Το ταξίδι του στο Αιγαίο, η σοφία της ανώνυμης νησιωτικής κατοικίας και η επιρροή που άσκησαν το φως, η ανθρώπινη κλίμακα και το τοπίο στην αρχιτεκτονική του.
Όταν ο Le Corbusier έφτασε στις Κυκλάδες το καλοκαίρι του 1933, δεν ήταν ένας νέος αρχιτέκτονας που αναζητούσε το προσωπικό του ύφος. Ήταν ήδη ο πιο επιδραστικός ταραξίας της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, ο άνθρωπος που είχε ανακηρύξει το σπίτι «μηχανή για να κατοικείς» και είχε μετατρέψει τη Villa Savoye σε μανιφέστο του μοντέρνου κινήματος. Στα νησιά όμως βρέθηκε μπροστά σε ένα παράδοξο: όλα όσα η πρωτοπορία παρουσίαζε ως ρήξη με το παρελθόν υπήρχαν ήδη, χωρίς θεωρία και χωρίς υπογραφή, στα σπίτια ανθρώπων που έχτιζαν για να αντέξουν τον ήλιο, τον άνεμο και την έλλειψη υλικών.
Η εύκολη εκδοχή αυτής της ιστορίας λέει ότι ο Le Corbusier είδε τα λευκά κυβικά σπίτια των Κυκλάδων και τα μετέφερε στην αρχιτεκτονική του. Είναι μια ωραία εικόνα, αλλά η χρονολογία τη διαψεύδει. Η Villa Savoye είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί μεταξύ 1928 και 1931, πριν από το κυκλαδίτικο ταξίδι. Τα νησιά δεν του έδωσαν από την αρχή το λεξιλόγιο του λευκού όγκου, του δώματος και της γεωμετρικής καθαρότητας. Του αποκάλυψαν ότι αυτό το λεξιλόγιο είχε ήδη δοκιμαστεί επί αιώνες από την ίδια τη ζωή.

Η πρώτη ουσιαστική συνάντηση του Le Corbusier με την Ελλάδα είχε γίνει το 1911, στο περίφημο Ταξίδι στην Ανατολή. Τότε επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και την Αθήνα, σχεδιάζοντας και φωτογραφίζοντας με την εμμονή ενός ανθρώπου που γνώριζε ότι θα χρησιμοποιούσε αυτές τις εικόνες πολύ αργότερα. Η Ακρόπολη τον συγκλόνισε. Δεν την αντιμετώπισε ως σχολικό μάθημα κλασικής τελειότητας, αλλά ως μια αρχιτεκτονική εμπειρία κίνησης, αναμονής, φωτός και διαδοχικών θεάσεων. Ο Παρθενώνας δεν ήταν γι’ αυτόν ένα ακίνητο μνημείο. Ήταν ένα κτίριο που άλλαζε καθώς το πλησίαζες.
Δύο δεκαετίες αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα για το τέταρτο συνέδριο των Διεθνών Συνεδρίων Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, του κινήματος που επιχειρούσε να διαμορφώσει τις αρχές της σύγχρονης πόλης. Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε πάνω στο πλοίο Πατρίς ΙΙ, στη διαδρομή Μασσαλία–Αθήνα–Μασσαλία, από τις 29 Ιουλίου έως τις 14 Αυγούστου 1933, και θα συνδεόταν αργότερα με τη διαμόρφωση της περίφημης Χάρτας των Αθηνών. Η παραμονή στην Αθήνα και η περιήγηση στο Αιγαίο έδωσαν στους συνέδρους τη δυνατότητα να μελετήσουν από κοντά το ελληνικό αστικό και αγροτικό τοπίο. Για τον Le Corbusier αυτή ήταν η στιγμή που τα κυκλαδίτικα χωριά μπήκαν καθαρά στο αρχιτεκτονικό του βλέμμα.

Οι διαδρομές του περιλάμβαναν τη Δήλο, τη Μύκονο, τη Σαντορίνη, τη Σίφνο και τη Σέριφο. Εκεί δεν συνάντησε μια αρχιτεκτονική που προσπαθούσε να δείχνει απλή. Συνάντησε μια αρχιτεκτονική που είχε γίνει απλή επειδή δεν μπορούσε να είναι τίποτε περιττό. Οι επίπεδες στέγες συνέλεγαν το λιγοστό νερό. Οι χοντροί τοίχοι περιόριζαν τη θερμότητα. Τα μικρά ανοίγματα προστάτευαν από τον ήλιο και τους ανέμους. Οι όγκοι προσαρμόζονταν στις κλίσεις του εδάφους και τα σπίτια ενώνονταν μεταξύ τους, δημιουργώντας στενούς δρόμους, περάσματα, αυλές και σκιερές εσοχές.
Αυτή ήταν η πραγματική νεωτερικότητα των Κυκλάδων. Δεν προέκυψε από αισθητική επιλογή αλλά από ανάγκη. Ο Le Corbusier αναγνώρισε στα νησιωτικά σπίτια την οικονομία των μέσων, την καθαρότητα της κατασκευής και μια αναλογία προσαρμοσμένη στο ανθρώπινο σώμα. «Εδώ η αρμονία. Εδώ η ανθρώπινη κλίμακα», έγραψε για τα ελληνικά χωριά. Στην ανώνυμη κατοικία βρήκε κάτι που οι μοντερνιστές αναζητούσαν μέσα σε σχέδια, διακηρύξεις και διεθνή συνέδρια: έναν χώρο όπου η λειτουργία, η μορφή και το περιβάλλον δεν είχαν ακόμη χωριστεί σε διαφορετικά προβλήματα.

Το φως ήταν το σημαντικότερο μάθημα. Στις Κυκλάδες δεν φωτίζει απλώς τα κτίρια. Τα κατασκευάζει οπτικά. Πάνω στον λευκό σοβά, ακόμη και η μικρότερη προεξοχή παράγει σκιά και αποκτά βάθος. Ένας τοίχος μεταβάλλεται μέσα στην ημέρα, ένα στενό σκοτεινιάζει απότομα, ένα ξωκλήσι ξεχωρίζει από τον βράχο σαν συμπαγές γλυπτό. Η γνωστή φράση του Le Corbusier για την αρχιτεκτονική ως παιχνίδι όγκων κάτω από το φως αποκτά εδώ τη φυσική της καταγωγή. Στο Αιγαίο το φως δεν αποτελεί διακόσμηση. Είναι υλικό.
Η επιρροή αυτή διακρίνεται περισσότερο ως τρόπος σκέψης παρά ως μορφολογική αντιγραφή. Στη μεταπολεμική Unité d’Habitation της Μασσαλίας, οι κατοικίες συγκεντρώνονται σε έναν μεγάλο οργανισμό με εσωτερικούς «δρόμους», κοινόχρηστες λειτουργίες και μια ολόκληρη δημόσια ζωή πάνω στο δώμα. Η κλίμακα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη ενός κυκλαδίτικου οικισμού, αλλά η βασική ιδέα παρουσιάζει μια συγγένεια: η κατοικία δεν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένο αντικείμενο. Γίνεται κύτταρο μιας κοινότητας, με τον ήλιο, τον αέρα και τη συλλογική ζωή να συμμετέχουν στον σχεδιασμό.

Στη Notre-Dame du Haut στο Ronchamp η σχέση γίνεται πιο αισθησιακή. Οι παχιοί λευκοί τοίχοι, τα ακανόνιστα ανοίγματα, οι καμπύλες και ο τρόπος με τον οποίο το κτίριο κάθεται πάνω στον λόφο θυμίζουν τη γλυπτικότητα των κυκλαδίτικων ξωκλησιών. Το λιγοστό φως εισέρχεται από βαθιές οπές και διακόπτει το σκοτεινό εσωτερικό, όπως συμβαίνει σε μικρές νησιωτικές εκκλησίες. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε τη Ronchamp αποκλειστικά στις Κυκλάδες. Η σχετική έρευνα φέρνει δίπλα στη Ronchamp τη Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό και τον Προφήτη Ηλία στο Ημεροβίγλι, ενώ συγκρίνει τις καμπύλες χαράξεις της με εκείνες του Πύργου της Σαντορίνης. Δεν χρειάζεται να δεχτούμε αυτές τις αντιστοιχίες ως μηχανική σχέση «προτύπου και αντιγράφου». Είναι περισσότερο μια συγγένεια τρόπου σκέψης: περιορισμένα υλικά, ένταξη στο τοπίο, μικρά ανοίγματα που λειτουργούν ως φίλτρα φωτός, τοίχος που αποκτά γλυπτική υπόσταση και μια αρχιτεκτονική που επιτρέπει στον επισκέπτη να την ανακαλύπτει κινούμενος γύρω και μέσα της. Η κυκλαδίτικη εμπειρία όμως τον είχε βοηθήσει να καταλάβει ότι η λιτότητα δεν χρειάζεται να είναι ψυχρή και ότι ένας απλός τοίχος μπορεί να μεταφέρει συγκίνηση.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει αργότερα στη Sainte-Marie de La Tourette. Η έρευνα αναγνωρίζει συγγένειες με την περίκλειστη λογική κυκλαδίτικων οχυρωμένων οικισμών, ακόμη και με το Κάστρο της Αντιπάρου: μικρά ανοίγματα, εσωτερικός πυρήνας, λιτότητα υλικών, προσαρμογή στο έδαφος. Στο εσωτερικό τα περίφημα «κανόνια φωτός» μετατρέπουν ξανά το φως σε ελεγχόμενο αρχιτεκτονικό υλικό, όπως το περιορισμένο άνοιγμα ενός αιγαιοπελαγίτικου ξωκλησιού μετατρέπει τον δυνατό μεσογειακό ήλιο σε εσωτερικό ημίφως.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη Ελλάδα στον Le Corbusier, λιγότερο προφανής από το λευκό και το φως. Είναι η Ελλάδα του μύθου.
Καθοριστικός μεσολαβητής υπήρξε ο Christian Zervos, ο Κεφαλονίτης τεχνοκριτικός και ιδρυτής του παρισινού Cahiers d’Art, που έφερε την ευρωπαϊκή πρωτοπορία σε επαφή με την προϊστορική κυκλαδική τέχνη. Πίσω από τον υποτιθέμενα αυστηρό ορθολογιστή υπήρχε ένας δημιουργός γοητευμένος από το αρχαϊκό, το διονυσιακό και το μυστηριακό. Οι ράμπες, οι ελικοειδείς πορείες και οι χώροι που αποκαλύπτονται σταδιακά δεν είναι μόνο λύσεις κυκλοφορίας. Κρύβουν την ιδέα ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να βιώνεται ως διαδρομή.

Η Αριάδνη, ο Μινώταυρος, ο λαβύρινθος και ο ταύρος εμφανίζονται επί δεκαετίες στη ζωγραφική, στη γλυπτική και τελικά στην αρχιτεκτονική φαντασία του. Η Νάξος βρίσκεται στο κέντρο αυτής της προσωπικής μυθολογίας ως ο τόπος όπου, σύμφωνα με τον μύθο, εγκαταλείπεται η Αριάδνη και συναντά τον Διόνυσο. Ο Alessandro Fonti δείχνει ότι η μινωική και κρητική μυθολογία δεν υπήρξε για τον Le Corbusier μια περιφερειακή πολιτιστική αναφορά. Το «σημείο του ταύρου» και ο λαβύρινθος διατρέχουν μεγάλο μέρος του εικαστικού και αρχιτεκτονικού του κόσμου. Αυτό έχει σημασία επειδή διορθώνει τη βολική εικόνα ενός Le Corbusier που είδε στην Ελλάδα μόνο λευκούς κύβους και τέλεια γεωμετρία. Η Ελλάδα που τον ενδιέφερε ήταν ταυτόχρονα απολλώνια και διονυσιακή. Ο Fonti σημειώνει ότι στο ταξίδι του 1933 ο Le Corbusier ανακάλυπτε την Ελλάδα όχι ως παγωμένο νεοκλασικό ιδεώδες αλλά ως έναν ζωντανό, πολύχρωμο και σχεδόν «ακουστικό» κόσμο.
Η κληρονομιά αυτής της συνάντησης παραμένει ειρωνικά επίκαιρη. Η σύγχρονη τουριστική αρχιτεκτονική των Κυκλάδων αντιγράφει συχνά το λευκό χρώμα, τις καμπύλες και τους κυβικούς όγκους, ενώ εγκαταλείπει όσα έκαναν αυτά τα σπίτια πραγματικά μοντέρνα: την οικονομία, τη σκιά, τον φυσικό αερισμό, τη συγκράτηση του νερού και τον σεβασμό στην κλίμακα του τοπίου. Πολυτελείς βίλες εκσκάπτουν ολόκληρες πλαγιές για να μοιάσουν εκ των υστέρων «ενταγμένες» στη φύση. Πισίνες κρέμονται πάνω από ένα πέλαγος που περιβάλλει νησιά με μόνιμο πρόβλημα λειψυδρίας.
Ο Le Corbusier δεν είδε στις Κυκλάδες ένα ακόμη στιλ. Είδε την απόδειξη ότι η αρχιτεκτονική μπορεί να είναι ριζοσπαστική όταν απαντά με ακρίβεια στον τόπο και στις ανάγκες των ανθρώπων. Το μέλλον που αναζητούσε η Ευρώπη βρισκόταν ήδη εκεί, χτισμένο από ανώνυμους τεχνίτες. Το δύσκολο μάθημα δεν ήταν πώς να αντιγράψεις τη μορφή του. Ήταν πώς να κατακτήσεις ξανά τη σοφία που τη δημιούργησε.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







