Skip to main content

Οι νέες ληστείες μουσείων στη Γαλλία επαναφέρουν ένα παλιό παράδοξο: τι συμβαίνει όταν κλέβεις ένα έργο ανεκτίμητης αξίας που ολόκληρος ο κόσμος γνωρίζει ότι είναι κλεμμένο; Η μυστηριώδης ληστεία του Isabella Stewart Gardner Museum δίνει ίσως την καλύτερη απάντηση.

Στις 8 Σεπτεμβρίου, λίγο πριν από τις έξι το πρωί, δύο άνθρωποι μπήκαν στο Musée Renoir στο Καν-σιρ-Μερ της γαλλικής Ριβιέρας και έφυγαν με τέσσερις πίνακες του Ρενουάρ. Δύο εγκαταλείφθηκαν στην προσπάθεια διαφυγής. Οι άλλοι δύο παραμένουν αγνοούμενοι. Λιγότερο από έναν χρόνο νωρίτερα, δράστες είχαν χρησιμοποιήσει μηχανική σκάλα για να μπουν στην Galerie d’Apollon του Λούβρου και να φύγουν με κοσμήματα της γαλλικής βασιλικής και αυτοκρατορικής συλλογής. Οι ληστείες έφεραν ξανά στο προσκήνιο το προφανές ερώτημα: πόσο ασφαλή είναι πραγματικά τα μουσεία; Υπάρχει όμως μια άλλη ερώτηση, πολύ πιο παράξενη, που αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που η ληστεία έχει τελειώσει. Τι κάνεις όταν έχεις καταφέρει να κλέψεις ένα αριστούργημα;

Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει πρέπει να γυρίσουμε σε μια νύχτα του 1990 στη Βοστώνη. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 18ης Μαρτίου, δύο άνδρες ντυμένοι αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα του Isabella Stewart Gardner Museum. Είπαν στον φύλακα ότι είχαν έρθει έπειτα από καταγγελία για φασαρία. Εκείνος τους άφησε να μπουν. Οι δύο άνδρες ακινητοποίησαν τους φύλακες, τους έδεσαν στο υπόγειο και για τα επόμενα 81 λεπτά είχαν σχεδόν ελεύθερη πρόσβαση σε μια συλλογή ανεκτίμητης αξίας. Δεν κινήθηκαν σαν άνθρωποι που γνώριζαν ακριβώς τι είχαν μπροστά τους. Πήραν 13 έργα και αντικείμενα, ανάμεσά τους Ρέμπραντ, Βερμέερ, Ντεγκά και Μανέ, ένα κινεζικό χάλκινο αγγείο και έναν ναπολεόντειο αετό. Έκοψαν ορισμένους πίνακες από τα κάδρα τους, άφησαν άλλα μεγάλης αξίας έργα ανέγγιχτα και ύστερα έφυγαν. Η αξία των κλοπιμαίων υπολογίστηκε σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Κανένα από τα 13 αντικείμενα δεν έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα.

Εκεί αρχίζει πραγματικά η ιστορία. Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ότι δύο άνθρωποι κατάφεραν να φύγουν από ένα μουσείο κουβαλώντας έναν Βερμέερ και έργα του Ρέμπραντ. Το εντυπωσιακό είναι ότι 36 χρόνια αργότερα κανείς δεν έχει καταφέρει να τα μετατρέψει ξανά σε αυτό που υποτίθεται πως είναι: περιουσία τεράστιας οικονομικής αξίας. Ένας κλεμμένος Ρέμπραντ δεν είναι 50 ή 100 εκατομμύρια δολάρια. Είναι ένας κλεμμένος Ρέμπραντ. Η διαφορά είναι τεράστια. Αν κλέψεις μετρητά θέλεις να χαθούν μέσα στα υπόλοιπα μετρητά. Αν κλέψεις χρυσό, μπορείς να τον λιώσεις. Ένα κόσμημα μπορεί να διαλυθεί, οι πέτρες του να χωριστούν, το μέταλλο να επιστρέψει στην αγορά έχοντας χάσει την προηγούμενη ταυτότητά του. Έναν Βερμέερ δεν μπορείς να τον λιώσεις χωρίς να καταστρέψεις ακριβώς αυτό που προσπάθησες να αποκτήσεις. Η αξία του βρίσκεται σε αυτό που κάνει σχεδόν αδύνατη την εξαφάνισή του: είναι μοναδικός.

Δεν υπάρχει άλλος ίδιος πίνακας με τον οποίο μπορεί να μπερδευτεί. Δεν μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά σε μεγάλο οίκο δημοπρασιών. Δεν μπορεί να περάσει από έναν σοβαρό dealer χωρίς κάποιος να ρωτήσει από πού προήλθε. Ολόκληρος ο κόσμος της τέχνης γνωρίζει τι λείπει. Η ίδια η φήμη που έκανε τον πίνακα ανεκτίμητο γίνεται μετά την κλοπή του το μεγαλύτερο πρόβλημα του ανθρώπου που τον κρατά. Ο κινηματογράφος έχει λύσει το πρόβλημα για εμάς. Κάπου υπάρχει πάντα ένας συλλέκτης αρκετά πλούσιος και αρκετά εμμονικός ώστε να έχει ήδη παραγγείλει τον πίνακα. Ο κλέφτης κάνει τη δύσκολη δουλειά, το έργο περνά σε μια ιδιωτική αίθουσα και η ιστορία τελειώνει. Είναι μια εξαιρετικά βολική εκδοχή, επειδή δίνει απάντηση στο πιο αμήχανο μέρος της ληστείας: βρίσκει έναν αγοραστή.

Η πραγματικότητα είναι συνήθως λιγότερο κομψή. Η κλοπή μπορεί να αποδειχθεί ευκολότερη από την πώληση. Κάποιος παραβιάζει μια πόρτα, ξεγελά έναν φύλακα, εκμεταλλεύεται ένα κενό ασφαλείας και μόνο όταν έχει πλέον το αντικείμενο στα χέρια του αντιλαμβάνεται ότι το σχέδιό του τελείωνε πολύ νωρίτερα απ’ όσο έπρεπε. Στο Gardner, αυτό το παράδοξο βρίσκεται ακόμη κρεμασμένο στους τοίχους. Τα άδεια κάδρα των κλεμμένων έργων εξακολουθούν να κρέμονται στους τοίχους του μουσείου. Δεν αντικαταστάθηκαν. Δεν μετακινήθηκαν για να κρυφτεί η απώλεια. Έμειναν εκεί, περιμένοντας τους πίνακες που λείπουν.

Είναι δύσκολο να σκεφτείς καλύτερη εικόνα για το τι σημαίνει κλεμμένη τέχνη. Το έργο απουσιάζει και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στο περίγραμμά του, στον άδειο χώρο του τοίχου, στους ανθρώπους που σταματούν μπροστά του, στην ίδια την ιστορία της ληστείας. Η απουσία απέκτησε παρουσία. Και τότε το ερώτημα αλλάζει. Ο άνθρωπος που έκλεψε έναν πίνακα μπορεί πράγματι να τον έχει στην κατοχή του. Έχει όμως αυτό που τον έκανε πολύτιμο; Ο πίνακας που φτιάχτηκε για να τον κοιτάζουν πρέπει πλέον να παραμένει κρυμμένος. Το αντικείμενο που απέκτησε αξία επειδή εκατομμύρια άνθρωποι γνωρίζουν τι είναι πρέπει τώρα να βρίσκεται κάπου όπου κανείς δεν θα το αναγνωρίσει. Ένα έργο που είχε θέση μέσα στην ιστορία της τέχνης μπορεί να έχει καταλήξει τυλιγμένο σε ύφασμα, κλεισμένο σε μια αποθήκη, ένα υπόγειο ή ένα δωμάτιο χωρίς επισκέπτες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστο. Στον παράνομο κόσμο, ένα γνωστό κλεμμένο έργο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ενέχυρο, ως μέσο πίεσης, ως αντικείμενο ανταλλαγής. Αλλά είναι κάτι διαφορετικό από την κανονική του αξία. Η τιμή του στην αγορά της τέχνης μπορεί να είναι εκατοντάδες εκατομμύρια και την ίδια στιγμή η δυνατότητα να μετατραπεί νόμιμα σε χρήμα να είναι σχεδόν μηδενική. Έτσι ένας πίνακας μπορεί να χαθεί για δεκαετίες. Δεν χρειάζεται τίποτα για να παραμείνει κρυμμένος. Δεν τηλεφωνεί. Δεν χρησιμοποιεί πιστωτική κάρτα. Δεν περνά σύνορα με διαβατήριο. Δεν χρειάζεται τροφή ή νερό. Μπορεί απλώς να βρίσκεται κάπου και να περιμένει.

Ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά στις ληστείες τέχνης. Ένας πίνακας μπορεί να εξαφανιστεί για μια γενιά και να επιστρέψει όταν πεθάνει κάποιος, όταν ανοίξει μια κληρονομιά, όταν αδειάσει ένα σπίτι ή όταν ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει ολόκληρη την ιστορία αποφασίσει να μάθει τι ακριβώς βρίσκεται τόσα χρόνια στην αποθήκη. Το αντικείμενο δεν γερνά όπως ο άνθρωπος που το έκρυψε. Περιμένει περισσότερο από εκείνον. Οι πρόσφατες ληστείες στη Γαλλία ξαναφέρνουν εύλογα τη συζήτηση στις κάμερες, στους συναγερμούς, στους φύλακες και στα κενά ασφαλείας. Το Gardner όμως θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα. Τι σημαίνει πραγματικά ότι κάτι είναι δικό σου; Αν έχεις έναν Βερμέερ αλλά δεν μπορείς να τον δείξεις, να τον πουλήσεις, να μιλήσεις γι’ αυτόν ή ακόμη και να παραδεχθείς ότι υπάρχει, για πόσο τον κρατάς; Και πόση από την αξία ενός έργου βρίσκεται πραγματικά πάνω στον καμβά;

Τα άδεια κάδρα στη Βοστώνη μοιάζουν να δίνουν τη δική τους απάντηση. Οι άνθρωποι που μπήκαν στο Gardner εκείνη τη νύχτα κατάφεραν κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Πήραν τους πίνακες από τους τοίχους και εξαφανίστηκαν. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα όμως οι πίνακες εξακολουθούν να ανήκουν, με έναν παράξενο τρόπο, στο μέρος από όπου τους πήραν. Οι κλέφτες κατάφεραν να πάρουν τον Ρέμπραντ αλλά δεν κατάφεραν ποτέ να κλέψουν αυτό που τον έκανε πολύτιμο.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy