Ο Τεντ Καζίνσκι επέστρεψε μέσα από μια ταινία στο Netflix ακριβώς τη στιγμή που αρχίσαμε πάλι να φοβόμαστε την τεχνολογία. Αυτό είναι το εύκολο μέρος της ιστορίας. Το δύσκολο είναι να μη μπερδέψουμε έναν δολοφόνο με έναν άνθρωπο που είχε δίκιο. Το Unabomber του Γιάνους Μετς φτάνει σε μια στιγμή όπου η τεχνητή νοημοσύνη μετακινεί επαγγέλματα, οι αλγόριθμοι αποφασίζουν μεγάλο μέρος όσων βλέπουμε και η AI αρχίζει να γράφει, να επιλέγει, να οργανώνει και να αποφασίζει για λογαριασμό μας. Η τεχνολογία δεν μοιάζει πια απλώς με εργαλείο που κρατάμε στα χέρια μας. Μοιάζει όλο και περισσότερο με περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε. Και μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα επιστρέφει ένας άνθρωπος που πέρασε χρόνια κηρύσσοντας πόλεμο στη βιομηχανική κοινωνία και στην τεχνολογική πρόοδο. Μόνο που ο Τεντ Καζίνσκι δεν έγραψε απλώς ένα μανιφέστο. Έφτιαχνε βόμβες.
Από το 1978 μέχρι το 1995 οι εκρηκτικοί μηχανισμοί του σκότωσαν τρεις ανθρώπους και τραυμάτισαν περισσότερους από είκοσι. Το FBI τον κυνηγούσε σχεδόν δύο δεκαετίες, ώσπου το 1995 ο Καζίνσκι απαίτησε να δημοσιευτεί το Industrial Society and Its Future, το μανιφέστο στο οποίο κήρυττε τον πόλεμό του στην τεχνολογική κοινωνία. Θα μπορούσες λοιπόν να κάνεις μια ταινία για τον τρόμο που προκάλεσε, για τα θύματά του ή για μια Αμερική που έμαθε ότι ακόμη και ένα πακέτο στο ταχυδρομείο μπορούσε να κρύβει θάνατο. Το Unabomber όμως ενδιαφέρεται περισσότερο για μια άλλη ερώτηση: πώς έγινε ο Τεντ Καζίνσκι ο Unabomber; Εκεί αρχίζει η παγίδα, γιατί η ίδια η ερώτηση μας κάνει να πιστεύουμε ότι κάπου υπάρχει μια στιγμή που εξηγεί τα πάντα.

Ο Τζέικομπ Τρέμπλεϊ υποδύεται τον νεαρό Καζίνσκι, τον 16χρονο μαθηματικό που φτάνει στο Χάρβαρντ το 1958, ενώ ο Ράσσελ Κρόου εμφανίζεται ως ο ψυχολόγος Χένρι Μάρεϊ. Η ταινία δίνει μεγάλο βάρος στα αμφιλεγόμενα ψυχολογικά πειράματα στα οποία πήρε μέρος ο Καζίνσκι ως φοιτητής, ενώ παράλληλα μας μεταφέρει στο 1995 και στην προσπάθεια του FBI να ανακαλύψει τον άνθρωπο πίσω από το μανιφέστο. Όλα μοιάζουν να μπαίνουν στη θέση τους με ύποπτη ευκολία. Ένα παιδί-θαύμα μπαίνει σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, συμμετέχει σε ένα σκληρό ψυχολογικό πείραμα, απομονώνεται όλο και περισσότερο και δεκαετίες αργότερα γίνεται ένας από τους πιο διαβόητους εγχώριους τρομοκράτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Αιτία, τραύμα, μεταμόρφωση. Η γραμμή σχεδιάζεται σχεδόν μόνη της, μόνο που οι ζωές δεν έχουν την πειθαρχία ενός σεναρίου.
Ο Καζίνσκι πράγματι συμμετείχε στα πειράματα του Μάρεϊ Από αυτό όμως, μέχρι το συμπέρασμα ότι ένα πανεπιστημιακό πείραμα δημιούργησε έναν τρομοκράτη υπάρχει τεράστια απόσταση. Για τον κινηματογράφο, η διαδρομή μοιάζει σχεδόν έτοιμη: ένας πανέξυπνος, απομονωμένος έφηβος περνά από μια σκληρή ψυχολογική δοκιμασία και χρόνια αργότερα κηρύσσει πόλεμο σε μια κοινωνία που θεωρεί υποταγμένη στην τεχνολογία. Είναι εξαιρετική δραματουργία, αλλά δεν είναι αναγκαστικά εξήγηση. Άλλο είναι να προσπαθείς να καταλάβεις πώς έφτασε κάποιος ως εκεί και άλλο να αφηγείσαι τη ζωή του σαν όλα όσα ακολούθησαν να ήταν ήδη προδιαγεγραμμένα.

Το σύγχρονο true crime έχει σχεδόν εθιστεί σε αυτή την ανάγκη. Δεν του αρκεί να αναπαραστήσει ένα έγκλημα. Θέλει να κινηθεί προς τα πίσω, στην παιδική ηλικία, στην οικογένεια, στην απόρριψη, στην ταπείνωση, μέχρι να εμφανιστεί μια στιγμή που θα μπορεί να παρουσιαστεί ως η αρχή όλων. Ένας δολοφόνος γίνεται πολύ πιο ελκυστικό αφηγηματικό προϊόν όταν αποκτήσει ψυχολογία, γιατί το κακό μόνο του εξαντλείται γρήγορα, ενώ το κακό με παρελθόν μπορεί να γίνει ντοκιμαντέρ, σειρά, podcast, ταινία και τελικά σειρά. Το Netflix είχε ήδη επιστρέψει στον Καζίνσκι με το Unabomber: In His Own Words. Τώρα πηγαίνει ακόμη πιο πίσω στη νιάτα του. Στη δική του περίπτωση όμως υπάρχει μια επιπλέον δυσκολία: δεν άφησε πίσω του μόνο εγκλήματα. Άφησε και ιδέες.

Κάποιες από αυτές τις ιδέες, αν τις απομονώσεις από τη βία που τις συνόδευσε, ακούγονται σήμερα ανησυχητικά οικείες. Ο Καζίνσκι έγραφε για τεχνολογικά συστήματα που αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στα άτομα, για απώλεια αυτονομίας, για μια κοινωνία που προσαρμόζει τον άνθρωπο στις ανάγκες των μηχανών αντί να προσαρμόζει τις μηχανές στις ανάγκες του ανθρώπου. Το 2026 δεν χρειάζεται να αποσυρθείς σε μια καλύβα στη Μοντάνα για να αισθανθείς κάποια από αυτή την αγωνία. Αρκεί να κοιτάξεις πόσες μικρές αποφάσεις παραχωρείς κάθε μέρα σε ένα σύστημα που δεν βλέπεις: τι θα διαβάσεις, τι θα αγοράσεις, ποιο βίντεο θα εμφανιστεί μπροστά σου, ποια δουλειά θα αναλάβει αύριο η AI για λογαριασμό σου. Η συζήτηση για το ποιος ελέγχει ποιον δεν βρίσκεται πια στις παρυφές της τεχνοφοβίας. Έχει μπει στο κέντρο της καθημερινότητας.

Ακριβώς γι’ αυτό η επιστροφή του Καζίνσκι είναι τόσο εύκολο να παρεξηγηθεί. Το γεγονός ότι ένας τρομοκράτης εντόπισε πραγματικές αντιφάσεις της τεχνολογικής κοινωνίας δεν μετατρέπει την τρομοκρατία του σε φιλοσοφικό επιχείρημα. Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε την τεχνολογία αθώα για να απορρίψουμε τις βόμβες. Μπορούμε να μιλήσουμε για την εξουσία των αλγορίθμων, την τεχνητή νοημοσύνη, την παρακολούθηση και τη συγκέντρωση δύναμης στις τεχνολογικές εταιρείες χωρίς να μετατρέψουμε τον Καζίνσκι σε σκοτεινό προφήτη που απλώς διάλεξε λάθος μέσα. Το να αναγνωρίζεις σωστά μια ασθένεια δεν σημαίνει ότι η θεραπεία που προτείνεις παύει να είναι δηλητήριο. Οι βόμβες δεν ήταν υποσημείωση στις ιδέες του. Ήταν ο τρόπος που αποφάσισε να τις επιβάλει.

Και αυτό είναι το σημείο που καμία αφήγηση για το Χάρβαρντ και κανένας σύγχρονος φόβος για την AI δεν πρέπει να σβήσει, γιατί διαφορετικά προσπαθώντας να τον εξηγήσουμε, κινδυνεύουμε να τον κάνουμε μεγαλύτερο απ’ όσο ήταν. Από δολοφόνο σε διανοούμενο. Από τρομοκράτη σε προφήτη. Από άνθρωπο που έκανε επιλογές σε άνθρωπο που απλώς υπήρξε το αποτέλεσμα όσων του συνέβησαν. Γι’ αυτό μια ταινία σαν το Unabomber αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το αν λειτουργεί ως θρίλερ. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε όχι μόνο τον άνθρωπο που παρουσιάζει αλλά και τη δική μας ανάγκη να τον καταλάβουμε. Θέλουμε να υπάρχει μια στιγμή στην οποία μπορούμε να δείξουμε και να πούμε: εδώ συνέβη. Εδώ δημιουργήθηκε.
Η άλλη εκδοχή είναι πολύ πιο δύσκολη, γιατί προϋποθέτει ότι μπορεί να μην υπάρχει ποτέ μία τέτοια στιγμή. Οι άνθρωποι δεν μετατρέπονται σε αυτό που γίνονται με την καθαρή λογική ενός σεναρίου. Χαρακτήρας, εμπειρίες, ιδέες, επιλογές, εμμονές και προσωπική ευθύνη μπορούν να μπλεχτούν τόσο πολύ ώστε να μην υπάρχει ένα νήμα που, αν το τραβήξεις, θα εξηγήσει τα πάντα. Το true crime δυσκολεύεται με αυτή την αβεβαιότητα επειδή η αβεβαιότητα δεν κάνει εύκολο streaming. Η πλατφόρμα χρειάζεται την επόμενη αιτία και ο θεατής θέλει να αισθάνεται ότι πλησιάζει προς μια αποκάλυψη. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία υποχρέωση να μας την προσφέρει. Εμείς είμαστε εκείνοι που θέλουμε να υπάρχει ένα «εδώ άρχισαν όλα», επειδή μας καθησυχάζει η ιδέα ότι το κακό έχει αρχή, αιτία και εξήγηση. Η πραγματικότητα είναι πιο άβολη, γιατί καμία ζωή δεν εξηγείται πραγματικά αν τη διαβάσεις ανάποδα.
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







