Η σχέση του rock με τα ξενοδοχεία δεν ήταν ποτέ τυχαία. Εκεί, μακριά από το σπίτι και έξω από την κανονική ζωή, οι μουσικοί βρήκαν τον ιδανικό χώρο για να συνεχίσουν τον ρόλο που είχαν αρχίσει πάνω στη σκηνή. Ένα δωμάτιο μπορούσε μέσα σε λίγες ώρες να γίνει καταφύγιο, πάρτι, πεδίο καταστροφής ή τόπος μιας ιστορίας που την επόμενη μέρα είχε ήδη αρχίσει να αποκτά μύθο.
Στο Almost Famous του Cameron Crowe, ο Russell Hammond έχει πάρει LSD, έχει ανέβει στη στέγη ενός σπιτιού και λίγο πριν πέσει στην πισίνα φωνάζει ότι είναι ένας «Golden God». Είναι μία από εκείνες τις κινηματογραφικές σκηνές που μοιάζουν υπερβολικά καλές για να έχουν σχέση με την πραγματικότητα, μόνο που η ατάκα πατά πάνω σε έναν πραγματικό rock μύθο: τον Robert Plant σε ένα μπαλκόνι του Continental Hyatt House στο Los Angeles, να κοιτάζει την πόλη από ψηλά και να συμπεριφέρεται όπως θα περίμενε κανείς να συμπεριφέρεται ένας άνθρωπος που είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η φήμη μπορούσε να καταργήσει ακόμη και τη βαρύτητα. Το ξενοδοχείο είχε αποκτήσει ήδη το παρατσούκλι Riot House. Οι Led Zeppelin, οι Who και πολλοί ακόμη μουσικοί περνούσαν από τα δωμάτιά του, και σταδιακά το κτίριο έπαψε να λειτουργεί μόνο ως τόπος διαμονής. Έγινε σκηνικό. Το μέρος όπου το rock συνέχιζε να παίζει τον εαυτό του όταν η συναυλία είχε τελειώσει.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε ολόκληρη αυτή τη σχέση. Οι μουσικοί δεν πήγαιναν στα ξενοδοχεία μόνο για να κοιμηθούν. Εκεί συνέχιζαν να είναι οι άνθρωποι που το κοινό περίμενε να είναι. Ο Keith Moon είναι η πιο ακραία εκδοχή αυτής της ανάγκης. Γύρω από τον ντράμερ των Who συγκεντρώθηκαν τόσες ιστορίες για κατεστραμμένα δωμάτια, εκρήξεις, τηλεοράσεις και πισίνες, ώστε κάποια στιγμή έγινε δύσκολο να καταλάβεις πού τελείωνε ο άνθρωπος και πού άρχιζε ο χαρακτήρας. Η πιο διάσημη ιστορία τον θέλει το 1967 να οδηγεί μια Lincoln Continental μέσα στην πισίνα ενός Holiday Inn στο Flint του Michigan. Η εικόνα είναι σχεδόν υπερβολικά τέλεια: αυτοκίνητο, πισίνα, ξενοδοχείο, rock star. Μόνο που πιθανότατα δεν συνέβη ποτέ ακριβώς έτσι. Το πάρτι ήταν πραγματικό, το χάος επίσης, οι ζημιές δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ ιδιαίτερα. Η Lincoln μέσα στην πισίνα είναι πολύ πιο αβέβαιη.

Και ίσως αυτό να κάνει την ιστορία ακόμη καλύτερη. Ο rock μύθος δεν χτίστηκε ποτέ πάνω στην απόλυτη ακρίβεια. Χτίστηκε πάνω στην επανάληψη. Κάποιος έλεγε μια ιστορία, κάποιος άλλος την έλεγε λίγο καλύτερα, στην επόμενη εκδοχή γινόταν λίγο πιο άγρια και λίγο αργότερα δεν είχε πια σημασία τι ακριβώς είχε συμβεί. Σημασία είχε ότι η ιστορία έμοιαζε απολύτως πιστευτή για έναν άνθρωπο σαν τον Keith Moon. Κάπου εκεί η φήμη αρχίζει να γίνεται θέατρο. Όταν όλοι περιμένουν από εσένα να είσαι ο Keith Moon, κάποια στιγμή πρέπει να συνεχίσεις να είσαι ο Keith Moon ακόμη και όταν δεν υπάρχει κοινό μπροστά σου. Τα ξενοδοχεία ήταν ιδανικά για αυτή τη διαδικασία. Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου είναι δικό σου χωρίς ποτέ να γίνεται πραγματικά δικό σου. Δεν υπάρχουν παλιές φωτογραφίες, λογαριασμοί, βιβλία που κουβαλάς χρόνια, τίποτα που να σε αναγκάζει να θυμηθείς ποιος ήσουν πριν μπεις μέσα. Μπορείς να περάσεις μία νύχτα εκεί, να αφήσεις πίσω σου χάος και το επόμενο πρωί κάποιος άλλος θα αλλάξει τα σεντόνια. Το ξενοδοχείο προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να φύγεις χωρίς να πάρεις μαζί σου τις συνέπειες.

Αυτή η ανωνυμία μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει αφόρητη. Ο Ian McLagan των Faces θυμόταν τα Holiday Inns ως καθαρά, αξιόπιστα και ταυτόχρονα εξοντωτικά βαρετά. Όταν μια περιοδεία σε οδηγεί στο ίδιο σχεδόν δωμάτιο σε είκοσι διαφορετικές πόλεις, η επιθυμία να αφήσεις επάνω του κάποιο σημάδι αρχίζει να αποκτά μια παράξενη λογική. Το σπασμένο έπιπλο ή η τηλεόραση που καταλήγει έξω από το παράθυρο δεν ήταν μόνο η παράσταση της rock υπερβολής. Ήταν και ένας τρόπος να διαταραχθεί η επανάληψη: να μετατραπεί για μία νύχτα ένα δωμάτιο σχεδιασμένο να μη θυμάται κανέναν σε ένα δωμάτιο που κάποιος θα θυμόταν. Για έναν μουσικό σε περιοδεία αυτή η αίσθηση γίνεται ακόμη πιο έντονη. Άλλη πόλη κάθε βράδυ, άλλο δωμάτιο, άλλο κοινό. Ίδιο minibar, ίδιο τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι, ίδιες βαριές κουρτίνες που κρατούν έξω το πρωινό. Το ξενοδοχείο βρίσκεται κάπου ανάμεσα στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή. Δεν είναι η σκηνή, αλλά δεν είναι και το σπίτι. Είναι ένας ενδιάμεσος χώρος, και στους ενδιάμεσους χώρους οι άνθρωποι συχνά επιτρέπουν στον εαυτό τους να γίνει κάτι άλλο.

Στο Don’t Look Back του D. A. Pennebaker, ο Bob Dylan είναι μόλις 23 ετών και ήδη μοιάζει να κουβαλά γύρω του ένα μικρό βασίλειο. Μέσα στα ξενοδοχειακά δωμάτια κάθεται με μαύρα γυαλιά, τσιγάρο στα δάχτυλα, κιθάρες γύρω του. Δημοσιογράφοι μπαινοβγαίνουν, φίλοι κάθονται στις καρέκλες, μάνατζερ μιλούν, κάποιος ρωτά, κάποιος γελά, ο Dylan απαντά, ειρωνεύεται, παίζει, προκαλεί. Υποτίθεται ότι βλέπουμε τις στιγμές πίσω από τη σκηνή. Στην πραγματικότητα, καταλαβαίνουμε ότι backstage δεν υπάρχει. Η παράσταση συνεχίζεται. Αυτό είναι ένα από τα πιο παράξενα πράγματα που κάνει η φήμη. Στην αρχή δημιουργείς μια δημόσια εικόνα. Ύστερα ο κόσμος αρχίζει να την περιμένει. Και κάποια στιγμή δεν γνωρίζεις ακριβώς πότε μπορείς να τη βγάλεις από πάνω σου. Ο Dylan στο ξενοδοχείο δεν παύει να είναι Dylan. Ίσως επειδή δεν του επιτρέπεται. Ίσως επειδή δεν ξέρει ακόμη πώς.

Στο Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης η ίδια διαδικασία απέκτησε περισσότερο ρομαντισμό και ακόμη λιγότερη τάξη. Το κτίριο γέμισε μουσικούς, συγγραφείς, ποιητές και ανθρώπους που ήθελαν να βρίσκονται κοντά τους, μέχρι που απέκτησε σχεδόν δική του προσωπικότητα. Εκεί βρίσκεται μία από τις πιο χαρακτηριστικές μικρές ιστορίες ολόκληρης της rock μυθολογίας. Ο Leonard Cohen μπαίνει στο ασανσέρ. Η Janis Joplin είναι ήδη μέσα. Εκείνη λέει ότι ψάχνει τον Kris Kristofferson και ο Cohen, σύμφωνα με την ιστορία, απαντά ότι εκείνος ψάχνει την Brigitte Bardot. Δύο άνθρωποι μέσα σε ένα ασανσέρ, μερικοί όροφοι, μια νύχτα. Χρόνια αργότερα, η ανάμνηση γίνεται τραγούδι. Αυτό κάνει το ξενοδοχείο τόσο ισχυρό μέσα στη μουσική μυθολογία. Οι χώροι είναι προσωρινοί, αλλά οι ιστορίες που παράγουν μπορούν να αποδειχθούν μόνιμες.
Κάποια στιγμή, πάντως, το glamour αρχίζει να υποχωρεί. Ο Chet Baker πέθανε κάτω από το παράθυρο του ξενοδοχείου όπου έμενε στο Άμστερνταμ. Η Janis Joplin πέθανε σε ξενοδοχειακό δωμάτιο στο Los Angeles. Αν αφαιρέσεις από αυτές τις ιστορίες τις κιθάρες, τα μπουκάλια, τις φωτογραφίες και τον θρύλο, το ξενοδοχείο αρχίζει να μοιάζει με έναν πολύ διαφορετικό χώρο. Έναν χώρο όπου μπορείς να είσαι εντελώς μόνος. Ο Ray Davies έγραψε ίσως την πιο καθαρή αντι-ιστορία του Keith Moon. Δεν υπάρχει πισίνα, δεν υπάρχει τηλεόραση που φεύγει από το παράθυρο, δεν υπάρχει πάρτι. Υπάρχει ένας άνδρας καθισμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Οι Kinks έχουν επιτυχία, υπάρχουν ταξίδια, χρήματα, κοινό, δωμάτια που πληρώνει κάποιος άλλος, όλα εκείνα που η pop culture μάς έμαθε να θεωρούμε απόλυτη ελευθερία. Και ο Davies κάθεται μόνος. Στο Sitting in My Hotel, το ξενοδοχείο γίνεται σύμβολο απομόνωσης και η rock φαντασίωση αντιστρέφεται πλήρως. Από έξω, η ζωή σε περιοδεία μοιάζει σαν να μην έχεις καμία υποχρέωση. Από μέσα, μπορεί να μοιάζει σαν να μην έχεις πουθενά να επιστρέψεις.

Μπορείς να ταξιδεύεις συνεχώς και να μη νιώθεις ποτέ ότι φτάνεις κάπου. Μπορείς να έχεις τη μεγαλύτερη σουίτα του ξενοδοχείου και να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε κελί με καλύτερο room service. Μπορείς να έχεις χιλιάδες ανθρώπους να φωνάζουν το όνομά σου στις εννέα το βράδυ και στις δύο το πρωί να μην υπάρχει κανείς μέσα στο δωμάτιο. Κάπου ανάμεσα στον Keith Moon και στον Ray Davies βρίσκεται ολόκληρη η ιστορία: το ξενοδοχείο ως παιδική χαρά, ως σκηνή και τελικά ως φυλακή.
Σήμερα υπάρχει και ένα ακόμη στάδιο. Το ξενοδοχείο έχει γίνει μουσείο της ίδιας της rock μυθολογίας. Όταν η Charli XCX επιστρέφει στην εικόνα ενός κατεστραμμένου δωματίου, στα τσιγάρα, στις κιθάρες, στο χάος και σε μια τηλεόραση που φεύγει από το παράθυρο, τίποτα από αυτά δεν είναι πια αθώο από προηγούμενες αναφορές. Η τηλεόραση δεν είναι απλώς τηλεόραση. Κουβαλά μαζί της δεκαετίες ιστοριών, βιογραφιών, φωτογραφιών, ντοκιμαντέρ και κινηματογραφικών σκηνών. Έχει γίνει σύμβολο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Τη δεκαετία του ’70 μπορούσες να πετάξεις μια τηλεόραση από το παράθυρο και να δημιουργήσεις μια εικόνα. Σήμερα πετάς την τηλεόραση γνωρίζοντας ήδη την εικόνα. Το κοινό ξέρει ότι την ξέρεις και εσύ ξέρεις ότι το κοινό ξέρει. Η επανάσταση απέκτησε αρχείο.

Οι Arctic Monkeys το έκαναν ακόμη πιο καθαρό με το Tranquility Base Hotel & Casino. Δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν ένα πραγματικό ξενοδοχείο. Έφτιαξαν ένα φανταστικό ξενοδοχείο στο φεγγάρι και το γέμισαν με τεχνολογία, πολυτέλεια, celebrity culture και μοναξιά. Το ξενοδοχείο δεν ήταν πλέον σκηνικό. Είχε γίνει η ίδια η μεταφορά. Ίσως γιατί μοιάζει τελικά τόσο πολύ με τη φήμη: όλοι θέλουν να μπουν, κανείς δεν μένει πραγματικά εκεί και κάποια στιγμή πρέπει να κάνεις check-out.
Γι’ αυτό συνεχίζουμε να ενδιαφερόμαστε για όλα αυτά τα δωμάτια. Θέλουμε ο μύθος να έχει διεύθυνση, αριθμό δωματίου, όροφο, παράθυρο. Κάτι που μπορούμε να δείξουμε και να πούμε: εδώ συνέβη. Μόνο που το πιο ενδιαφέρον συνέβαινε όταν η ιστορία τελείωνε. Όταν έκλεινε η πόρτα, σταματούσε να χτυπά το τηλέφωνο και ο άνθρωπος πίσω από τον rock star έμενε μόνος σε ένα δωμάτιο που δεν ήταν δικό του. Και, κάποιες νύχτες μπορεί μια τηλεόραση έφευγε από το παράθυρο.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google






