Skip to main content

Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου 1988, η Ελπίδα Αρτέμη άνοιξε με το κλειδί της τη μονοκατοικία της οδού Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Βρήκε τον αδελφό της νεκρό, στραγγαλισμένο, στο υπνοδωμάτιό του. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν 60 ετών. Ο ακριβής χρόνος του θανάτου τοποθετήθηκε νωρίτερα, πιθανότατα στις 25 Αυγούστου. Τριάντα οκτώ χρόνια από την ημέρα που βρέθηκε δολοφονημένος ο δράστης δεν εντοπίστηκε ποτέ. Οι εφημερίδες βυθίστηκαν στις λεπτομέρειες της νυχτερινής ζωής του, στη σεξουαλικότητά του, στα πρόσωπα που έμπαιναν στο σπίτι, σε ό,τι μπορούσε να μετατρέψει έναν φόνο σε θέαμα. Το ρεπορτάζ έψαχνε στον τρόπο που ζούσε, την αιτία του τρόπου που πέθανε. Η παλιά κοινωνική προκατάληψη φόρεσε τα ρούχα της αστυνομικής έρευνας και η δημόσια εικόνα του Ταχτσή έμεινε για χρόνια παγιδευμένη ανάμεσα στην κλειδαρότρυπα και στον ανεξιχνίαστο φάκελο.

Αυτό είναι το πρώτο χρέος κάθε επιστροφής στον Κώστα Ταχτσή: να μην τον παραδώσει άλλη μία φορά στη δολοφονία του. Η ζωή του είχε ρήξεις, επιθυμίες, μεταμφιέσεις, κινδύνους και αντιφάσεις. Δεν χρειάζεται να εξαγνιστεί για να γίνει αποδεκτή ούτε να χρησιμοποιηθεί ως πρόχειρη εξήγηση για τη βία που υπέστη. Το θύμα δεν γράφει μόνο του το άλλοθι του δολοφόνου του. Η μεγαλύτερη πρόκληση του Ταχτσή δεν ήταν ο τρόπος που ζούσε τη νύχτα. Ήταν ο τρόπος που έκανε τη γλώσσα της ημέρας λογοτεχνία. Το Τρίτο στεφάνι που τύπωσε τον Δεκέμβριο του 1962 με δικά του έξοδα, πήρε τις κουβέντες της αυλής και της κουζίνας, τους οικογενειακούς καβγάδες, τις ευχές, τις κατάρες, τις μικρές κακίες και τις μεγάλες αντοχές και τα έβαλε στο κέντρο της ελληνικής πεζογραφίας. Εκεί όπου η επίσημη Ιστορία έβλεπε ημερομηνίες, στρατούς και καθεστώτα, ο Ταχτσής άκουγε τι έλεγαν οι άνθρωποι όταν έκλεινε η πόρτα του σπιτιού.

Η Νίνα και η Εκάβη αφηγούνται τον εαυτό τους, όμως μέσα από τις φωνές τους περνούν δεκαετίες ελληνικής ζωής: η Μικρασιατική Καταστροφή, οι δικτατορίες, η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, ο Εμφύλιος, η μετεμφυλιακή ασφυξία. Τα μεγάλα γεγονότα δεν εμφανίζονται σε βάθρο. Μπαίνουν στο σπίτι, αδειάζουν το τραπέζι, αλλάζουν έναν γάμο, εξαφανίζουν ένα παιδί, αναγκάζουν μια γυναίκα να ξαναρχίσει από την αρχή. Η Ιστορία παύει να είναι το φόντο και γίνεται λογαριασμός που φτάνει πάντα στους ίδιους ανθρώπους.

Η επιλογή δύο γυναικείων φωνών από έναν άνδρα συγγραφέα δεν ήταν τέχνασμα εντυπωσιασμού. Ο Ταχτσής κατάλαβε ότι η Ελλάδα του 20ού αιώνα είχε καταγραφεί κυρίως με τη γλώσσα των ανδρών, ενώ ένα μεγάλο μέρος της είχε βιωθεί και διασωθεί από γυναίκες που δεν θα έγραφαν ποτέ απομνημονεύματα. Η Νίνα και η Εκάβη δεν είναι σύμβολα αξιοπρέπειας τοποθετημένα σε βιτρίνα. Είναι σκληρές, τρυφερές, εγωίστριες, αστείες, προκατειλημμένες, συχνά αντιφατικές. Έχουν το δικαίωμα να μην είναι υποδειγματικές. Εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της αλήθειας τους.

Η αίσθηση του αυθόρμητου στο Τρίτο στεφάνι είναι προϊόν σχολαστικής επεξεργασίας. Δίνει την αίσθηση ότι κάποιος κάθισε απέναντί σου και άρχισε να μιλά χωρίς να πάρει ανάσα. Πίσω από αυτή την ορμή υπάρχει εξαντλητική επεξεργασία. Ο Ταχτσής δεν αντέγραψε την καθημερινή ομιλία· τη συμπύκνωσε, την οργάνωσε, κράτησε τις επαναλήψεις που αποκαλύπτουν χαρακτήρα και πέταξε όσες θα βάραιναν τη σελίδα. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του το 1987 έλεγε πως το μυθιστόρημα ήταν έμμεσα αυτοβιογραφικό και πως η τέχνη απαιτεί ανασύνθεση της πραγματικότητας. Αυτή η λέξη, η ανασύνθεση, προστατεύει το έργο του από τη χοντροκομμένη ανάγνωση που ψάχνει πίσω από κάθε πρόσωπο ένα πραγματικό όνομα.

Η ζωή του πρόσφερε άφθονο υλικό αλλά δεν του πρόσφερε έτοιμη λογοτεχνία. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1927, μεγάλωσε κυρίως στην Αθήνα με τη γιαγιά του μετά τον χωρισμό των γονιών του. Έκανε διαφορετικές δουλειές, ταξίδεψε στην Ευρώπη, στην Αφρική, στην Αυστραλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλαζε τόπους χωρίς να απαλλάσσεται από την οικογενειακή μνήμη που κουβαλούσε. Η απόσταση τον βοήθησε να ακούσει καθαρότερα τη γλώσσα από την οποία είχε φύγει. Έγραψε για την Ελλάδα κοιτάζοντάς την συχνά από μακριά, με την οικειότητα εκείνου που γνωρίζει κάθε της δωμάτιο και την αγανάκτηση εκείνου που θυμάται γιατί έφυγε.

Το Τρίτο στεφάνι πέρασε αρχικά σχεδόν απαρατήρητο. Η αναγνώριση ήρθε αργότερα, όταν το βιβλίο άρχισε να κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι και βρήκε αναγνώστες ακόμη και ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους της δικτατορίας. Δεν ήταν παράδοξο. Σε μια εποχή όπου η εξουσία επέβαλλε καθαρή γλώσσα, καθαρές ταυτότητες και εθνικές βεβαιότητες, ο Ταχτσής έφερνε ένα μυθιστόρημα γεμάτο ρωγμές. Οι άνθρωποί του επιβιώνουν χωρίς να δικαιώνονται πανηγυρικά. Η χώρα προχωρά, αλλά αφήνει πίσω της τραύματα που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, συχνά μέσα στην ίδια πρόταση.

Η επιτυχία αυτού του βιβλίου δημιούργησε και μια βολική αδικία: τον χαρακτηρισμό του «συγγραφέα ενός μυθιστορήματος». Ο Ταχτσής έγραψε ένα μόνο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, όχι όμως ένα μόνο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Στα διηγήματα από Τα ρέστα, στα ποιήματα και στο ανολοκλήρωτο, μεταθανάτιο Φοβερό βήμα, επιστρέφουν η παιδική ηλικία, η οικογένεια, η επιθυμία, η ντροπή, η ανάγκη να επινοήσεις ένα πρόσωπο για να μπορέσεις να πεις την αλήθεια σου. Το έργο του μοιάζει με ενιαίο αυτοβιογραφικό χώρο, όπου ο συγγραφέας εμφανίζεται με διαφορετικές μάσκες και κάθε μάσκα αποκαλύπτει κάτι που το γυμνό πρόσωπο δεν θα άντεχε να πει.

Ο ίδιος δεν προσφέρεται για εύκολη αγιογραφία. Ήταν γενναίος και ευάλωτος, οξύς και καβγατζής, ικανός να διακρίνει την υποκρισία των άλλων αλλά όχι πάντοτε τη δική του. Δεν χωρούσε στις λογοτεχνικές παρέες, στις πολιτικές πειθαρχίες ή στα ταυτοτικά σχήματα της εποχής του. Οι συγκρούσεις του, ακόμη και με ανθρώπους που θα περίμενε κανείς να είναι φυσικοί του σύμμαχοι, υπήρξαν σκληρές και μερικές φορές άδικες. Η σημασία του δεν μειώνεται όταν βλέπουμε αυτές τις πλευρές. Αντιθέτως ξεφεύγει από τον βολικό μύθο του «αντισυμβατικού», και επιστρέφει στην ανθρώπινη κλίμακα που ο ίδιος υπηρέτησε στη γραφή του.

Τριάντα οκτώ χρόνια μετά ο ανεξιχνίαστος φόνος εξακολουθεί να προκαλεί περιέργεια. Είναι θεμιτό να ζητείται η αλήθεια ακόμη και τόσο αργά. Δεν είναι θεμιτό η περιέργεια να καταπίνει ξανά το έργο. Ο Ταχτσής δεν έχει ανάγκη από άλλη μία αναπαράσταση της τελευταίας νύχτας του. Χρειάζεται να τον διαβάσουμε εκεί όπου ήταν πραγματικά αδιάκριτος: στις οικογενειακές σιωπές, στη βία που κρύβεται μέσα στις συνηθισμένες λέξεις, στον τρόπο που η εθνική περιπέτεια καταλήγει πάνω σε ένα τραπέζι κουζίνας. Μετά τον Κώστα Ταχτσή, η ελληνική πεζογραφία ήξερε πια ότι για να ακούσει μια χώρα δεν αρκεί να σταθεί στις πλατείες της. Έπρεπε να πλησιάσει τα σπίτια της και να ακούσει πίσω από τις κλειστές πόρτες.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)