Στις 4 Ιουλίου, η Dolly Parton κλήθηκε να απαντήσει σε δεκατέσσερις μικρές ερωτήσεις. Αγαπημένο αυτοκίνητο, ώρα της ημέρας, φαγητό, φίλος, σύζυγος, έργο τέχνης. Ήταν το είδος της ανάλαφρης συνέντευξης που συνήθως διαβάζεται γρήγορα και ξεχνιέται ακόμη γρηγορότερα. Η Doll όμως είχε ένα χάρισμα: μπορούσε να χωρέσει μια ολόκληρη ιστορία μέσα σε μια φράση. Στην ερώτηση για το αγαπημένο της έργο τέχνης απάντησε: «My life, and I am still painting it». Η ζωή μου, και ακόμη τη ζωγραφίζω. Επτά εβδομάδες αργότερα, στις 25 Αυγούστου, η Dolly Parton πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Εκείνη η απάντηση απέκτησε ξαφνικά διαφορετικό βάρος. Όχι επειδή έκρυβε κάποια προαίσθηση ούτε επειδή χρειάζεται να φορτώσουμε εκ των υστέρων τις τελευταίες κουβέντες ενός ανθρώπου με συμβολισμούς που δεν είχαν. Αλλά επειδή περιέγραφε με εντυπωσιακή ακρίβεια αυτό που η Parton έκανε σε όλη της τη ζωή. Δεν ανακάλυψε απλώς τον εαυτό της. Τον κατασκεύασε.
Τα τεράστια ξανθά μαλλιά, τα ακρυλικά νύχια, τα στρας, τα στενά φορέματα, τα τακούνια, το μακιγιάζ ήταν τόσο υπερβολικά ώστε τελικά έγιναν αδιαπραγμάτευτα δικά της. Όσο περισσότερο έμοιαζε με καρικατούρα της αμερικανικής country, τόσο δυσκολότερο γινόταν να την αντιγράψει κάποιος. Και το εξυπνότερο απ’ όλα ήταν ότι είχε προλάβει να κάνει η ίδια σχεδόν κάθε αστείο που θα μπορούσαν να κάνουν οι άλλοι εις βάρος της. Δεν περίμενε από τον κόσμο να σχολιάσει την εμφάνισή της. Του έδινε η ίδια την ατάκα, γελούσε πρώτη και συνέχιζε. Αυτό δεν ήταν αφέλεια. Ήταν ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να κρατά τον έλεγχο.

Η Parton είχε καταλάβει πολύ πριν από την εποχή του Instagram ότι η δημόσια εικόνα μπορεί να είναι κι αυτή μια μορφή αυτοβιογραφίας. Δεν χρειάζεται να μοιάζει «φυσική» για να είναι αληθινή. Μπορεί να είναι θεατρική, υπερβολική, σχεδόν εξωπραγματική και παρ’ όλα αυτά να λέει κάτι ουσιαστικό για τον άνθρωπο που την έχει δημιουργήσει. Υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο να προσποιείσαι ότι είσαι κάποιος άλλος και στο να αποφασίζεις ποια εκδοχή του εαυτού σου θέλεις να παρουσιάσεις στον κόσμο. Η Dolly δεν μπέρδεψε ποτέ τα δύο.
Θυμόταν ότι κάποια Χριστούγεννα είχε πάει για ψώνια με τις αδελφές της και αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι που για μια από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες της Αμερικής έμοιαζε σχεδόν αδύνατο: να περάσει απαρατήρητη. Φόρεσε μαύρη περούκα και διαφορετικά ρούχα. Η μεταμφίεση λειτούργησε μέχρι τη στιγμή που φώναξε μία από τις αδελφές της μέσα στο κατάστημα. Τότε όλοι κατάλαβαν ποια ήταν. Την είχε προδώσει η φωνή της. Είναι μια αστεία ιστορία, αλλά μοιάζει σχεδόν με μικρή παραβολή για ολόκληρη τη ζωή της. Μπορούσε να αλλάξει τα μαλλιά, τα ρούχα, ακόμη και τη φιγούρα που είχε ξοδέψει δεκαετίες χτίζοντας. Εκείνο που δεν μπορούσε να κρύψει ήταν η φωνή. Και όχι μόνο εκείνη την αμέσως αναγνωρίσιμη φωνή με την οποία τραγουδούσε. Η πραγματική φωνή της Dolly Parton υπήρχε στα τραγούδια της.

Πίσω από την υπερβολή, το χιούμορ και την ανάλαφρη δημόσια εικόνα της υπήρχε μια σπουδαία τραγουδοποιός, ικανή να μιλά για την επιθυμία, τη ζήλια, τη φτώχεια, την αξιοπρέπεια και την απώλεια με λέξεις απλές, αλλά ποτέ απλοϊκές. Το Jolene μιλά για τον φόβο της απώλειας χωρίς δραματικές εξάρσεις· μόνο με την ευθύτητα μιας γυναίκας που βλέπει την αγάπη της να απειλείται. Το Coat of Many Colors παίρνει τη φτώχεια της παιδικής ηλικίας και αρνείται να τη μετατρέψει είτε σε ντροπή είτε σε εύκολο μελόδραμα. Και το I Will Always Love You καταφέρνει κάτι ακόμη δυσκολότερο: μιλά για έναν αποχωρισμό χωρίς να μετατρέπει την αγάπη σε ιδιοκτησία.
Η απλότητα της Dolly ήταν παραπλανητική. Ήταν πολύ πιο έξυπνη, πολύ πιο πειθαρχημένη και πολύ πιο συνειδητή για όσα έκανε απ’ όσο άφηνε να υποθέσει η περσόνα της εύθυμης ξανθιάς από το Τενεσί. Ήξερε από πού ερχόταν, γνώριζε τι είχε κοστίσει η απόσταση που είχε διανύσει και δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να εξαφανίσει την πρώτη ζωή της προκειμένου να κάνει τη δεύτερη να μοιάζει πιο λαμπερή.
Γεννήθηκε σε μια οικογένεια δώδεκα παιδιών, μέσα σε μεγάλη φτώχεια στα βουνά του ανατολικού Τενεσί. Η απόσταση από εκείνη την παιδική ηλικία μέχρι την παγκόσμια διασημότητα ήταν τόσο μεγάλη ώστε σε άλλον άνθρωπο θα μπορούσε να προκαλέσει την ανάγκη να ξεχάσει όσο γρηγορότερα γινόταν από πού ξεκίνησε. Η Parton έκανε ακριβώς το αντίθετο. Τα Απαλάχια Όρη έμειναν μέσα στα τραγούδια της, στον τρόπο που μιλούσε, στο χιούμορ της, στις ιστορίες για τους γονείς της. Όταν τη ρώτησαν για το αγαπημένο της αυτοκίνητο, απάντησε Cadillac. Η πρώτη Cadillac που κατάφερε να αγοράσει ήταν για εκείνη η στιγμή που αισθάνθηκε πως είχε επιτέλους πετύχει.

Υπάρχει κάτι όμορφα παλιομοδίτικο σε αυτή την εικόνα. Πριν η επιτυχία μετατραπεί σε followers, προσωπικό brand και αριθμούς πάνω σε οθόνες, μπορούσε να είναι ένα μεγάλο αμερικανικό αυτοκίνητο παρκαρισμένο έξω από το σπίτι. Για ένα κορίτσι που είχε μεγαλώσει στα Απαλάχια, η Cadillac δεν ήταν lifestyle. Ήταν η χειροπιαστή απόδειξη ότι είχε καταφέρει να φύγει, χωρίς να χρειαστεί να αποκηρύξει τον τόπο από τον οποίο είχε φύγει.
Δεν συμπεριφέρθηκε ποτέ σαν άνθρωπος που θεώρησε ότι η επιτυχία του έδινε το δικαίωμα να σταματήσει. Αγαπημένη της ώρα ήταν το πολύ νωρίς το πρωί. Συχνά ξυπνούσε στις δύο και αστειευόταν ότι μέχρι να ανατείλει ο ήλιος είχε κάνει περισσότερη δουλειά από όση άλλοι έκαναν σε ολόκληρη την ημέρα. Σε οποιονδήποτε άλλον, μια τέτοια φράση θα κινδύνευε να ακουστεί σαν ένα από εκείνα τα κουραστικά αποφθέγματα περί παραγωγικότητας. Στην περίπτωσή της υπήρχαν έξι δεκαετίες δουλειάς που την έκαναν απολύτως πιστευτή. Πίσω από τα πούπουλα και τα στρας υπήρχε μια σχεδόν αγροτική αντίληψη για τη δουλειά. Η ίδια έλεγε ότι είχε πάρει την εργατικότητα από τον πατέρα της και τη μουσική από τη μητέρα της. Ήταν ένας τρόπος να εξηγεί την επιτυχία χωρίς να καταφεύγει στη μυθολογία της ιδιοφυΐας. Το ταλέντο μπορούσε να είναι ένα οικογενειακό δώρο. Όλα όσα ακολουθούσαν απαιτούσαν καθημερινή εργασία.

Κάπως έτσι κατάφερε να παραμείνει διάσημη επί έξι δεκαετίες χωρίς να μετατραπεί σε νοσταλγικό έκθεμα της country. Έγραψε τραγούδια, τραγούδησε, έπαιξε στον κινηματογράφο, δημιούργησε επιχειρήσεις, έχτισε το Dollywood και χρησιμοποίησε ένα σημαντικό μέρος της επιτυχίας της για πράγματα που δεν χωρούσαν στην εικόνα της celebrity. Η Imagination Library, που δημιούργησε το 1995, άρχισε ως ένα πρόγραμμα αποστολής δωρεάν βιβλίων σε παιδιά της περιοχής όπου είχε μεγαλώσει και εξελίχθηκε σε μια τεράστια διεθνή πρωτοβουλία. Ήταν κατά κάποιον τρόπο μια ακόμη επιστροφή στο ίδιο σημείο: η γυναίκα που είχε φύγει από τη φτώχεια δεν έπαψε να θυμάται τι σημαίνει να γεννιέσαι σε ένα σπίτι όπου οι δυνατότητες δεν είναι αυτονόητες.
Ακόμη και η ιδιωτική της ζωή δημιουργούσε μια παράξενη αντίθεση με τη δημόσια εικόνα. Μία από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναίκες του κόσμου πέρασε σχεδόν εξήντα χρόνια παντρεμένη με έναν άνθρωπο που απέφευγε σχεδόν συστηματικά τη δημοσιότητα. Ο Carl Dean πέθανε το 2025. Όταν τη ρώτησαν ποια ημερομηνία είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνη, δεν επέλεξε μια ημερομηνία από την καριέρα της, μια απονομή Grammy ή την ημέρα κυκλοφορίας κάποιου μεγάλου τραγουδιού. Είπε την 20ή Ιουλίου, τα γενέθλιά του. Και όταν η ερώτηση έφτασε στον σύζυγο, η γυναίκα που μπορούσε να βρει ατάκα για οτιδήποτε δεν προσπάθησε να γίνει έξυπνη. Είπε ότι είχε έναν μόνο σύζυγο, ότι ήταν τέλειος για εκείνη και ήθελε να πιστεύει ότι ήταν κι εκείνη τέλεια για αυτόν. Αυτό το μείγμα υπερβολής και συναισθηματικής οικονομίας ήταν ίσως ένα από τα μυστικά της. Η Dolly Parton μπορούσε να μπει σε ένα δωμάτιο ντυμένη σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο και, όταν ερχόταν η στιγμή να μιλήσει για κάτι που είχε πραγματικά σημασία, να μη χρειάζεται σχεδόν τίποτα.
Λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό της εξακολουθούσε να μιλά για όσα είχε ακόμη μπροστά της. Ανάμεσά τους ήταν και το Dolly: A True Original Musical, το μιούζικαλ βασισμένο στη ζωή και στα τραγούδια της. Υπάρχει μια παράξενη αλλά απολύτως συνεπής λογική σε αυτό. Στο τέλος μιας ζωής κατά την οποία η Parton αφηγήθηκε ξανά και ξανά τον εαυτό της μέσα από μουσική, κινηματογράφο, συνεντεύξεις, αστεία και κοστούμια, είχε αρχίσει να μετατρέπει ακόμη και τη βιογραφία της σε θέατρο. Σαν να μην ήθελε να αφήσει στους άλλους την τελική εκδοχή της ιστορίας της. Γι’ αυτό και από τις δεκατέσσερις μικρές απαντήσεις της εκείνη για το έργο τέχνης είναι τελικά η μία που μένει. Δεν επέλεξε έναν πίνακα, ένα βιβλίο ή ένα τραγούδι. Επέλεξε τη ζωή της.
Η Dolly Parton πέρασε ογδόντα χρόνια προσθέτοντας πάνω της χρώματα, στρας, ιστορίες, τραγούδια, ανθρώπους, αντιφάσεις και υπερβολές. Ήξερε ότι μεγάλο μέρος αυτού που έβλεπε το κοινό ήταν κατασκευή και δεν προσπάθησε ποτέ να το κρύψει. Αντίθετα, εκεί βρισκόταν ένα σημαντικό κομμάτι της ειλικρίνειάς της. Δεν ζητούσε να πιστέψεις ότι αυτή η εικόνα είχε προκύψει φυσικά. Σου έδειχνε σχεδόν τα εργαλεία με τα οποία την είχε φτιάξει. «Η ζωή μου, και ακόμη τη ζωγραφίζω», είχε πει τον Ιούλιο. Όλες οι ζωές τελειώνουν πριν ο άνθρωπος που τις ζει αποφασίσει πραγματικά ότι ολοκληρώθηκαν. Η δική της δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η Dolly Parton είχε όμως φροντίσει για κάτι πιο δύσκολο: πολύ πριν κατέβει η αυλαία, το έργο έφερε καθαρά την υπογραφή της.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







