Skip to main content

Ο Στέφανος Πατεράκης, η Αιμιλία Χαλκιά και η Άννα Μαρία Σινωπίδου απέσπασαν πλήρεις υποτροφίες. Στη Βοστώνη παίρνουν μαζί τους το λαούτο, το δημοτικό τραγούδι και το καβάλι.

Το καβάλι δεν αφήνει μεγάλο περιθώριο για προσποίηση. Είναι ένας ξύλινος πλαγίαυλος χωρίς επιστόμιο και η απόσταση ανάμεσα στην αναπνοή του μουσικού και στον ήχο παραμένει σχεδόν γυμνή. Η Άννα Μαρία Σινωπίδου το κατάλαβε από νωρίς. Ο τρόπος που φυσά κανείς προδίδει την αμηχανία, την αυτοπεποίθηση, ακόμη και την προσωπική του αισθητική. «Ο αέρας πάντα λέει την αλήθεια», συνηθίζει να λέει. Η Σινωπίδου είναι 21 ετών, κατάγεται από την Κατερίνη και σύντομα θα βρεθεί στη Βοστώνη, με σκοπό να δοκιμάσει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η αλήθεια.

Μαζί της θα ταξιδέψουν δύο ακόμη νέοι μουσικοί, ο 20χρονος Στέφανος Πατεράκης από την Κίσσαμο Χανίων και η 26χρονη Αιμιλία Χαλκιά από τη Θεσσαλονίκη. Οι τρεις τους απέσπασαν πλήρεις υποτροφίες για το τετραετές προπτυχιακό πρόγραμμα του Berklee College of Music, ενός από τα σημαντικότερα ιδρύματα σύγχρονης μουσικής στον κόσμο. Οι υποτροφίες αυτού του ύψους δίνονται σε περιορισμένο αριθμό υποψηφίων, ύστερα από ακρόαση και συνέντευξη. Ο Βασίλης Κώστας, διεθνής λαουτίστας, απόφοιτος του Berklee και δάσκαλός τους, ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι βρίσκονται ανάμεσα στους περίπου 15 ή 16 μουσικούς που έλαβαν φέτος αυτή τη διάκριση.

Ένα λαούτο, μια φωνή και ένα καβάλι δεν είναι τα όργανα που έρχονται πρώτα στον νου όταν κάποιος ακούει τη λέξη Berklee. Η σχολή έχει συνδεθεί με την τζαζ, τη σύγχρονη σύνθεση, την παραγωγή, τη μουσική για τον κινηματογράφο και τις ατέλειωτες διασταυρώσεις ειδών που γεννά η συνύπαρξη σπουδαστών από ολόκληρο τον κόσμο. Η παρουσία των τριών Ελλήνων εκεί δεν αποτελεί κάποια χαριτωμένη παραφωνία. Δείχνει ότι η μουσική παράδοση μπορεί να αποκτήσει διεθνή γλώσσα χωρίς να χρειαστεί πρώτα να απαρνηθεί την προφορά της.

Ο Στέφανος Πατεράκης μεγάλωσε ακούγοντας τα Ριζίτικα και το λαούτο του πατέρα του. Άρχισε να παίζει από την ηλικία των οκτώ ετών, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική δεν παρουσιαζόταν ως μάθημα πολιτιστικής κληρονομιάς. Ήταν μέρος της καθημερινότητας, των πανηγυριών, των χορών και της σχέσης των ανθρώπων με τον τόπο. Αργότερα στράφηκε στη συστηματική μελέτη του στεριανού λαούτου και άρχισε να ερευνά τα εργαλεία της τζαζ και του αυτοσχεδιασμού. Τον ενδιαφέρει η στιγμή κατά την οποία η γνώση σταματά να υπαγορεύει τι πρέπει να παιχτεί και δίνει χώρο στη φαντασία.

Στέφανος Πατεράκης

Η Αιμιλία Χαλκιά έφτασε στο δημοτικό τραγούδι χωρίς οικογενειακή προϋπηρεσία στα πανηγύρια. Το γνώρισε μέσα από τις σπουδές της στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και βρήκε στη φωνή ένα όργανο με δυνατότητες που δεν εξαντλούνται σε μία περιοχή ή σε ένα ρεπερτόριο. Θέλει να μάθει από μουσικούς με διαφορετικές εμπειρίες, να δημιουργήσει μαζί τους και να επιστρέψει κάποτε στην Ελλάδα έχοντας προσθέσει κάτι δικό της σε όσα παρέλαβε. Η επιθυμία της να φύγει δεν μοιάζει με απόρριψη του τόπου. Μοιάζει περισσότερο με ανάγκη να τον κοιτάξει από μεγαλύτερη απόσταση.

Αιμιλία Χαλκιά

Η Άννα Μαρία Σινωπίδου άκουσε καβάλι σε μια συναυλία του Μουσικού Σχολείου Κατερίνης, παιγμένο από την καθηγήτριά της Στέλλα Καμπουρίδου. Μέχρι τότε έπαιζε φλογέρα και αγαπούσε τους παραδοσιακούς χορούς. Ο ήχος του καβαλιού άλλαξε την κατεύθυνσή της. Στην Ελλάδα οι επαγγελματίες μουσικοί που διαθέτουν πιστοποιημένες σπουδές στο συγκεκριμένο όργανο είναι, κατά την εκτίμησή της, ελάχιστοι. Η ίδια θέλει να το βγάλει από αυτόν τον μικρό κύκλο, να το φέρει στη δισκογραφία και στις διεθνείς σκηνές, να κάνει περισσότερα παιδιά να αναρωτηθούν τι είναι αυτός ο παράξενος, ανοιχτός ήχος που μοιάζει να κουβαλά τον άνεμο μέσα του.

Οι διαδρομές τους διαφέρουν αλλά και οι τρεις αντιμετωπίζουν την παραδοσιακή μουσική με μια ελευθερία που παλαιότερες γενιές συχνά φοβούνταν. Δεν τους απασχολεί μόνο η πιστή διατήρησή της. Θέλουν να μάθουν τι μπορεί ακόμη να γεννήσει. Για χρόνια η συζήτηση γύρω από την παράδοση παγιδεύτηκε ανάμεσα σε δύο εξίσου φτωχές επιλογές: την αποστείρωση του μουσείου και την εύκολη εμπορική διασκευή. Στη μία περίπτωση το τραγούδι προστατεύεται τόσο πολύ ώστε παύει να ζει. Στην άλλη κρατά λίγα αναγνωρίσιμα στοιχεία, αρκετά για να πουληθεί ως τοπικό χρώμα. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές υπάρχει η επίμονη εργασία του μουσικού. Η τεχνική, η γνώση του παλιού ρεπερτορίου, η επανάληψη, το λάθος και η προσωπική ακρόαση. Κανένα όργανο δεν διασώζεται επειδή τοποθετήθηκε σε μια προθήκη ή εμφανίστηκε για λίγα λεπτά σε μια εθνική γιορτή. Συνεχίζει να υπάρχει όταν ένας νέος άνθρωπος αποφασίζει να αφιερώσει χρόνια για να μάθει πώς ακριβώς πρέπει να το κρατήσει, πού να πάρει ανάσα και, τελικά, πώς να το κάνει να ακούγεται δικό του.

Η κοινή αφετηρία των τριών μουσικών ήταν το Επίλεκτο Ηπειρωτικό Ensemble, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και η ορχήστρα που δημιούργησε ο Βασίλης Κώστας για τη μελέτη της ηπειρώτικης και της στεριανής μουσικής. Περίπου τριάντα νέοι ταξίδευαν κάθε εβδομάδα στα Ιωάννινα από την Κομοτηνή, τις Σέρρες, την Αθήνα, την Πάτρα, τα Τρίκαλα και τη Λάρισα για να συμμετέχουν στα μαθήματα. Με την υποστήριξη της Ιεράς Μητρόπολης Ιωαννίνων, ο Πατεράκης, η Χαλκιά και η Σινωπίδου μπόρεσαν να παρακολουθήσουν θερινά προγράμματα του Berklee στη Βοστώνη και στην Περούτζια. Εκεί η πιθανότητα μιας μελλοντικής φοίτησης έπαψε να είναι αφηρημένο όνειρο. Ο Κώστας γνωρίζει πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία. Όταν κέρδισε τη δική του υποτροφία, η οικογένειά του δεν είχε τα χρήματα ούτε για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι στην Αμερική. Ο πατέρας του αναζητούσε κάποιο μικρό κονδύλι που θα επέτρεπε στον γιο του να φτάσει μέχρι τη Βοστώνη. Η βοήθεια δεν ερχόταν από πουθενά. Ο Κώστας τα κατάφερε τελικά σε ηλικία 22 ετών και αποφάσισε ότι, αν αποκτούσε κάποτε τη δυνατότητα, θα άνοιγε έναν πιο βατό δρόμο για τους επόμενους. Σήμερα βλέπει στους τρεις μουσικούς κάτι από τον νεότερο εαυτό του, με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν χρειάζεται να ξεκινήσουν εντελώς μόνοι.

Η λεπτομέρεια αυτή αποκαλύπτει όσα συνήθως εξαφανίζονται πίσω από μια ιστορία επιτυχίας. Το ταλέντο χρειάζεται κάποιον να το αναγνωρίσει πριν γίνει προφανές σε όλους. Χρειάζεται δασκάλους, χρόνο, χρήματα για μετακινήσεις, έναν χώρο όπου η μελέτη θα αντιμετωπιστεί σοβαρά. Η Ελλάδα αγαπά τα παραδοσιακά της όργανα ως σύμβολα, αλλά παραμένει πολύ λιγότερο γενναιόδωρη με τους ανθρώπους που αποφασίζουν να αφιερώσουν τη ζωή τους σε αυτά. Οι υποτροφίες στο Berklee αποτελούν προσωπικό επίτευγμα των τριών μουσικών. Φωτίζουν όμως και την αξία ενός μικρού δικτύου ανθρώπων που εργάστηκε για να μην πάει χαμένη η προσπάθειά τους.

Στη Βοστώνη θα συναντήσουν εκατοντάδες μουσικές καταγωγές. Θα παίξουν δίπλα σε ανθρώπους που μεγάλωσαν με άλλες κλίμακες, άλλους ρυθμούς και διαφορετικές αντιλήψεις για τον αυτοσχεδιασμό. Κάποια από όσα θεωρούν σήμερα αυτονόητα θα αμφισβητηθούν. Άλλα θα αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία ακριβώς επειδή θα χρειαστεί να τα εξηγήσουν σε κάποιον που δεν έχει βρεθεί ποτέ σε κρητικό πανηγύρι, δεν έχει ακούσει ηπειρώτικο μοιρολόι και πιθανότατα βλέπει για πρώτη φορά καβάλι. Η παράδοση δεν χάνει την αλήθεια της μέσα σε αυτή τη συνάντηση. Αποκαλύπτει πόση αλήθεια διαθέτει. Σε λίγους μήνες, μια 21χρονη από την Κατερίνη θα φυσήξει στο καβάλι της μέσα σε μια αίθουσα του Berklee. Ο ήχος θα κουβαλά όσα έμαθε, αλλά θα έχει περάσει από τη δική της αναπνοή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η συνέχεια μιας μουσικής: στη στιγμή που ένας νέος άνθρωπος τη γνωρίζει αρκετά καλά ώστε να βρει μέσα της τη δική του φωνή.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)