Ο Βασίλης Σπανούλης έχει την αγωνιστική ευθύνη για μια ομάδα χωρίς σταθερό τρόπο παιχνιδιού. Ο Βαγγέλης Λιόλιος και η ΕΟΚ οφείλουν να εξηγήσουν γιατί το ελληνικό μπάσκετ έφτασε να αναζητά παίκτες, ρόλους και σχέδιο την ώρα της κρίσης.
Στο 48-48 του αγώνα με την Ουκρανία, η Ελλάδα είχε μπροστά της μια μικρή ευκαιρία να αλλάξει την ιστορία της βραδιάς. Δεν χρειαζόταν κάποιο μπασκετικό θαύμα. Δυο σωστές επιθέσεις, μια καλή άμυνα, λίγη καθαρή σκέψη. Αντί γι’ αυτά, ήρθαν δύο κακές αποφάσεις και δύο ουκρανικά τρίποντα. Ο Βασίλης Σπανούλης στάθηκε μετά το παιχνίδι ακριβώς σε εκείνο το σημείο. Είχε δίκιο. Μόνο που τα συγκεκριμένα δευτερόλεπτα δεν εξηγούν απλώς την ήττα. Λειτουργούν σαν ακτινογραφία μιας Εθνικής που όταν το παιχνίδι απαιτεί καθαρό μυαλό και σταθερές αρχές, καταφεύγει στο ένστικτο, στην προσωπική έμπνευση και στην ελπίδα ότι κάποιος θα τη βγάλει από τη δύσκολη θέση. Απέναντι στην Ουκρανία η Ελλάδα είχε 9/32 τρίποντα και 14 λάθη, από τα οποία οι αντίπαλοί της βρήκαν 21 πόντους. Έχασε τη μάχη του αιφνιδιασμού, επέτρεψε δεύτερες επιθέσεις και δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί με συνέπεια τις αμυντικές αλλαγές ή τα αργά πόδια του Σκάπιντσεφ. Δεν έλειψε η προσπάθεια. Έλειψε η λειτουργία που θα μετέτρεπε την προσπάθεια σε μπάσκετ.
Το ίδιο καμπανάκι είχε ακουστεί νωρίτερα. Στη Ρουμανία, η Εθνική προηγήθηκε με 14 πόντους και κατέρρευσε στην τελευταία περίοδο, την οποία έχασε με 22-8. Λίγες ημέρες αργότερα σημείωσε μόλις 56 πόντους απέναντι στην Πορτογαλία, σουτάροντας με 19,4% από το τρίποντο και κυνηγώντας σχεδόν σε ολόκληρο το παιχνίδι. Τρεις ήττες μπορούν να έχουν διαφορετικές αφορμές. Όταν όμως επαναλαμβάνεται η ίδια αδυναμία στη δημιουργία, στην απόφαση και στη διαχείριση της πίεσης, παύει να πείθει η εξήγηση της κακής βραδιάς.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο 3-4 και στην τελευταία θέση του ομίλου. Ο αποκλεισμός από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2027 δεν έχει οριστικοποιηθεί μαθηματικά. Απομένουν πέντε αγώνες και υπάρχει ακόμη δρόμος. Οι αριθμοί κρατούν ακόμη την Ελλάδα ζωντανή, η εικόνα της στο παρκέ όμως δεν επιτρέπει εύκολη αισιοδοξία. Μια ήττα από την Ισπανία θα απαιτήσει σχεδόν το απόλυτο στα τέσσερα παιχνίδια που θα ακολουθήσουν, μαζί με έναν συνδυασμό αποτελεσμάτων από τους ανταγωνιστές της. Η νίκη της Πορτογαλίας μέσα στην Ισπανία έδωσε και μια δεύτερη απάντηση. Η Πορτογαλία δεν είναι πια ο αντίπαλος που εμφανίζεται για να συμπληρώσει το πρόγραμμα. Διαθέτει αθλητικότητα, μέγεθος, παίκτες με παραστάσεις και έναν Νεμίας Κέτα που αλλάζει τις ισορροπίες. Η πρόοδος της Πορτογαλίας αλλάζει το πλαίσιο της ήττας, όχι το μέγεθος της ελληνικής αποτυχίας. Οι παλιές ιεραρχίες του ευρωπαϊκού μπάσκετ δεν εξασφαλίζουν πλέον τίποτα. Οι χώρες που κάποτε θεωρούσαμε κατώτερες επένδυσαν, βελτιώθηκαν και έμαθαν να παίζουν χωρίς να υποκλίνονται στα ονόματα. Η Ελλάδα συνέχισε να κοιτάζει το παρελθόν της σαν να αποτελεί μόνιμο προνόμιο.

Σε αυτή την κατάσταση ο Βασίλης Σπανούλης έχει καθαρή ευθύνη. Η πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024 και το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 2025 βρίσκονται στο βιογραφικό του και δεν διαγράφονται. Η Εθνική επέστρεψε στο βάθρο έπειτα από δεκαέξι χρόνια και ο προπονητής της δικαιούται σημαντικό μερίδιο από εκείνη την επιτυχία. Ακριβώς επειδή πιστώνεται τις καλές βραδιές, πρέπει να χρεωθεί και την εικόνα των κακών. Το όνομα του Σπανούλη, η ιστορία του με τη γαλανόλευκη και η προσωπικότητα που είχε ως παίκτης δεν μπορούν να λειτουργούν ως ασπίδα. Η ένταση, η απαίτηση και οι αναφορές στη νοοτροπία του νικητή έχουν αξία. Ο πάγκος όμως απαιτεί περισσότερα από τη μετάδοση πάθους. Απαιτεί λύσεις.
Η Εθνική δεν έχει ακόμη δείξει με σαφήνεια πώς θέλει να επιτεθεί όταν απουσιάζουν οι κορυφαίοι δημιουργοί της. Δεν έχει βρει σταθερούς μηχανισμούς απέναντι στις αλλαγές, ούτε μια ιεραρχία αποφάσεων όταν η πρώτη επιλογή ακυρώνεται. Οι παίκτες συχνά ντριμπλάρουν περισσότερο από όσο πρέπει, η μπάλα σταματά και τα δύσκολα σουτ εμφανίζονται ως αναπόφευκτη κατάληξη μιας επίθεσης που δεν δημιούργησε πλεονέκτημα. Ένας ομοσπονδιακός προπονητής δεν μπορεί να κατασκευάσει μέσα σε λίγες ημέρες τους παίκτες που λείπουν από μια χώρα. Μπορεί όμως να επιλέξει με βάση τις πραγματικές ανάγκες, να μοιράσει ευδιάκριτους ρόλους και να προσαρμόσει το παιχνίδι στο υλικό που έχει διαθέσιμο. Οι αγώνες των παραθύρων δεν αποτελούν υποσημείωση της δουλειάς του. Είναι κομμάτι της. Εδώ εμφανίζεται ξανά ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, ακόμη και όταν δεν βρίσκεται στο γήπεδο.

Ο Γιάννης ανεβάζει το αγωνιστικό ταβάνι της Εθνικής όσο κανένας άλλος Έλληνας παίκτης. Με εκείνον αλλάζουν οι χώροι, οι άμυνες των αντιπάλων, η αυτοπεποίθηση και ολόκληρη η δυναμική μιας διοργάνωσης. Η απουσία του όμως δεν δημιούργησε τις σημερινές αδυναμίες. Τις έκανε αδύνατο να κρυφτούν. Το ελληνικό μπάσκετ έχει μετατρέψει την παρουσία του σε υποκατάστατο σχεδιασμού. Κάθε μεγάλη διοργάνωση αρχίζει με το ίδιο ερώτημα: Θα παίξει ο Γιάννης; Από την απάντηση μοιάζει να εξαρτάται αν επιτρέπεται να έχουμε φιλοδοξίες.
Αυτό αδικεί πρώτα τον ίδιο. Ο Αντετοκούνμπο δεν είναι υπεύθυνος για την παραγωγή παικτών, τον χρόνο συμμετοχής των Ελλήνων στις ομάδες τους, την κατάσταση των μικρών εθνικών ή το αγωνιστικό μοντέλο της ανδρικής ομάδας. Ο ρόλος του είναι να κάνει μια καλή Εθνική πολύ καλύτερη, όχι να καλύπτει μόνος του όλες τις αδυναμίες της. Η μεγαλύτερη συζήτηση οδηγεί αναπόφευκτα στην ΕΟΚ και στον Βαγγέλη Λιόλιο. Θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κάποιος ότι η σημερινή διοίκηση δεν έκανε τίποτα. Το Rising Stars, οι αντίστοιχες δράσεις στις γυναίκες, το Gen A Stars και η απόρριψη της αύξησης των ξένων στη δωδεκάδα δείχνουν ότι υπάρχουν πρωτοβουλίες και αναγνώριση του προβλήματος.

Οι πρωτοβουλίες κρίνονται από το πού οδηγούν. Στη Stoiximan GBL της περιόδου 2025-26 οι Έλληνες παίκτες πήραν μόλις το 32,4% του συνολικού διαθέσιμου χρόνου. Μπορεί να βρίσκονται στα ρόστερ, αλλά πολύ συχνά δεν κρατούν την μπάλα, δεν παίρνουν κρίσιμες αποφάσεις και δεν αποκτούν εμπειρίες πρωταγωνιστή. Αργότερα ζητάμε από τους ίδιους ανθρώπους να αλλάξουν ρόλο μέσα σε λίγες ημέρες και να ηγηθούν στην Εθνική. Η ΕΟΚ δεν μπορεί να υποχρεώσει τον Παναθηναϊκό, τον Ολυμπιακό ή οποιαδήποτε άλλη ομάδα να παραμερίσει τους συλλογικούς στόχους της. Έχει όμως την αρμοδιότητα να διαμορφώσει κίνητρα, να πιέσει για ουσιαστική συνεργασία με τη λίγκα, να επενδύσει στην ανάπτυξη προπονητών και να παρουσιάσει μετρήσιμους στόχους για τη μετάβαση των παιδιών από τις μικρές εθνικές στο επαγγελματικό επίπεδο. Το ότι η Ελλάδα εμφανίζεται ανταγωνιστική σε ηλικίες 16 και 18 ετών δεν αποδεικνύει πως η παραγωγική διαδικασία λειτουργεί. Η κρίσιμη διαδρομή αρχίζει μετά. Από τα 18 μέχρι τα 22, εκεί όπου το ταλέντο πρέπει να συναντήσει τον χρόνο, την ευθύνη και τη σωστή καθημερινή δουλειά. Σε αυτό το σημείο χάνονται γενιές παικτών.
Η μετακίνηση όλο και περισσότερων νέων στο NCAA δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν εγκατάλειψη ή προδοσία. Είναι μήνυμα προς το ελληνικό μπάσκετ. Τα παιδιά αναζητούν αγωνιστικό χώρο, εγκαταστάσεις, σπουδές και μια διαδρομή που να μπορούν να διακρίνουν. Όταν τη βρίσκουν αλλού η σωστή αντίδραση δεν είναι η καταγγελία τους αλλά η εξέταση των λόγων που τους έδιωξαν. Ο Βαγγέλης Λιόλιος δεν δημιούργησε μόνος του το κενό της σημερινής Εθνικής. Οι περισσότεροι παίκτες που θα έπρεπε τώρα να βρίσκονται στην καλύτερη ηλικία τους διαμορφώθηκαν πριν αναλάβει την προεδρία της ΕΟΚ το 2021. Έπειτα από πέντε χρόνια πάντως, η συζήτηση δεν μπορεί να μένει αποκλειστικά σε όσα κληρονόμησε.
Η Ομοσπονδία οφείλει να παρουσιάσει πού θέλει να βρίσκεται το ελληνικό μπάσκετ το 2030 και το 2035. Με ποιους δείκτες θα αξιολογούνται οι αναπτυξιακές δράσεις, πόσοι παίκτες περνούν από τις μικρές εθνικές σε ουσιαστικούς επαγγελματικούς ρόλους και πώς θα αντιμετωπιστεί η έλλειψη δημιουργών και ψηλών υψηλού επιπέδου. Η επιτυχία μιας διοργάνωσης δεν μπορεί κάθε φορά να αναβάλλει αυτή τη συζήτηση.
Οι ευθύνες δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο. Ο Σπανούλης ευθύνεται για την αγωνιστική ασυνέχεια, τις επιλογές και την αδυναμία της ομάδας να εμφανίσει σταθερό τρόπο παιχνιδιού. Η ΕΟΚ και ο πρόεδρός της έχουν τη μεγαλύτερη θεσμική ευθύνη για το αν υπάρχει συνέχεια, παραγωγή και σαφής κατεύθυνση. Οι σύλλογοι συμμετέχουν σε ένα περιβάλλον που προσφέρει περιορισμένο χώρο στους Έλληνες. Οι παίκτες τέλος, κρίνονται για τις αποφάσεις, τη συγκέντρωση και την απόδοσή τους.
Η πιθανή αποτυχία δεν πρέπει να καταλήξει σε μια βιαστική ανθρωποθυσία που θα επιτρέψει στους υπόλοιπους να συνεχίσουν σαν να λύθηκε το πρόβλημα. Αν η Εθνική αποκλειστεί, ο Σπανούλης οφείλει να κάνει την αυτοκριτική του και η θέση του να αξιολογηθεί χωρίς συναισθηματική ασυλία. Την ίδια στιγμή η αλλαγή ενός προπονητή δεν θα παράξει παίκτες ούτε θα θεραπεύσει μέσα σε ένα βράδυ ένα κενό δέκα ετών. Ο αγώνας με την Ισπανία μπορεί να δώσει παράταση και να κρατήσει ζωντανές τις πιθανότητες. Ακόμη και μια μεγάλη νίκη όμως, δεν θα ακυρώσει όσα αποκάλυψαν η Ρουμανία, η Πορτογαλία και η Ουκρανία. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν αφορά μόνο το Κατάρ. Αφορά την Εθνική που θα υπάρχει όταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, ο Κώστας Παπανικολάου και ο Νικ Καλάθης θα παρακολουθούν πλέον από την εξέδρα.
Η Ελλάδα έχει βρεθεί ξανά στο τέλος μεγάλων εποχών και κατάφερε να γεννήσει τις επόμενες. Αυτή τη φορά δεν αρκεί να περιμένει έναν ακόμη σπουδαίο παίκτη. Χρειάζεται σύστημα που θα δημιουργεί πολλούς καλούς, προπονητή που θα τους ενώνει και Ομοσπονδία που θα λογοδοτεί για το αποτέλεσμα του σχεδίου της. Στο παρκέ η ιστορία δεν προσφέρει κανένα προβάδισμα και τα παλιά μετάλλια δεν κερδίζουν τα σημερινά παιχνίδια. Η Ελλάδα δεν έχασε τη θέση της επειδή οι άλλοι ξέχασαν ποια είναι. Την έχασε επειδή οι άλλοι προχώρησαν, ενώ εκείνη συνέχισε να πιστεύει ότι το παρελθόν της αρκεί για να την περιμένουν.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







