Skip to main content

Στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας στη λεωφόρο Νικίτσκι, στο κέντρο της Μόσχας, υπήρχε για χρόνια ένα διαμέρισμα που θα μπορούσε να αποτελεί σκηνικό μυθιστορήματος. Πίσω από εκείνη την πόρτα σε ένα διαμέρισμα τριών δωματίων, η ιστορικός τέχνης Νίνα Μόλεβα και ο σύζυγός της ζωγράφος Έλι Μπελιούτιν, είχαν συγκεντρώσει περίπου χίλια αντικείμενα. Ανάμεσά τους βρίσκονταν περισσότερα από διακόσια έργα ζωγραφικής, γλυπτά, εικόνες, έπιπλα και σχέδια. Το ζευγάρι απέδιδε τα σημαντικότερα κομμάτια σε ονόματα που θα αρκούσαν για να γεμίσουν μια πτέρυγα οποιουδήποτε μεγάλου μουσείου: Λεονάρντο ντα Βίντσι, Μικελάντζελο, Ρέμπραντ, Ρούμπενς, Βελάσκεθ, Τιτσιάνο, Κράναχ. Περισσότερα από χίλια αντικείμενα συνολικά και μια υποτιθέμενη αξία που κάποια στιγμή έφτασε τα δύο δισεκατομμύρια δολάρια.

Η προέλευση της συλλογής ακουγόταν σαν ιστορικό μυθιστόρημα γραμμένο ειδικά για τη ρωσική ψυχή. Ο παππούς του Μπελιούτιν, Ιβάν Γκρινιόφ, παρουσιαζόταν ως σκηνογράφος των αυτοκρατορικών θεάτρων, ο οποίος ταξίδευε στην Ευρώπη και αγόραζε έργα τέχνης από τη δεκαετία του 1870. Όταν ξέσπασε η επανάσταση τύλιξε τους πίνακες και τους έκρυψε σε μια κατασκευασμένη σοφίτα, λίγο πριν οι Μπολσεβίκοι επιτάξουν το διαμέρισμά του. Οι δεκάδες ένοικοι που πέρασαν από το κτίριο δεν ανακάλυψαν ποτέ τίποτα. Το 1968, όταν η Μόλεβα και ο Μπελιούτιν απέκτησαν ξανά το δικαίωμα να κατοικήσουν σε μέρος του παλιού σπιτιού, οι Ρούμπενς και οι Βελάσκεθ τους περίμεναν εκεί ανέγγιχτοι από επανάσταση, πόλεμο και σοβιετική κοινοχρησία.

Το πρόβλημα με τις υπέροχες ιστορίες είναι ότι συχνά καταρρέουν μόλις κάποιος αρχίσει να ελέγχει τις ημερομηνίες. Δημοσιογράφοι και ιστορικοί δεν βρήκαν στοιχεία που να συνδέουν τον Γκρινιόφ με τα αυτοκρατορικά θέατρα ή με τους γνωστούς συλλέκτες της εποχής. Οι συγγενικές σχέσεις, τα επαγγέλματα και οι κοινωνικοί τίτλοι των προγόνων άλλαζαν από αφήγηση σε αφήγηση. Ο σκηνογράφος γινόταν διευθυντής θεάτρου, οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης αποκτούσαν αριστοκρατική καταγωγή και οι οικογενειακές γνωριμίες μετατρέπονταν σταδιακά σε δεσμούς αίματος. Οι αμφιβολίες δεν έμειναν κρυμμένες σε κάποιον κλειστό κύκλο ειδικών. Το Μουσείο Πούσκιν είχε αρνηθεί να παραλάβει τη συλλογή, κρίνοντας ότι τα μεγάλα ονόματα που επικαλούνταν οι ιδιοκτήτες της δεν ανταποκρίνονταν στα έργα. Η δημοσιογράφος Αλά Σεβέλκινα, η οποία επισκέφθηκε δύο φορές το ζευγάρι, διαπίστωσε ότι η ιστορία της προέλευσης άλλαζε από τη μία συνάντηση στην άλλη. Ο Γάλλος ειδικός Ερίκ Τουρκέν, που είχε δει τους πίνακες στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αναγνώρισε ενδιαφέρον σε μέρος της θρησκευτικής ζωγραφικής, αλλά χαρακτήρισε υπερβολικές αρκετές από τις αποδόσεις. Η περίφημη εκτίμηση των δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία η Μόλεβα απέδιδε στο παρισινό Hôtel Drouot, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Το ρωσικό κράτος πάντως συμπεριφέρθηκε σαν να είχε μπροστά του το Ερμιτάζ στριμωγμένο σε ένα διαμέρισμα με γάτες.

Μετά τον θάνατο του Μπελιούτιν το 2012, η Μόλεβα ανακοίνωσε ότι άφηνε τη συλλογή στο ρωσικό κράτος «στο πρόσωπο του προέδρου του». Η διατύπωση δεν σήμαινε ακριβώς ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα μπορούσε να πάρει έναν Μικελάντζελο και να τον κρεμάσει στο σαλόνι του. Νομικά ήταν προβληματική αλλά πολιτικά λειτουργούσε θαυμάσια. Το Κρεμλίνο είχε πλέον τοποθετηθεί στο κέντρο της ιστορίας. Αξιωματούχοι επισκέφθηκαν το διαμέρισμα, η αστυνομική φύλαξη συνεχίστηκε και η κρατική τηλεόραση παρουσίαζε τη Μόλεβα να δείχνει προς έναν πίνακα και να τον αναγγέλλει ως Ρέμπραντ. Σε έναν άλλον αναγνώριζε τον νεαρό Μικελάντζελο. Υπήρχε και δεύτερος Μικελάντζελο λίγο πιο πέρα σχεδόν σαν να επρόκειτο για οικογενειακές φωτογραφίες. Εκεί βρίσκεται η πιο αποκαλυπτική πλευρά της ιστορίας. Η συλλογή δεν απέκτησε κύρος από την επιστημονική εξέταση αλλά από το ενδιαφέρον της εξουσίας. Η παρουσία των αστυνομικών έγινε απόδειξη αυθεντικότητας. Αν οι πίνακες ήταν πλαστοί σκεφτόταν ο κόσμος, γιατί να τους φυλάει το κράτος; Η ίδια η λογική του έμοιαζε να επιβεβαιώνει διαρκώς τον εαυτό της. Το Κρεμλίνο τους προστάτευε επειδή ήταν πολύτιμοι και θεωρούνταν πολύτιμοι επειδή τους προστάτευε το Κρεμλίνο.

Η Μόλεβα πέθανε τον Φεβρουάριο του 2024 σε ηλικία 98 ετών και η συλλογή πέρασε τελικά στον έλεγχο του κράτους. Η πραγματική εξέταση άρχισε όταν η μυθολογία είχε ήδη εξασφαλίσει αστυνομικούς, τηλεοπτικό χρόνο και προεδρικό ενδιαφέρον. Τα πρώτα συμπεράσματα είναι αμείλικτα. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ρωσικής έκδοσης του The Art Newspaper, οι ειδικοί δεν έχουν εντοπίσει αυθεντικά έργα της Αναγέννησης ή του Μπαρόκ. Τα περισσότερα αντικείμενα φαίνεται να είναι μεταγενέστερα αντίγραφα, κυρίως του 19ου αιώνα, ή παλαιότερα έργα που έχουν υποστεί τόσο εκτεταμένες επεμβάσεις ώστε η αρχική τους μορφή δύσκολα διακρίνεται. Η καλλιτεχνική τους ποιότητα περιγράφεται ως μέτρια. Η «Μαντόνα με το βιβλίο» δεν είναι Λεονάρντο και η «Πώληση των πρωτοτοκίων» δεν είναι Ρέμπραντ.

Ο χρόνος είχε προσθέσει τη δική του υπογραφή. Μούχλα, έντομα και ακατάλληλες συνθήκες φύλαξης είχαν προκαλέσει σοβαρές φθορές. Σε ορισμένα αντικείμενα, σύμφωνα με ανθρώπους που συμμετείχαν στην εξέταση, υπήρχαν ακόμη υπολείμματα νεκρών κατσαρίδων. Το κράτος που είχε φοβηθεί τις σωληνώσεις του επάνω διαμερίσματος παραλάμβανε τώρα έναν θησαυρό τον οποίο είχαν ήδη προκαλέσει φθορές η υγρασία και τα έντομα. Δεν σημαίνει ότι όλα τα αντικείμενα στερούνται αξίας. Κάποια γλυπτά ή παλαιότερα έργα μπορεί να αποδειχθούν αυθεντικά, αν και όχι έργα των δημιουργών στους οποίους αποδίδονταν. Αυτό δημιουργεί ένα ακόμη πιο άβολο ερώτημα: από πού προήλθαν; Εδώ και χρόνια κυκλοφορεί η θεωρία ότι μέρος της συλλογής μπορεί να έφθασε στη Σοβιετική Ένωση από την Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν αποδειχθεί η ιστορία θα πάψει να είναι αστεία. Τα ελάχιστα αυθεντικά αντικείμενα μπορεί να δημιουργήσουν μεγαλύτερο πρόβλημα από τα εκατοντάδες αντίγραφα.

Η Μόλεβα και ο Μπελιούτιν δεν χρειάστηκε να ξεγελάσουν ολόκληρο τον κόσμο της τέχνης. Χρειάστηκε να πείσουν μόνο έναν μηχανισμό εξουσίας που αναγνωρίζει ευκολότερα το μεγαλείο από την αμφιβολία. Μια χαμένη αυτοκρατορική συλλογή, κρυμμένη από τους Μπολσεβίκους και παραδομένη τελικά στον πρόεδρο της Ρωσίας, ήταν μια ιστορία υπερβολικά κολακευτική για να υποβληθεί σε πεζό έλεγχο αυθεντικότητας. Ένα αυταρχικό σύστημα δεν κατασκευάζει μόνο ψέματα για τους υπηκόους του. Μαθαίνει και το ίδιο να κατοικεί μέσα στις ιστορίες που παράγει. Οι άνθρωποι γύρω από την εξουσία καταλαβαίνουν ποια αφήγηση επιβραβεύεται, ποια αμφιβολία ενοχλεί και ποια φαντασίωση μπορεί να αποκτήσει κρατική φρουρά. Στο τέλος, το σύστημα χάνει την ικανότητα να ξεχωρίζει όσα είναι αληθινά από όσα ταιριάζουν στην εικόνα που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του.

Η Μόλεβα και ο Μπελιούτιν πέρασαν δεκαετίες χτίζοντας έναν κόσμο στον οποίο οι πρόγονοί τους ήταν σπουδαιότεροι, οι πίνακές τους πολυτιμότεροι και η οικογενειακή τους ιστορία μεγαλοπρεπέστερη από ό,τι μπορούσαν να αποδείξουν τα αρχεία. Τελικά συνάντησαν ένα κράτος που καταλάβαινε πολύ καλά τη δύναμη μιας μεγάλης αφήγησης. Και για λίγο, δύο διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας βρήκαν η μία στην άλλη αυτό που χρειάζονταν.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)