Skip to main content

Tον Σεπτέμβριο του 2024 έξι καινούργια παιδιά έφτασαν στη Φουρνά Ευρυτανίας και άλλαξαν μέσα σε μία ημέρα τη μοίρα του σχολείου της. Οι γονείς τους, η Βασιλική και ο Στέφανος, είχαν απαντήσει στο διαδικτυακό κάλεσμα της δασκάλας Παναγιώτας Διαμαντή και του ιερέα του χωριού, οι οποίοι αναζητούσαν οικογένειες προτού η έλλειψη μαθητών κλείσει τις τάξεις. Η τοπική πρωτοβουλία πρόσφερε στέγη, βοήθεια για εργασία και στήριξη στα πρώτα έξοδα. Η οικογένεια άφησε πίσω τη ζωή που γνώριζε και πήγε να δοκιμάσει κάτι πολύ πιο δύσκολο από μια μετακόμιση: να ριζώσει σε έναν τόπο που έχανε σταθερά τους ανθρώπους του. Η ιστορία είχε όλα όσα αγαπά η τηλεόραση. Ένα ορεινό χωριό, μια δασκάλα που αρνήθηκε να δεχθεί το αναπόφευκτο, ένας ιερέας που αναζητούσε σπίτια και δουλειές, έξι παιδιά στην αυλή ενός σχολείου που κινδύνευε να σιωπήσει. Για λίγες ημέρες η Φουρνά έγινε η παρηγορητική απόδειξη ότι η ελληνική περιφέρεια μπορούσε να σωθεί χάρη στο πείσμα μερικών ανθρώπων. Δύο χρόνια αργότερα, η πρώτη οικογένεια που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα αποχωρεί από το χωριό.

Η ανάρτηση της Βασιλικής δεν εξηγεί αναλυτικά τους λόγους. Μιλά για έναν δύσκολο κύκλο, για προσδοκίες που αποδείχθηκαν διαφορετικές από την πραγματικότητα και για πράγματα που τους πλήγωσαν. Ευχαριστεί όσους άνοιξαν τα σπίτια τους και στάθηκαν κοντά τους, επιμένοντας ότι η οικογένεια δεν φεύγει με θυμό. Δεν έχουμε δικαίωμα να συμπληρώσουμε τα κενά με βολικές εικασίες ούτε να μετατρέψουμε το αντίο της σε κατηγορητήριο εναντίον της τοπικής κοινωνίας. Η ίδια δεν το έκανε.

Η αποχώρηση ωστόσο δεν αφορά μόνο την ίδια την οικογένεια. Η άφιξη είχε παρουσιαστεί ως δημόσιο υπόδειγμα για την αντιμετώπιση της ερήμωσης. Η οικογένεια δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο ως πρωταγωνίστρια μιας όμορφης ιστορίας· έγινε επιχείρημα για το πώς μπορούν να αναστηθούν τα χωριά. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι που έδωσαν σάρκα σε αυτό το επιχείρημα αποφασίζουν να φύγουν, η είδηση μας υποχρεώνει να εξετάσουμε τι υπήρχε πίσω από τις εικόνες της πρώτης υποδοχής. Η Βασιλική και ο Στέφανος δεν περίμεναν να ζήσουν από τη συμπάθεια των υπολοίπων. Έστειλαν τα παιδιά τους στα σχολεία και επένδυσαν τις οικονομίες και την εργασία τους στο «Λίγο απ’ όλα», ένα εστιατόριο-καφέ στον χώρο όπου λειτουργούσε παλαιότερα το ταχυδρομείο. Ήταν το πρώτο νέο κατάστημα που άνοιγε στη Φουρνά έπειτα από δέκα χρόνια. Το μαγαζί αποτελούσε το στοίχημα ότι η εγκατάσταση μπορούσε να αποκτήσει οικονομικές ρίζες. Σε ένα χωριό περίπου τριακοσίων μόνιμων κατοίκων, όμως, ακόμη και η πιο τίμια προσπάθεια εξαρτάται από μια αγορά μικρή, εποχική και ευάλωτη.

Αυτό δεν ακυρώνει όσα πέτυχε η «Νέα Ζωή στο Χωριό». Μετά την πρώτη εγκατάσταση ακολούθησαν άλλες οικογένειες, το νηπιαγωγείο ξανάνοιξε και οι παιδικές φωνές επέστρεψαν στην πλατεία. Λίγες ημέρες πριν ανακοινωθεί η αποχώρηση, ο απολογισμός της δράσης κατέγραφε 27 παιδιά, από τα οποία τα 18 είχαν έρθει μετά την έναρξή της, έναν καινούργιο φούρνο και τον πρώτο γάμο ύστερα από σχεδόν έντεκα χρόνια. Το να χρεώσουμε την αποχώρηση στη δασκάλα, στον ιερέα ή στους κατοίκους θα ήταν παράλογο. Αυτοί έκαναν περισσότερα από όσα τους αναλογούσαν.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η ευθύνη του συστήματος. Το ελληνικό κράτος έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στους τοπικούς ήρωες. Τους βραβεύει, τους καλεί σε τηλεοπτικά στούντιο και παρουσιάζει την αυτοθυσία τους ως εθνικό σχέδιο. Στη Φουρνά, μια δασκάλα μετατράπηκε σε υπηρεσία δημογραφικής πολιτικής, ένας ιερέας σε μεσίτη και σύμβουλο εργασίας, οι κάτοικοι σε μηχανισμό κοινωνικής πρόνοιας. Μια πολύτεκνη οικογένεια κλήθηκε να γίνει ταυτόχρονα σωσίβιο για το σχολείο, νέο αίμα για το χωριό και μικρός επενδυτής της τοπικής οικονομίας. Η κρατική μηχανή χειροκρότησε την πρωτοβουλία, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του ρίσκου σε όσους τόλμησαν.

Στήριξη υπήρξε όπως και επιδότηση της ΔΥΠΑ για τη δημιουργία της επιχείρησης. Η περιφερειακή πολιτική όμως δεν μπορεί να εξαντλείται στη χρηματοδότηση της πρώτης ημέρας. Μια οικογένεια χρειάζεται εισόδημα όλο τον χρόνο, πρόσβαση σε γιατρούς, ασφαλείς δρόμους, θέρμανση που να μην καταπίνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, υπηρεσίες για τα παιδιά και τη βεβαιότητα ότι το σχολείο θα εξακολουθήσει να λειτουργεί. Το επίδομα βοηθά κάποιον να μεταφέρει τα πράγματά του. Δεν δημιουργεί από μόνο του τις συνθήκες για να ξεπακετάρει οριστικά.

Η Ευρυτανία είχε 17.428 μόνιμους κατοίκους στην απογραφή του 2021, περίπου 13% λιγότερους από το 2011. Η Φουρνά καταγράφηκε με 304 κατοίκους. Έξι παιδιά μπορούν να κρατήσουν ανοιχτή μια σχολική αίθουσα, δεν μπορούν όμως οι γονείς τους να αντιστρέψουν μια δημογραφική πορεία δεκαετιών. Αυτή η ευθύνη δεν γίνεται να μεταβιβάζεται σε οικογένειες που ήδη ρισκάρουν τις οικονομίες, την εργασία και την καθημερινότητά τους. Η Πολιτεία διαθέτει πλέον Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό και πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης για μετεγκατάσταση σε περιοχές που συρρικνώνονται. Η ίδια η αρμόδια υπουργός έχει αναγνωρίσει ότι μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει δουλειά, σχολείο, υγεία, υπηρεσίες και υποδομές και ότι κανένα επίδομα δεν αρκεί από μόνο του. Μένει να αποδειχθεί αν αυτή η παραδοχή θα μεταφραστεί σε ουσιαστική πολιτική. Η επιτυχία δεν μετριέται στις αιτήσεις και στις αφίξεις μπροστά στις κάμερες, αλλά στο πόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί πέντε και δέκα χρόνια αργότερα.

Το «κάναμε ό,τι μπορούσαμε» της Βασιλικής ακούγεται σαν αποχαιρετισμός, αλλά αφορά πολύ περισσότερους από την οικογένειά της. Οι άνθρωποι της Φουρνάς έκαναν ό,τι μπορούσαν. Η οικογένεια επίσης. Η αγγελία βρήκε αποδέκτες και το σχολείο απέκτησε ξανά παιδιά. Το δύσκολο μέρος άρχισε όταν έσβησαν οι κάμερες και η καινούργια ζωή έπρεπε να γίνει κανονική. Ένα χωριό δεν σώζεται όταν μια οικογένεια φτάνει στην πλατεία του. Σώζεται όταν χρόνια αργότερα κανείς δεν χρειάζεται να γίνει ήρωας για να παραμείνει εκεί.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
disff
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy