Skip to main content

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη στα 54 του χρόνια μοιάζει παράξενα προσωπικός, όχι επειδή τον γνωρίζαμε —οι περισσότεροι δεν τον γνωρίζαμε ποτέ— αλλά επειδή υπάρχουν άνθρωποι που χωρίς να έχουν μπει στο σπίτι σου, έχουν περάσει από τη ζωή σου τόσες φορές ώστε κάποια στιγμή παύεις να τους αισθάνεσαι εντελώς ξένους. Ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο αργά το βράδυ, ένα ρεφρέν σε μια παρέα, μια διαδρομή με αυτοκίνητο μετά τις τρεις, ένας γάμος όπου ξαφνικά τραγουδούν όλοι, μια εποχή που έχει φύγει αλλά επιστρέφει μέσα σε τρία λεπτά μουσικής. Ο Μαζωνάκης ήταν εκεί. Τριάντα και πλέον χρόνια είναι αρκετά για να πάψει ένας καλλιτέχνης να είναι απλώς καλλιτέχνης και να γίνει σημείο αναφοράς του χρόνου. Άνθρωποι άκουσαν το Ανήκω σε μένα νέοι και σήμερα έχουν παιδιά μεγαλύτερα απ’ όσο ήταν οι ίδιοι όταν το πρωτοάκουσαν. Το 3 το πρωί δεν είναι πια μόνο τίτλος τραγουδιού αλλά μια ολόκληρη ώρα της ζωής, εκείνη όπου συνήθως παίρνονται οι χειρότερες αποφάσεις και λέγονται οι πιο ειλικρινείς κουβέντες, ενώ το Θέλω να γυρίσω στα παλιά απέκτησε διαφορετικό νόημα κάθε φορά που μεγάλωνε λίγο ακόμη εκείνος που το άκουγε. Αυτό κάνουν τα τραγούδια όταν αντέχουν: περιμένουν να μεγαλώσεις για να σου εξηγήσουν κάτι διαφορετικό.

Ο Μαζωνάκης ήταν ένας από τους τελευταίους πραγματικά μαζικούς Έλληνες σταρ, όχι «μαζικός» με την έννοια των εκατομμυρίων views, αλλά με εκείνη την παλιότερη, σχεδόν χαμένη σήμερα έννοια: τον ήξεραν και όσοι δεν τον άκουγαν. Κάποτε υπήρχαν καλλιτέχνες που δεν είχαν απλώς κοινό, είχαν χώρα. Σήμερα οι αλγόριθμοι μπορούν να κάνουν κάποιον τεράστιο μέσα σε μια κοινότητα και σχεδόν αόρατο έξω από αυτήν. Ο Μαζωνάκης ανήκε σε μια άλλη συνθήκη. Μπορούσες να αγαπάς τη μουσική του, να την απορρίπτεις ή να την αντιμετωπίζεις με εκείνη την ελαφρά ειρωνεία που συχνά επιφυλάσσαμε για οτιδήποτε θεωρούσαμε υπερβολικά λαϊκό, αλλά ήξερες ποιος είναι και κάποια στιγμή μπορεί να ανακάλυπτες ότι ήξερες και τους στίχους.

Εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της επιρροής του. Ο Μαζωνάκης πέρασε τα χρόνια χαλώντας μικρές βεβαιότητες χωρίς να μας ζητά ποτέ να το προσέξουμε. Η Ελλάδα αγαπούσε ανέκαθεν τις κατηγορίες της: λαϊκός ή έντεχνος, κυριλέ ή σκυλάδικο, γειτονιά ή βόρεια προάστια, καλό γούστο ή κακό γούστο, σοβαρός ή γελοίος. Μας άρεσε να πιστεύουμε ότι από τη μουσική που ακούει κάποιος, τα ρούχα που φορά και το μέρος όπου μεγάλωσε μπορούμε να καταλάβουμε περίπου ποιος είναι. Ο Μαζωνάκης δυσκόλευε διαρκώς αυτή την ευκολία. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Νίκαια ως μέρος της ιστορίας του, αλλά δεν δέχθηκε και ότι η Νίκαια έπρεπε να καθορίσει τα όρια της αισθητικής του. Δεν εγκατέλειψε το λαϊκό τραγούδι όταν άρχισε να συνομιλεί με το hip-hop, τη μόδα, την pop κουλτούρα και την υπερβολή. Δεν αντιμετώπισε την επιτυχία σαν διαδικασία εξευγενισμού της καταγωγής του. Σε μια Ελλάδα όπου για χρόνια η κοινωνική άνοδος συνοδευόταν από μια σχεδόν αγχωμένη προσπάθεια να αποδείξεις ότι δεν είσαι πια αυτό που ήσουν, εκείνος έμοιαζε να θεωρεί πως μπορούσες απλώς να προσθέσεις πράγματα χωρίς να διαγράψεις όσα προηγήθηκαν.

Το Gucci φόρεμα υπήρξε ίσως η πιο διασκεδαστική απόδειξη. Σήμερα ακούγεται σχεδόν σαν φωτογραφία της Ελλάδας των αρχών του 2000: η μάρκα, η γειτονιά, η επίδειξη, η επιθυμία να ανέβεις, η ελαφριά γελοιότητα της ευημερίας, η αίσθηση ότι όλοι μπορούσαμε να γίνουμε κάτι διαφορετικό αρκεί να αγοράσουμε τα σωστά πράγματα. Ο Μαζωνάκης δεν σατίριζε αυτή τη χώρα από έξω. Ήταν παιδί της. Ήξερε τον καημό της και ήξερε και την επιθυμία της για λάμψη. Γι’ αυτό μπορούσε να τραγουδήσει και τα δύο χωρίς να ακούγεται σαν να υποδύεται κάποιον. Ο ίδιος είχε περιγράψει κάποτε τον εαυτό του ως «Gucci φόρεμα» και «οινόπνευμα φτηνό», μια φράση που δύσκολα θα μπορούσε να συνοψίσει καλύτερα όχι μόνο εκείνον, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης Ελλάδας: μια χώρα που ήθελε να είναι ταυτόχρονα γειτονιά και κοσμοπολίτικη, λαϊκή και glamorous, σοβαρή και υπερβολική, να θυμάται από πού ξεκίνησε και να προσποιείται μερικές φορές ότι δεν το θυμάται καθόλου.

Ο Μαζωνάκης δεν μας άλλαξε επειδή προσπάθησε να μας διδάξει κάτι. Μας άλλαξε με έναν πολύ πιο αθόρυβο τρόπο. Έμενε ο εαυτός του ενώ άλλαζε συνεχώς και, κάνοντάς το, μας συνήθιζε στην ιδέα ότι και οι δικές μας βεβαιότητες μπορούσαν να μετακινηθούν.

Αυτό ήταν τελικά πιο σημαντικό από οποιαδήποτε στιλιστική επιλογή. Ο κόσμος γύρω μας απαιτεί συνεχώς να αποφασίσουμε τι ακριβώς είμαστε, να αποκτήσουμε μια ταυτότητα και να παραμείνουμε συνεπείς σε αυτή. Οι άνθρωποι όμως δεν λειτουργούν έτσι. Μεγαλώνουν, αλλάζουν γνώμη, επιστρέφουν στα παλιά, κάνουν λάθη, γίνονται περισσότεροι από ένας άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ίδιας ζωής. Ο Μαζωνάκης έδειχνε πάντα παράξενα συμφιλιωμένος με αυτή την ακαταστασία και ίσως γι’ αυτό παρέμεινε τόσο αγαπητός ακόμη και όταν τα τελευταία χρόνια η ζωή του έπαψε να μοιάζει με τη γυαλιστερή εκδοχή μιας ζωής σταρ. Οι προσωπικές του δυσκολίες πέρασαν στη δημόσια σφαίρα, οικογενειακές συγκρούσεις έγιναν θέμα καθημερινής τηλεοπτικής συζήτησης και η ευαλωτότητα εμφανίστηκε εκεί όπου κάποτε υπήρχαν μόνο φώτα και σκηνή. Το κοινό όμως δεν απομακρύνθηκε. Σε μεγάλο βαθμό έμοιαζε να τον πλησιάζει περισσότερο, ίσως επειδή στο μεταξύ είχε μεγαλώσει κι αυτό μαζί του.

Και αυτό είναι ίσως το κλειδί για τη σημερινή στενοχώρια. Όταν φεύγει ένας καλλιτέχνης που ακούσαμε για τριάντα χρόνια, δεν χάνουμε μόνο εκείνον. Ξαφνικά ανοίγει μπροστά μας ο χρόνος που περάσαμε μαζί του. Θυμόμαστε πού ήμασταν όταν ακούγαμε ένα τραγούδι, ποιος καθόταν δίπλα μας, ποιον αγαπούσαμε τότε, ποιοι άνθρωποι δεν βρίσκονται πια στη ζωή μας. Η μουσική έχει αυτή τη σκληρή ικανότητα: αποθηκεύει τη μνήμη καλύτερα από εμάς. Γι’ αυτό ένας θάνατος σαν του Μαζωνάκη μπορεί να σε στεναχωρήσει ακόμη κι αν δεν αγόρασες ποτέ δίσκο του. Επειδή δεν θρηνείς μόνο έναν τραγουδιστή. Θρηνείς λίγο και την εποχή στην οποία όλοι γνωρίζαμε τα ίδια τραγούδια, λίγο τη νύχτα όπως υπήρξε κάποτε, λίγο τους ανθρώπους που ήμασταν όταν ήμασταν νεότεροι και θεωρούσαμε ότι τα περισσότερα πράγματα θα κρατήσουν για πάντα.

Ο Μαζωνάκης δεν μας άλλαξε επειδή προσπάθησε να μας διδάξει κάτι. Μας άλλαξε με έναν πολύ πιο αθόρυβο τρόπο. Έμενε ο εαυτός του ενώ άλλαζε συνεχώς και, κάνοντάς το, μας συνήθιζε στην ιδέα ότι και οι δικές μας βεβαιότητες μπορούσαν να μετακινηθούν. Ότι η καταγωγή δεν είναι φυλακή, ότι το γούστο δεν είναι κοινωνική ταυτότητα, ότι οι αντιφάσεις δεν χρειάζεται να διορθωθούν, ότι μπορείς να γίνεις κάτι καινούργιο χωρίς να διαγράψεις εκείνον που ήσουν. Ήταν εκεί όσο αλλάζαμε και χωρίς να το καταλάβουμε μας βοήθησε να αλλάξουμε λίγο κι εμείς. Γι’ αυτό τώρα λείπει τόσο.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy