Skip to main content

Ο Τζέιμς Ντιν υπήρξε καλύτερος ηθοποιός απ’ όσο επιτρέπει να πιστεύουμε ο μύθος του. Η φήμη του Τζέιμς Ντιν ξεπέρασε τόσο πολύ τις ταινίες του, ώστε σήμερα θυμόμαστε περισσότερο τον επαναστάτη που δημιούργησε το Χόλιγουντ παρά τον ηθοποιό που υπήρξε πραγματικά. Εκατομμύρια άνθρωποι γνωρίζουν το πρόσωπό του, το τσιγάρο, το ακατάστατο μαλλί, το βλέμμα που υποτίθεται ότι περιφρονούσε τον κόσμο. Πόσοι όμως θυμούνται μια πραγματικά καλή σκηνή του; Ο θάνατός του στα είκοσι τέσσερα εξασφάλισε στην εικόνα του μια αιώνια νεότητα. Στις ταινίε ωστόσο βρίσκεται ένας πολύ πιο ενδιαφέρων άνθρωπος από εκείνον που γνωρίζουμε από τις αφίσες.

Στο Ανατολικά της Εδέμ του 1955, ο Ντιν κινείται σαν να βρίσκεται διαρκώς στο λάθος δωμάτιο. Καμπουριάζει, τρίβει τα χέρια του, αποφεύγει τα βλέμματα, χαμογελά σε στιγμές που κανείς άλλος δεν θα χαμογελούσε. Οι συμπρωταγωνιστές του παίζουν με τη σιγουριά έμπειρων ηθοποιών, ελέγχοντας κάθε χειρονομία και αντίδρασή τους. Εκείνος μοιάζει να αμφισβητεί ακόμη και τη θέση των επίπλων. Άλλοτε η παρουσία του δίνει στη σκηνή μια απρόβλεπτη ένταση και άλλοτε οι υπερβολές του γίνονται κουραστικές. Ακόμη κι όταν η ερμηνεία του χάνει το μέτρο το βλέμμα παραμένει διαρκώς πάνω του.

Ο Ηλίας Καζάν είχε ήδη συνεργαστεί με τον Μάρλον Μπράντο και γνώριζε τι μπορούσε να πετύχει ένας ηθοποιός εγκαταλείποντας τις συμβάσεις της θεατρικής ερμηνείας. Ο Μπράντο ωστόσο διέθετε μια τεχνική ακρίβεια που συχνά παραβλέπεται πίσω από τη φήμη του αυθόρμητου επαναστάτη. Ο Ντιν δεν είχε την ίδια πειθαρχία. Ο Καζάν παρατηρούσε ότι μπορούσε να πετύχει μια σκηνή αμέσως ή να μην την πετύχει καθόλου. Αντί να εξαλείψει αυτή την αστάθεια αποφάσισε να δουλέψει μαζί της. Για τον ρόλο του Καλ Τρασκ, του νεαρού που θεωρείται το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και αγωνίζεται να κερδίσει την αποδοχή του αυστηρού πατέρα του, η απρόβλεπτη συμπεριφορά του Ντιν αποδείχθηκε ιδανική

Ο Ρέιμοντ Μάσεϊ, που υποδυόταν τον πατέρα, είχε διαφορετική γνώμη. Ο Μάσεϊ είχε μάθει να δουλεύει με πειθαρχία και συνέπεια και δυσκολευόταν να ανεχθεί την απρόβλεπτη συμπεριφορά του νεαρού συμπρωταγωνιστή του. Ο Ντιν καθυστερούσε, απομονωνόταν πριν από τις λήψεις, αυτοσχεδίαζε και δοκίμαζε την υπομονή του συνεργείου. Ο Καζάν δεν βιάστηκε να αποκαταστήσει την ηρεμία. Σύμφωνα με αφηγήσεις από την παραγωγή, κατά τη διάρκεια μιας σκηνής όπου ο Ντιν διάβαζε αποσπάσματα από τη Βίβλο, ο Καζάν του ζήτησε να αντικαταστήσει μέρος του κειμένου με βρισιές. Ο Μάσεϊ εξοργίστηκε όπως ακριβώς επιδίωκε ο σκηνοθέτης. Οι βρισιές αφαιρέθηκαν αργότερα αλλά η αυθεντική οργή του Μάσεϊ παρέμεινε στο τελικό μοντάζ.

Μπορεί κανείς να θαυμάσει το αποτέλεσμα χωρίς να χειροκροτήσει τη μέθοδο. Η πρόκληση πραγματικής δυσφορίας για να παραχθεί μια πειστική κινηματογραφική σύγκρουση θέτει ερωτήματα που η επιτυχία μιας ταινίας δεν ακυρώνει. Ο Καζάν υπήρξε σκηνοθέτης εξαιρετικής διορατικότητας, αλλά δεν χρειάζεται να μετατρέπουμε κάθε απόφασή του σε απόδειξη ιδιοφυΐας. Το ενδιαφέρον είναι ότι κατάφερε να ενσωματώσει μια πραγματική αντιπάθεια στη σχέση δύο φανταστικών προσώπων, χωρίς το αποτέλεσμα να μοιάζει με απλή καταγραφή μιας προσωπικής διαμάχης.

Ο Ντιν είχε χάσει τη μητέρα του από καρκίνο όταν ήταν εννέα ετών και μεγάλωσε στην Ιντιάνα, μακριά από τον πατέρα του. Ο Καζάν γνώριζε αυτή την ιστορία και αναγνώρισε τη συγγένειά της με την περίπτωση του Καλ. Θα ήταν όμως λάθος να αποδώσουμε όσα βλέπουμε στην οθόνη αποκλειστικά στα δύσκολα βιώματα του Ντιν, παραβλέποντας το ταλέντο και τη δουλειά του ως ηθοποιού. Ο ηθοποιός δεν προσφέρει απλώς τα βιώματά του στην κάμερα. Ο Ντιν ήξερε να αξιοποιεί τις προσωπικές του εμπειρίες χωρίς να περιορίζεται σε αυτές. Μπορούσε να δώσει σε μια απλή χειρονομία ή σε μια αμήχανη σιωπή μεγαλύτερη ένταση από όση θα πετύχαινε με έναν ολόκληρο διάλογο. Δεν είχε πάντοτε τον έλεγχο της ερμηνείας του, αλλά συχνά αυτή η αδυναμία τον έκανε ακόμη πιο ενδιαφέροντα.

Οι μορφασμοί του γίνονται κάποτε υπερβολικοί, η ομιλία του ακούγεται παράξενη μέσα στο ιστορικό περιβάλλον της ταινίας και η κινησιολογία του ανήκει περισσότερο στην Αμερική του 1955 παρά στην Καλιφόρνια του 1917. Αυτά είναι πραγματικά ελαττώματα αλλά εκεί βρίσκεται και η ιδιαιτερότητά του. Ο Ντιν ήξερε να αξιοποιεί τις προσωπικές του εμπειρίες χωρίς να περιορίζεται σε αυτές. Μπορούσε να δώσει σε μια απλή χειρονομία ή σε μια αμήχανη σιωπή μεγαλύτερη ένταση από όση θα πετύχαινε με έναν ολόκληρο διάλογο. Δεν είχε πάντοτε τον έλεγχο της ερμηνείας του, αλλά συχνά αυτή η αδυναμία τον έκανε ακόμη πιο ενδιαφέροντα. Παρότι η ιστορία εκτυλίσσεται το 1917, ο Ντιν συμπεριφέρεται σαν ένας νέος της δεκαετίας του 1950, με την ανησυχία, την αμηχανία και τη δυσκολία να εκφράσει όσα αισθάνεται.

Η καλύτερη σκηνή της ταινίας δεν απαιτεί καμία εξήγηση. Ο Καλ προσφέρει στον πατέρα του χρήματα, ελπίζοντας να κερδίσει την επιδοκιμασία του. Εκείνος τα απορρίπτει επικαλούμενος τις ηθικές του αρχές. Ο Ντιν σε έναν αναπάντεχο αυτοσχεδιασμό, πλησιάζει τον Μάσεϊ και τον αγκαλιάζει. Ο Μάσεϊ που δεν περίμενε αυτή την κίνηση, ξαφνιάζεται και μένει ακίνητος, χωρίς να ανταποδώσει την αγκαλιά. Ο Ντιν κρέμεται από πάνω του με μια αδεξιότητα που κανένας συμβατικός κινηματογραφικός ήρωας δεν θα επέλεγε. Κάνει κάτι που σπάνια επέτρεπε το κλασικό Χόλιγουντ στους άνδρες πρωταγωνιστές του: δείχνει απροκάλυπτα πόσο ανάγκη έχει την αγάπη κάποιου, ακόμη κι όταν εκείνος τον απορρίπτει.

Το «Ανατολικά της Εδέμ» υπήρξε η μοναδική από τις τρεις μεγάλες ταινίες του που πρόλαβε να δει στις αίθουσες. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1955 σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στην Καλιφόρνια. Ήταν είκοσι τεσσάρων ετών. Ο «Επαναστάτης χωρίς αιτία» και ο «Γίγας» κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του. Μια καριέρα τερματίστηκε προτού προλάβει να αναπτυχθεί και το Χόλιγουντ απέκτησε κάτι σπανιότερο από έναν επιτυχημένο αστέρα: ένα είδωλο που δεν θα γερνούσε και δεν θα απογοήτευε ποτέ το κοινό με τις μελλοντικές του επιλογές.

Η νέα μεταφορά του «Ανατολικά της Εδέμ» στο Netflix, σε διασκευή της Ζόι Καζάν, εγγονής του Ηλία Καζάν, επαναφέρει στο προσκήνιο το μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ. Σε επτά επεισόδια, με τη Φλόρενς Πιου στον ρόλο της Κάθι Έιμς και τον Τζόζεφ Ζάντα ως Καλ Τρασκ, η ιστορία αποκτά μεγαλύτερη έκταση και δίνει περισσότερο χώρο σε πρόσωπα που η ταινία του 1955 είχε αφήσει στο περιθώριο. Για τον Ζάντα, πάντως, υπάρχει μια δυσκολία που καμία ερμηνεία δεν μπορεί εύκολα να ξεπεράσει. Δεν καλείται απλώς να υποδυθεί τον ίδιο χαρακτήρα με τον Τζέιμς Ντιν, αλλά να αντιμετωπίσει τη σύγκριση με έναν ηθοποιό που ο πρόωρος θάνατός του τον προστάτευσε από τη φθορά του χρόνου και τις αποτυχίες μιας κανονικής καριέρας.

Ο Τζέιμς Ντιν έζησε αρκετά ώστε να γυρίσει τρεις μεγάλες ταινίες και πολύ λίγο ώστε να αποδείξει τι είδους ηθοποιός θα μπορούσε να γίνει. Ο θάνατος τον προστάτευσε από τις αποτυχίες που ενδεχομένως θα ακολουθούσαν, αλλά του στέρησε και τις δυνατότητες που δεν πρόλαβε να εξερευνήσει. Σήμερα εξακολουθούμε να αναγνωρίζουμε στη διάσημη φωτογραφία του Ντένις Στοκ έναν επαναστάτη. Στο «Ανατολικά της Εδέμ», όμως, υπάρχει μια εικόνα που αξίζει περισσότερο. Ο Ντιν έχει ρίξει τα χέρια του γύρω από τον Μάσεϊ. Ο Μάσεϊ δεν ανταποκρίνεται. Η κάμερα συνεχίζει να γράφει. Ο άνθρωπος που θα γινόταν το διασημότερο πρόσωπο της νεανικής επανάστασης βρίσκεται εκεί, με το κεφάλι ακουμπισμένο στον ώμο ενός άλλου άνδρα, περιμένοντας μια αγκαλιά που δεν έρχεται.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;