εξέδρες είναι άδειες, τα δίχτυα ακίνητα και στον πίνακα δεν υπάρχει ακόμη σκορ. Είναι η τελευταία στιγμή της χρονιάς που καμία ομάδα δεν έχει απογοητεύσει κανέναν. Ο καινούργιος εξτρέμ παραμένει η λύση, ο προπονητής διατηρεί ανέπαφο το σχέδιό του και οι διοικήσεις μπορούν ακόμη να επικαλούνται τις καλοκαιρινές υποσχέσεις τους. Όλα αυτά θα αρχίσουν να αμφισβητούνται με την πρώτη λάθος πάσα. Η Super League ξεκινά στις 22 Αυγούστου, αλλά οι ευρωπαϊκοί αγώνες έχουν ήδη αναγκάσει ορισμένες ελληνικές ομάδες να βγουν νωρίτερα από αυτή την ευχάριστη αναμονή. Η Ευρώπη δεν παρακολουθεί μεταγραφικά βίντεο και δεν συγκινείται από τις δηλώσεις περί νέας αρχής. Ο αντίπαλος αγνοεί όσα υποσχέθηκε ο πρόεδρος στους φιλάθλους. Βλέπει απέναντί του μια ομάδα και αναζητά τα σημεία όπου μπορεί να την κερδίσει.

Πίσω από κάθε μεταγραφή που τοποθετεί σήμερα ο φίλαθλος στην οθόνη του βρίσκεται ακόμη η φιγούρα του Bill Σερέτη. Η Φανέλα με το 9 του Παντελή Βούλγαρη, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα, γυρίστηκε το 1988 αλλά μοιάζει να γνωρίζει ήδη τη γλώσσα του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Ο Σερέτης είναι νέος, φτωχός και αρκετά ταλαντούχος ώστε να πιστεύει ότι το παιχνίδι θα τον βγάλει από τη ζωή που του έτυχε. Περνά από τη Θεσσαλονίκη στον Βόλο και από εκεί στην Αθήνα, έχοντας ως μοναδικό κεφάλαιο το ποδοσφαιρικό του ταλέντο.

Για τον ίδιο το ποδόσφαιρο είναι η δυνατότητα να ορίσει τη μοίρα του. Για τους ανθρώπους που εμφανίζονται γύρω του, είναι μια ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιηθεί όσο παραμένει κερδοφόρα. Κανείς δεν χρειάζεται να του πει ψέματα. Αρκεί να χρησιμοποιεί διαφορετικές λέξεις για το ίδιο πράγμα. Εκείνος μιλά για όνειρο, οι υπόλοιποι για προοπτική. Εκείνος βλέπει καριέρα, οι άλλοι μεταπωλητική αξία. Τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, οι σύλλογοι διαθέτουν τμήματα scouting, αναλύσεις δεδομένων και ανθρώπους που υπολογίζουν την πιθανή εξέλιξη ενός ποδοσφαιριστή προτού εκείνος προλάβει να εξελιχθεί ως άνθρωπος. Οι νεαροί παίκτες αποκαλούνται «πρότζεκτ» και «περιουσιακά στοιχεία». Η ορολογία έχει γίνει πιο κομψή, η σχέση εξουσίας ελάχιστα άλλαξε. Ένας τραυματισμός, μια κακή χρονιά ή η αλλαγή προπονητή αρκούν για να μετατρέψουν το μέλλον ενός παιδιού σε λανθασμένη επένδυση. Ο Bill Σερέτης παραμένει η πίσω πλευρά κάθε λαμπερής μεταγραφικής ανακοίνωσης.

Αν ο ποδοσφαιριστής πωλείται ως επένδυση, ο προπονητής παρουσιάζεται συνήθως ως σωτηρία. Στο The Damned United / Καταραμένη Ομάδα, ο Μπράιαν Κλαφ αναλαμβάνει τη Λιντς το 1974 πεπεισμένος ότι η ευφυΐα και η προσωπικότητά του αρκούν για να ελέγξουν έναν ολόκληρο σύλλογο. Ο Μάικλ Σιν τον υποδύεται ως έναν άνθρωπο που καταλαβαίνει το παιχνίδι καλύτερα από τους παίκτες του, αλλά δεν αντιλαμβάνεται εγκαίρως ότι τα αποδυτήρια έχουν δική τους μνήμη. Ο Κλαφ δεν κληρονομεί μόνο μια ομάδα. Κληρονομεί σχέσεις, αφοσίωση, παλιές προσβολές και μια κουλτούρα που δεν σκοπεύει να παραδοθεί επειδή εκείνος μπήκε από την πόρτα. Η ταινία δεν ακολουθεί πιστά τα γεγονότα, αλλά οι 44 ημέρες του Κλαφ στη Λιντς δείχνουν τι συμβαίνει όταν η αυτοπεποίθηση προηγείται της εμπιστοσύνης. Το ελληνικό ποδόσφαιρο αγαπά τους προπονητές που υπόσχονται να αλλάξουν τα πάντα γρήγορα. Κάθε καλοκαίρι ακούμε για πειθαρχία, νοοτροπία και αποκατάσταση της χαμένης ταυτότητας. Στις πρώτες ήττες, ο άνθρωπος που θα έχτιζε μια νέα εποχή καλείται να σώσει την επόμενη Κυριακή. Η εμπιστοσύνη χρειάζεται μήνες για να αποκτηθεί και ενενήντα λεπτά για να χαθεί.

Ο Σερέτης και ο Κλαφ κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου θεωρείται αυτονόητο ότι το ποδόσφαιρο ανήκει στους άνδρες. Το Κάν’ το όπως ο Μπέκαμ αλλάζει τη θέση της κάμερας. Η Τζες, μια έφηβη ινδικής καταγωγής στο Λονδίνο, θέλει να παίξει ποδόσφαιρο, ενώ η οικογένειά της έχει ήδη φανταστεί μια διαφορετική ζωή γι’ αυτήν. Για να κερδίσει μια θέση στην ομάδα πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δικαιούται να θέλει αυτή τη θέση. Η ταινία κυκλοφόρησε το 2002, αλλά η ερώτησή της παραμένει ενοχλητικά επίκαιρη. Στις ελληνικές εξέδρες μια γυναίκα μπορεί ακόμη να αντιμετωπιστεί σαν συνοδός κάποιου άνδρα ή να κληθεί να αποδείξει ότι είναι «αρκετά» φίλαθλος. Ένα κορίτσι που μπαίνει σε ακαδημία δεν αξιολογείται πάντοτε μόνο για το παιχνίδι του· καλείται να εξηγήσει και γιατί βρίσκεται εκεί. Το ποδόσφαιρο δηλώνει ότι απευθύνεται σε όλους, την ώρα που εξακολουθεί να ξεχωρίζει ποιοι θεωρούνται φυσικοί κάτοικοί του και ποιοι επισκέπτες.

Η ανάγκη να ανήκει κάποιος κάπου αποκτά πιο προσωπικό βάρος στο Αναζητώντας Τον Έρικ του Κεν Λόουτς. Ο Έρικ Μπίσοπ ένας ταχυδρόμος στο Μάντσεστερ βλέπει τη ζωή του να διαλύεται μέσα στη μοναξιά, στην απογοήτευση και στις σχέσεις που άφησε να χαθούν. Τότε εμφανίζεται στη φαντασία του ο Ερίκ Καντονά βγαίνοντας σχεδόν από την αφίσα στον τοίχο για να του προσφέρει συμβουλές με τη γνωστή αινιγματική αυτοπεποίθησή του. Ο Καντονά δίνει στην ταινία το χιούμορ της αλλά η πραγματική βοήθεια έρχεται από τους φίλους του Έρικ. Το ποδόσφαιρο τούς έχει προσφέρει μια κοινή γλώσσα, έναν τρόπο να βρίσκονται μαζί χωρίς να χρειάζεται να εξηγούν πολλά. Στον κόσμο του Λόουτς η σχέση με μια ομάδα δεν μετριέται μόνο στις νίκες. Υπάρχει στα παλιά παιχνίδια που θυμούνται, στα αστεία της εξέδρας και στους ανθρώπους που εμφανίζονται όταν η ζωή κάποιου από την παρέα ξεφεύγει από τον έλεγχο. Στο Αναζητώντας τον Έρικ, η επιστροφή στο γήπεδο είναι ένας τρόπος να ξαναβρίσκει κανείς τους φίλους του.

Αν το Αναζητώντας τον Έρικ εξηγεί γιατί επιστρέφει ένας φίλαθλος, Η μεγάλη απόδραση των 11 δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν επιστρέφουν χιλιάδες. Στην ταινία του Τζον Χιούστον, αιχμάλωτοι των Συμμάχων σχηματίζουν μια ποδοσφαιρική ομάδα για να αντιμετωπίσουν μια γερμανική ομάδα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αγώνας έχει οργανωθεί ως προπαγανδιστικό θέαμα. Οι Γερμανοί έχουν το γήπεδο, τη δύναμη και το προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Δεν ελέγχουν αυτό που αρχίζει να συμβαίνει στην εξέδρα. Για λίγη ώρα το πλήθος αρνείται τον ρόλο που του έχει δοθεί. Ο αγώνας παύει να ανήκει σε εκείνους που τον οργάνωσαν. Αυτή η φαντασίωση βρίσκεται πίσω από κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή βραδιά: η πίστη ότι για ενενήντα λεπτά ένας μικρότερος σύλλογος μπορεί να αμφισβητήσει τα χρήματα, το μέγεθος και την καθιερωμένη ιεραρχία. Οι προϋπολογισμοί δεν καταργούνται. Απλώς δεν προλαβαίνουν πάντοτε να επιβληθούν.

Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκοί αγώνες προκαλούν διαφορετική ένταση. Μια ελληνική ομάδα δεν παίζει μόνο για την πρόκριση. Δοκιμάζει όσα ισχυρίζεται ότι είναι απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν γνωρίζει την εγχώρια αφήγηση και δεν έχει λόγο να τη σεβαστεί. Μερικές φορές η πραγματικότητα επιβεβαιώνει τη διαφορά. Άλλοτε, για ένα βράδυ, ο αγώνας ξεφεύγει από τους υπολογισμούς και γίνεται ανάμνηση που επιβιώνει περισσότερο από ολόκληρες σεζόν.

Σε λίγες ώρες οι εξέδρες θα γεμίσουν και το πρώτο λάθος θα δώσει μορφή στην ανησυχία. Οι νέοι παίκτες θα πάψουν να είναι υποσχέσεις, ο προπονητής θα χρειαστεί να πάρει την πρώτη δύσκολη απόφαση και η βαθμολογία θα αρχίσει να περιορίζει όσα μέχρι σήμερα έμοιαζαν πιθανά. Ο φίλαθλος έχει δει αυτή τη διαδρομή πολλές φορές. Παρ’ όλα αυτά, ανεβαίνει ξανά τα ίδια σκαλιά και παίρνει τη θέση του στην εξέδρα. Η νέα σεζόν αρχίζει εκεί: στην απόφαση ενός ανθρώπου που θυμάται όλες τις προηγούμενες απογοητεύσεις και εξακολουθεί να περιμένει κάτι διαφορετικό.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)