Skip to main content

Ο Ντον ΜακΚάλιν πέρασε τη ζωή του πιστεύοντας ότι μια φωτογραφία μπορούσε να αναγκάσει τον κόσμο να κοιτάξει. Στα 90 του, δεν είναι πια βέβαιος ότι όσα έδειξε κατάφεραν να αλλάξουν κάτι. Το νέο του βιβλίο, Vietnam, συγκεντρώνει περισσότερες από εκατό ασπρόμαυρες και είκοσι έγχρωμες φωτογραφίες που τράβηξε ανάμεσα στο 1965 και το 1972, πολλές από τις οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Στρατιώτες, τραυματίες, παιδιά, κατεστραμμένα σπίτια, δρόμοι που έχουν γίνει πεδία μάχης. Άνθρωποι που τρέχουν, περιμένουν, αιμορραγούν, πεθαίνουν. Ο ίδιος συνοδεύει τις εικόνες με μικρά κείμενα, σημειώσεις και αναμνήσεις, σαν να προσπαθεί μισό αιώνα αργότερα να βρει τις λέξεις για πράγματα που τότε μπορούσε μόνο να φωτογραφίσει. Θα μπορούσε να είναι ακόμη ένα σημαντικό βιβλίο για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Είναι όμως κάτι δυσκολότερο: μια επιστροφή όχι μόνο στις εικόνες, αλλά και στην ενοχή πίσω από αυτές.

Ο ΜακΚάλιν δεν παρουσιάζει σήμερα τον νεότερο εαυτό του ως έναν γενναίο μάρτυρα της Ιστορίας που κατέβαινε στα πεδία των μαχών αποκλειστικά για να υπηρετήσει την αλήθεια. Λέει κάτι πολύ πιο άβολο. Ήταν στις αρχές των τριάντα του, ήθελε να κάνει όνομα, ήθελε να είναι καλύτερος από τους άλλους, να πλησιάσει περισσότερο, να πάρει την εικόνα που κανείς άλλος δεν είχε καταφέρει να πάρει. Κοιτάζοντας πίσω, αισθάνεται ότι μπήκε μέσα στον πόνο άλλων ανθρώπων και χρησιμοποίησε, έστω χωρίς να το αντιλαμβάνεται τότε, τη δυστυχία τους για να χτίσει και τη δική του διαδρομή. Αυτή η παραδοχή ίσως έχει μεγαλύτερη αξία από οποιαδήποτε τεχνική ανάλυση των φωτογραφιών του, γιατί αγγίζει μια ερώτηση που η δημοσιογραφία δεν μπορεί ποτέ να λύσει ολοκληρωτικά: Πού τελειώνει η μαρτυρία και πού αρχίζει η εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου;

Ο ΜακΚάλιν θυμάται το Βιετνάμ γεμάτο δημοσιογράφους, φωτογράφους και κινηματογραφιστές που μετακινούνταν από σύγκρουση σε σύγκρουση. Τους αποκαλεί war junkies και δεν εξαιρεί τον εαυτό του. Η πιο σκληρή φράση του, όμως, είναι πολύ απλούστερη: «Δεν μπορείς να σώσεις μια ζωή με μια Nikon». Μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις βρίσκεται η βασική αντίφαση της πολεμικής φωτογραφίας. Ο φωτογράφος μπορεί να βρίσκεται τόσο κοντά ώστε να βλέπει τον φόβο στο πρόσωπο κάποιου και την ίδια στιγμή να μην μπορεί να κάνει τίποτε για να τον σώσει. Πατά το κουμπί και καταγράφει αυτό που συμβαίνει. Η εικόνα μένει. Ο άνθρωπος όχι πάντα.

Παρόλα αυτά ο ΜακΚάλιν επέστρεφε ξανά και ξανά. Για χρόνια πίστευε ότι οι φωτογραφίες μπορούσαν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε έναν πόλεμο. Πάνω σε αυτή την πίστη χτίστηκε μεγάλο μέρος του μύθου της φωτοδημοσιογραφίας του 20ού αιώνα: αν δείξεις στον κόσμο αυτό που συμβαίνει, ο κόσμος δεν θα μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος έμαθε να ξέρει και να συνεχίζει. Ο ίδιος θυμάται πως κάθε φορά που ένας πόλεμος τελείωνε, κάποιος άλλος είχε ήδη αρχίσει να παίρνει τη θέση του. Σήμερα η απόσταση ανάμεσα στον πόλεμο και στον θεατή έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν περιμένουμε μια εφημερίδα να τυπωθεί ούτε ένα περιοδικό να φτάσει στο περίπτερο. Η εικόνα μπορεί να εμφανιστεί στην οθόνη μας λίγα λεπτά μετά το γεγονός.

Σήμερα το πρόβλημα δεν είναι ότι βλέπουμε λίγες εικόνες. Είναι ότι βλέπουμε τόσες πολλές, ώστε καθεμία κινδυνεύει να χαθεί μέσα στην επόμενη. Ένα παιδί μέσα στα ερείπια. Ένας άνθρωπος που τρέχει κρατώντας κάποιον τραυματισμένο. Ένα κτίριο που έχει μόλις καταρρεύσει. Και ύστερα, με μία κίνηση του αντίχειρα, ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα αστείο βίντεο, ένα γκολ, μια συνταγή, ένας influencer σε κάποιο νησί. Δεν είναι ότι θεωρούμε όλα αυτά τα πράγματα ισοδύναμα. Η πλατφόρμα όμως τα παραδίδει όλα στην ίδια αδιάκοπη ροή, όπου η μία εικόνα σβήνει σχεδόν αμέσως μέσα στην επόμενη. Η εικόνα του πραγματικού θανάτου έχει χάσει κάτι που κάποτε τη συνόδευε αυτονόητα: τον χώρο και τον χρόνο που απαιτούσε για να τη δεις πραγματικά. Στο χαρτί υπήρχε η σελίδα, ο τίτλος, το κείμενο, η απόφαση ενός συντάκτη ότι αυτή η φωτογραφία πρέπει να βρίσκεται εκεί. Υπήρχε ακόμη και ο χρόνος που χρειαζόταν για να γυρίσεις τη σελίδα. Σήμερα η εικόνα πρέπει να παλέψει με την επόμενη εικόνα.

Αν δείξεις στον κόσμο αυτό που συμβαίνει, ο κόσμος δεν θα μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος έμαθε να ξέρει και να συνεχίζει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η φωτοδημοσιογραφία έχει πεθάνει, όπως δηλώνει ο ΜακΚάλιν. Φωτογράφοι εξακολουθούν να μπαίνουν σε πολέμους, να παίρνουν τεράστια ρίσκα, να καταγράφουν εγκλήματα και να δημιουργούν τεκμήρια χωρίς τα οποία πολλές ιστορίες θα έμεναν αόρατες. Έχει αλλάξει όμως δραματικά ο τρόπος με τον οποίο εμείς τις βλέπουμε. Η δυσκολία σήμερα δεν είναι να φτάσει η εικόνα σε εμάς. Είναι να παραμείνει.

Ο ΜακΚάλιν μιλά για τη Γάζα ενώ παρακολουθεί τις ειδήσεις από το σπίτι του στο Σόμερσετ. Δεν χρειάζεται να εξισώσει κανείς διαφορετικούς πολέμους για να αντιληφθεί την ειρωνεία. Ο άνθρωπος που πέρασε δεκαετίες φωτογραφίζοντας συγκρούσεις, βλέπει μισό αιώνα αργότερα εικόνες αμάχων, ερειπίων και νεκρών να επιστρέφουν με άλλη γεωγραφία και με την ίδια αδυναμία της εικόνας να σταματήσει αυτό που καταγράφει. Γι’ αυτό οι φωτογραφίες του Βιετνάμ εξακολουθούν να έχουν σημασία. Όχι μόνο επειδή μας δείχνουν πώς ήταν ένας πόλεμος που έχει ήδη περάσει στην Ιστορία, αλλά επειδή μας αναγκάζουν να αναρωτηθούμε τι περιμένουμε σήμερα από μια φωτογραφία πολέμου. Να μας ενημερώσει, να μας συγκλονίσει, να μας κάνει να θυμηθούμε, να μας κάνει να δράσουμε; Και πόσες εικόνες χρειάζονται μέχρι να αρχίσει να συμβαίνει το αντίθετο;

Ο ΜακΚάλιν κουβαλά αυτές τις ερωτήσεις για δεκαετίες. Δεν κοιμάται πάντα καλά. Οι σκηνές επιστρέφουν. Ο ίδιος λέει ότι το έργο του δεν κατάφερε να αποτρέψει τους πολέμους που ακολούθησαν και έχει χάσει μεγάλο μέρος από τη βεβαιότητα που ίσως είχε όταν ήταν νέος. Τα τελευταία χρόνια έχει στρέψει τον φακό του αλλού. Φωτογραφίζει το Σόμερσετ, χωράφια, δέντρα, ουρανούς. Έχει ασχοληθεί με νεκρές φύσεις και με ρωμαϊκά γλυπτά. Στη φύση όμως βρίσκει κάτι που οι πόλεμοι δεν του επέτρεψαν ποτέ: ησυχία. Λέει ότι το τοπίο θεράπευσε ένα μέρος από τον πόνο και τη ντροπή που κουβαλούσε. Εκεί δεν παίρνει τίποτε από κανέναν. Δεν εισβάλλει στη χειρότερη στιγμή μιας ξένης ζωής. Δεν χρειάζεται να αποφασίσει αν πρέπει να βοηθήσει ή να φωτογραφίσει. Ο Ντον ΜακΚάλιν πέρασε δεκαετίες πλησιάζοντας όσο μπορούσε τον πόλεμο. Τώρα φωτογραφίζει τα δέντρα γύρω από το σπίτι του. Εκεί, λέει, δεν κλέβει τίποτε από κανέναν.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;