Μισό αιώνα μετά, η γέννηση του punk έχει αποκτήσει όλα όσα δεν είχε όταν συνέβαινε: ημερομηνίες, ήρωες, ιστορικούς τόπους, φωτογραφίες που έχουν γίνει εμβληματικές και μια αφήγηση τόσο τακτοποιημένη ώστε σχεδόν ξεχνάς πόσο ακατάστατη ήταν η πραγματικότητα. Οι Ramones, ο Lou Reed, η Patti Smith, οι Talking Heads, και η βρόμικη Νέα Υόρκη του Bowery, εκεί που βρισκόταν το θρυλικό CBGB. Τα γνωρίζουμε πλέον σαν κεφάλαια ενός βιβλίου που έχει ήδη γραφτεί. Ο Legs McNeil, συνιδρυτής του ιστορικού PUNK magazine και ένας από τους βασικούς χρονικογράφους της νεοϋορκέζικης punk σκηνής, επιστρέφει τώρα σε εκείνα τα χρόνια με το νέο του βιβλίο Resident Punk και η δική του αφήγηση θυμίζει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από την επίσημη ιστορία: όταν όλα αυτά συνέβαιναν, κανείς δεν ήξερε ακόμη ότι ζούσε μέσα σε μια εποχή που αργότερα θα αποκτούσε όνομα. Ο McNeil δεν είναι ιστορικός που κοιτάζει προς τα πίσω από ασφαλή απόσταση. Ήταν εκεί πριν η σκηνή μετατραπεί σε μύθο.

Το 1975 σε ηλικία 19 ετών, έστησε μαζί με τον John Holmstrom και τον Ged Dunn το PUNK, ένα περιοδικό που βοήθησε να μετατραπούν διάσπαρτα πρόσωπα, ήχοι και μικρά clubs σε κάτι που μπορούσε πλέον να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Αργότερα θα συνυπέγραφε με τη Gillian McCain το Please Kill Me, τη μνημειώδη προφορική ιστορία του αμερικανικού punk. Στην αρχή όμως δεν υπήρχε ούτε ιστορία ούτε καριέρα. Υπήρχε κυρίως μια παρέα που δεν έμοιαζε να χωρά πουθενά. Αυτό είναι ίσως το πιο συναρπαστικό πράγμα στις πολιτιστικές επαναστάσεις. Τις αναγνωρίζουμε μόνο αφού έχουν ήδη συμβεί. Την ώρα της έκρηξης μοιάζουν περισσότερο με μερικούς ανθρώπους που συναντιούνται στα λάθος μέρη, με ένα club που κανείς σοβαρός δεν θα επέλεγε για να περάσει το βράδυ του και με μουσικές που ακούγονται μπροστά σε είκοσι ανθρώπους ενώ ο υπόλοιπος κόσμος κοιτάζει αλλού.

Ο McNeil είχε μάθει από νωρίς τι σημαίνει να μην ταιριάζεις πουθενά. Μεγάλωσε με σοβαρή δυσλεξία, με το ένα πόδι μακρύτερο από το άλλο και πέρασε στην εφηβεία δύσκολες χειρουργικές επεμβάσεις. Στη δική του αφήγηση, η αίσθηση του outsider δεν κατασκευάστηκε αργότερα για να ταιριάξει στην αισθητική του punk. Αυτό το αίσθημα υπήρχε ήδη. Το punk απλώς του έδειξε ότι υπήρχαν κι άλλοι σαν εκείνον. Το καλοκαίρι του 1975 ο Holmstrom του έβαλε να ακούσει τους Dictators. Μέσα σε μια rock κουλτούρα που είχε αρχίσει να βαραίνει από τη σοβαρότητα, τη δεξιοτεχνία και τη μυθολογία του σταρ, οι Dictators έμοιαζαν σχεδόν προκλητικά απλοί. Τραγούδια για το Σαββατοκύριακο, το σεξ, το ποτό, κιθάρες που έμοιαζαν έτοιμες να διαλύσουν τα πάντα. Όχι άλλη μία απόπειρα να σωθεί ο κόσμος μέσα από ένα δεκάλεπτο solo. Κάτι πολύ πιο άμεσο. Ο Holmstrom ήθελε να φτιάξει περιοδικό και σκεφτόταν να το ονομάσει Teenage News.

Ο McNeil το βρήκε απαίσιο. Όταν τον ρώτησε πώς θα το έλεγε εκείνος, απάντησε απλά: PUNK. Δεν εφηύραν τη λέξη. Το «punk» είχε ήδη χρησιμοποιηθεί στη μουσική δημοσιογραφία και γύρω από το garage rock. Αυτό που έκαναν όμως ήταν διαφορετικό. Πήραν μια λέξη που κυκλοφορούσε στις παρυφές και της έδωσαν κεφαλαία γράμματα, εικόνες, πρόσωπα, χιούμορ, γραφιστική και attitude. Δεν δημιούργησαν τη μουσική. Βοήθησαν όμως να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι όλες αυτές οι διαφορετικές εκδοχές αμφισβήτησης ίσως αποτελούσαν μέρος της ίδιας ιστορίας. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δύναμη του PUNK. Οι Ramones δεν έμοιαζαν με τους Talking Heads. Οι Talking Heads δεν έμοιαζαν με την Patti Smith. Οι Television δεν ήταν Blondie και οι Suicide δύσκολα χωρούσαν στην ίδια μουσική κατηγορία με οποιονδήποτε από αυτούς. Το punk δεν ξεκίνησε ως συγκεκριμένος ήχος. Ξεκίνησε περισσότερο ως άρνηση να υπάρχει μόνο ένας αποδεκτός τρόπος να είσαι rock συγκρότημα. Ο McNeil το καταλαβαίνει σχεδόν μπροστά στα μάτια μας όταν πηγαίνει στο CBGB.

Οι Ramones ανεβαίνουν στη σκηνή με τα δερμάτινα, ο Dee Dee μετράει, ξεκινούν και σχεδόν αμέσως σταματούν για να διαφωνήσουν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει η απόσταση του μεγάλου rock θεάματος. Δεν υπάρχει η επιβεβλημένη τελειότητα. Υπάρχουν τέσσερις τύποι που μοιάζουν περισσότερο με συμμορία που κατά λάθος βρέθηκε πάνω σε σκηνή και ο McNeil αναγνωρίζει τον εαυτό του. Λίγο αργότερα βλέπει τους Talking Heads και η εικόνα διαλύεται ξανά. Ο David Byrne δεν έχει τίποτα κοινό με την εμφάνιση των Ramones. Είναι νευρικός, αμήχανος, σχεδόν αντι-rock star. Παρ’ όλα αυτά ανήκει στην ίδια αλλαγή. Αυτό είναι το παράδοξο που αργότερα χάσαμε όταν μετατρέψαμε το punk σε στολή: δερμάτινο, σκισμένο παντελόνι, παραμάνα, τρεις συγχορδίες, συγκεκριμένο κούρεμα. Μια κουλτούρα που γεννήθηκε από την άρνηση των κανόνων απέκτησε τελικά δικούς της κανόνες. Στην αρχή δεν υπήρχε τίποτα τόσο καθαρό.
Διαβάστε στο Black Book:
Το PUNK φτιαχνόταν σε ένα εγκαταλειμμένο κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων στη 30ή Οδό και τη Δέκατη Λεωφόρο. Τα παράθυρα ήταν βαμμένα μαύρα, το ψυγείο μετά βίας λειτουργούσε, υπήρχαν αρουραίοι και ο McNeil κοιμόταν σε έναν παλιό καναπέ. Σήμερα, λίγα μέτρα από εκεί, βρίσκεται το High Line και μια από τις πιο ακριβές και τουριστικές εκδοχές της Νέας Υόρκης. Η σύγκριση δεν είναι απλώς καλό υλικό για νοσταλγία. Λέει κάτι ουσιαστικό για το πώς παράγεται κουλτούρα. Οι νέες σκηνές χρειάζονται χώρους όπου επιτρέπεται να μην είναι ακόμη κερδοφόρες. Χρειάζονται φτηνά δωμάτια, μικρά clubs, κακοτυπωμένα περιοδικά, αποθήκες, υπόγεια και ανθρώπους που μπορούν να σπαταλήσουν χρόνο σε πράγματα τα οποία δεν έχουν ακόμη αποδείξει την αξία τους.

Όταν κάθε τετραγωνικό μέτρο μιας πόλης πρέπει να παράγει μέγιστη οικονομική απόδοση, δεν εξαφανίζεται μόνο η φτώχεια από το κέντρο της. Εξαφανίζεται και ένα μέρος της πιθανότητας να συμβεί κάτι που κανείς δεν είχε προβλέψει. Ο Holmstrom είχε πάντως καταλάβει κάτι πολύ νωρίς: δεν αρκεί να υπάρχει μια σκηνή. Χρειάζεται και κάποιος να την αφηγηθεί. Έκανε τη συνέντευξη του Lou Reed comic strip, σχεδίαζε το περιοδικό με το χέρι και μαζί με τους υπόλοιπους άρχισε πριν από την πρώτη κυκλοφορία να κολλάει στη Νέα Υόρκη αφίσες με το μήνυμα «WATCH OUT! PUNK IS COMING!!». Σήμερα πιθανότατα θα υπήρχαν παρουσιάσεις για branding, audience development και community building.
Εκείνοι είχαν χαρτί, κόλλα και κρύο. Και εδώ η ιστορία του McNeil γίνεται ξαφνικά πολύ σύγχρονη. Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν κάθε πολιτιστικό προϊόν ξεκινά ήδη γνωρίζοντας πώς θέλει να ονομαστεί, ποιο κοινό στοχεύει, ποια εικόνα θα χτίσει και πώς θα παρουσιαστεί στην πλατφόρμα. Το punk ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή. Πρώτα υπήρξε το χάος. Μετά κάποιοι άνθρωποι το παρατήρησαν. Και στο τέλος βρέθηκε η λέξη. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1975, ο McNeil περπατούσε με μερικά από τα πρώτα αντίτυπα του PUNK στα χέρια. Όταν έδωσε ένα στον Joey Ramone και στον manager του συγκροτήματος Danny Fields, εκείνοι άνοιξαν το περιοδικό και κοίταξαν το αφιέρωμα στους Ramones. Ο Fields στράφηκε τότε προς τον McNeil και του πρότεινε να του πάρει μια μπύρα. Ο McNeil είχε μπει στην περιπέτεια εν μέρει επειδή ο Holmstrom τον είχε πείσει ότι, αν έβγαζαν περιοδικό, ίσως οι άνθρωποι άρχιζαν να τους κερνούν ποτά. Το σχέδιο είχε ήδη πετύχει. Το υπόλοιπο θα το ονόμαζε αργότερα η Ιστορία.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







