Ο Άντι Μπέρναμ, ο σημερινός πρωθυπουργός της Βρετανίας, είναι οπαδός της Έβερτον. Στις 30 Σεπτεμβρίου ωστόσο, βρέθηκε να εξηγεί γιατί θα τον ανησυχούσε μια ενδεχόμενη αποχώρηση των ιδιοκτητών της Μάντσεστερ Σίτι. Μία ημέρα νωρίτερα ανεξάρτητη επιτροπή είχε κρίνει την ομάδα υπεύθυνη για σοβαρές παραβιάσεις των οικονομικών κανονισμών. Ο Μπέρναμ δεν μιλούσε πλέον ως δήμαρχος του ευρύτερου Μάντσεστερ, θέση που κατείχε επί εννέα χρόνια. Μιλούσε ως πρωθυπουργός της Βρετανίας. Η ανησυχία του αφορούσε πολύ περισσότερα από την επόμενη ημέρα ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου. Η απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου αφορά εννέα αγωνιστικές περιόδους, από το 2009 έως το 2018. Σύμφωνα με την επιτροπή, η Σίτι παρουσίαζε ως έσοδα από χορηγίες χρήματα που στην πραγματικότητα προέρχονταν από τον ιδιοκτήτη της. Παράλληλα φέρεται να απέκρυπτε μέρος των πραγματικών δαπανών της. Οι οικονομικές παρατυπίες που διαπίστωσε η επιτροπή αφορούν συνολικά περισσότερα από 900 εκατομμύρια λίρες. Η ομάδα αρνείται τις κατηγορίες και έχει καταθέσει έφεση ενώ δεν έχει ακόμη καθοριστεί ποινή. Δεν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση. Είναι όμως μια θεσμική κρίση αρκετά σοβαρή ώστε να δοκιμάζει ήδη τις ισορροπίες έξω από τα γήπεδα.

Στις 18 Οκτωβρίου, ένα νέο ρεπορτάζ του Guardian έφερε στο προσκήνιο τις οικονομικές σχέσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης του Μάντσεστερ με εταιρείες συμφερόντων του ιδιοκτήτη της Σίτι, σεΐχη Μανσούρ. Επιτροπή ελέγχου της τοπικής αυτοδιοίκησης πρόκειται να εξετάσει δάνεια συνολικού ύψους 55 εκατομμυρίων λιρών που χορηγήθηκαν το 2017 σε τρεις εταιρείες οι οποίες ελέγχονταν τελικά από τον σεΐχη Μανσούρ, ιδιοκτήτη της Σίτι και αντιπρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τα χρήματα προήλθαν από στεγαστικό ταμείο της μητροπολιτικής αρχής του Μάντσεστερ, όταν δήμαρχος ήταν ο Μπέρναμ, και συνδέονταν με την οικιστική ανάπτυξη Manchester Life.
Η αρχή επιμένει ότι τα δάνεια αποπληρώθηκαν στο σύνολό τους, πως η διαδικασία ήταν δημόσια και ότι το ταμείο έχει στηρίξει δεκάδες επενδυτές χωρίς κόστος για τους φορολογουμένους. Παραμένουν όμως αναπάντητα ερωτήματα για το επιτόκιο και τα κριτήρια έγκρισης. Λίγες εβδομάδες πριν από τη χορήγησή τους, ο Μπέρναμ είχε βρεθεί με ανθρώπους της ομάδας στο Etihad. Η συνάντηση δεν εμφανιζόταν πλέον στα δημόσια αρχεία και ο ίδιος ζήτησε πλήρη επανέλεγχο των επαφών του. Τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει παράνομη συναλλαγή. Δείχνει όμως γιατί η διαφάνεια δεν είναι πολυτέλεια όταν το δημόσιο συμφέρον συναντά τόσο ισχυρά ιδιωτικά κεφάλαια.

Η σχέση άρχισε να διαμορφώνεται σε μια εντελώς διαφορετική Βρετανία. Το φθινόπωρο του 2008, ενώ οι τράπεζες αναζητούσαν σωσίβιο στη χρηματοπιστωτική κρίση, ο σεΐχης Μανσούρ απέκτησε τη Μάντσεστερ Σίτι μέσω επενδυτικού σχήματος του Άμπου Ντάμπι. Τον Οκτώβριο συμφώνησε να διαθέσει έως 3,5 δισεκατομμύρια λίρες στην Barclays, συμβάλλοντας στην προσπάθειά της να αποφύγει κρατική διάσωση. Η μία επένδυση αφορούσε ένα ποδοσφαιρικό όνειρο, η άλλη τη ρευστότητα μιας μεγάλης τράπεζας. Μαζί έδειχναν πόσο είχε μετακινηθεί το κέντρο βάρους του χρήματος.
Στο ανατολικό Μάντσεστερ, τα χρήματα του Άμπου Ντάμπι δεν άλλαξαν μόνο την πορεία της ομάδας. Άρχισαν να αλλάζουν και την εικόνα της περιοχής γύρω από το γήπεδο. Κατασκευάστηκαν εγκαταστάσεις, δημιουργήθηκαν δραστηριότητες και προχώρησαν έργα ανάπλασης σε περιοχές που είχαν πληρώσει ακριβά τη βιομηχανική παρακμή. Για τους κατοίκους, οι επενδύσεις δεν ήταν αφηρημένη γεωπολιτική. Ήταν δουλειές, κατοικίες, δρόμοι, μια διαφορετική εικόνα της γειτονιάς τους. Γι’ αυτό η ιστορία δεν χωρά εύκολα στο βολικό σχήμα των κακών ιδιοκτητών και των εξαπατημένων φιλάθλων. Οι πραγματικές ωφέλειες συνυπάρχουν με την ανάγκη δημόσιου ελέγχου.

Η οικονομική σχέση ξεπερνά άλλωστε κατά πολύ τη Σίτι. Η επενδυτική σύμπραξη Βρετανίας και Εμιράτων, που ξεκίνησε το 2021, είχε φτάσει τον περασμένο Απρίλιο σε σχεδόν 30 δισεκατομμύρια λίρες δεσμευμένων επενδύσεων, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία των Εμιράτων. Δεν είναι χρήματα της ομάδας ούτε οφείλονται όλα στο ποδόσφαιρο. Φανερώνουν όμως το μέγεθος της σχέσης που ένας Βρετανός πρωθυπουργός οφείλει να συνυπολογίζει. Και εδώ βρίσκεται η δυσκολία: να αναγνωρίζει την αξία των επενδύσεων χωρίς να αφήνει την αξία τους να επηρεάζει την ισχύ των κανόνων.

Συχνά ονομάζουμε «sportswashing» την αγορά συλλόγων από πλούσια κράτη που θέλουν να βελτιώσουν την εικόνα τους. Η λέξη εξηγεί κάτι αλλά όχι τα πάντα. Μια ομάδα που κερδίζει πρωταθλήματα δίνει διεθνή δημοσιότητα. Μια ομάδα που συμβάλλει στην αναγέννηση μιας πόλης δημιουργεί επίσης δεσμούς με δημάρχους, επιχειρήσεις, οικογένειες, χιλιάδες εργαζομένους. Μπορεί έτσι να γίνει σημαντική για ανθρώπους που δεν παρακολουθούν ούτε λεπτό ποδόσφαιρο. Όταν έρχεται η ώρα του ελέγχου αυτή η σημασία αποκτά πολιτικό βάρος.
Ο Ντέιβιντ Κόγκαν, επικεφαλής της νέας ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής του αγγλικού ποδοσφαίρου, δήλωσε στις 13 Οκτωβρίου ότι θα παραιτούνταν εάν δεχόταν πολιτική πίεση. Ξεκαθάρισε ότι δεν έχει δεχτεί καμία. Η δική του αρχή δεν αποφασίζει την έφεση ούτε την ποινή της Premier League, μπορεί όμως υπό προϋποθέσεις να ελέγξει την καταλληλότητα των ιδιοκτητών ενός συλλόγου. Σε ακραία περίπτωση αυτός ο έλεγχος μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε υποχρεωτική πώληση. Η διαβεβαίωσή του αξίζει όσο και η δυνατότητα να τηρηθεί αν οι ισορροπίες γίνουν δυσκολότερες.

Στο μεταξύ ο φίλαθλος της Σίτι δεν παύει να αγαπά την ομάδα του. Δεν επέλεξε τους λογιστικούς μηχανισμούς της ούτε τις διπλωματικές σχέσεις της χώρας. Θυμάται το γκολ που άλλαξε ένα πρωτάθλημα, τις βόλτες προς το γήπεδο, τη χαρά που μοιράστηκε με τον πατέρα ή το παιδί του. Καμία απόφαση δεν ακυρώνει αυτά τα βιώματα. Το ερώτημα είναι αν η αγάπη για το ποδόσφαιρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως λόγος να μην εξεταστούν όσα έγιναν στο όνομά του.
Η Βρετανία δικαιούται να θέλει τις επενδύσεις του Άμπου Ντάμπι. Το Μάντσεστερ δικαιούται να υπερασπίζεται όσα κέρδισε. Κανένα από τα δύο δεν αποτελεί επιχείρημα για διαφορετικούς κανόνες. Η υπόθεση της Σίτι θα κριθεί από τις προβλεπόμενες διαδικασίες και όχι από τις δηλώσεις ενός πρωθυπουργού. Αλλά η δυσκολία του να πει κανείς κάτι τόσο αυτονόητο είναι ήδη αποκαλυπτική. Όταν μια ποδοσφαιρική ποινή αρχίζει να μοιάζει με απειλή για μια εθνική οικονομία, το ακριβότερο τίμημα που μπορεί να μην εμφανίζεται σε κανέναν ισολογισμό, είναι η εμπιστοσύνη ότι οι θεσμοί μπορούν ακόμη να πουν όχι.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







