Στις 18 Οκτωβρίου 1851 οι Βρετανοί αναγνώστες του βιβλίου που γνωρίζουμε ως «Μόμπι Ντικ» βρέθηκαν μπροστά σε ένα λογοτεχνικό ατύχημα. Το φαλαινοθηρικό είχε βυθιστεί, το πλήρωμα είχε χαθεί και ο αφηγητής έμοιαζε να έχει πνιγεί μαζί τους. Πώς μπορούσε λοιπόν να διηγείται την ιστορία; Η εξήγηση δεν βρισκόταν στη θάλασσα αλλά στο τυπογραφείο. Από τη λονδρέζικη έκδοση που κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Η Φάλαινα», έλειπε ο επίλογος που εξηγούσε την επιβίωση του Ισμαήλ. Ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία για τα όρια της ανθρώπινης γνώσης είχε εμφανιστεί χωρίς την απάντηση σε μια απολύτως πρακτική ερώτηση. Εκατόν εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, ο κάπτεν Άχαμπ θα αναγνώριζε πολλά στον κόσμο μας. Μια εξήγηση για κάθε γεγονός, έναν ένοχο για κάθε συμφορά, μια βεβαιότητα έτοιμη να εκτοπίσει την προηγούμενη. Στον δημόσιο λόγο το «δεν ξέρω» ακούγεται συχνά σαν ομολογία ήττας. Έχουμε αποκτήσει πανίσχυρα μέσα για να βρίσκουμε πληροφορίες, αλλά δεν είμαστε κατ’ ανάγκην πιο πρόθυμοι να δεχτούμε όσα παραμένουν αβέβαια. Ο Μέλβιλ είχε δώσει σε αυτή τη δυσφορία ένα πρόσωπο πολύ πριν από τις οθόνες και τις ακαριαίες απαντήσεις τους.
Η λευκή φάλαινα του πήρε το πόδι, αλλά ο Άχαμπ της έδωσε κάτι πολύ μεγαλύτερο: την υπόλοιπη ζωή του. Από εκείνη τη στιγμή κάθε ταξίδι, κάθε νύχτα στη θάλασσα, κάθε σκέψη του περιστρέφεται γύρω από το πλάσμα που τον σημάδεψε. Η εκδίκηση είναι μόνο η αρχή. Εκείνο που πραγματικά τον βασανίζει είναι η υποψία πως πίσω από τον ακρωτηριασμό του δεν κρύβεται καμία πρόθεση, κανένα μυστικό που περιμένει να αποκαλυφθεί. Ο Άχαμπ χρειάζεται έναν εχθρό, γιατί δεν αντέχει την ιδέα πως η συμφορά του μπορεί να ήταν απλώς ένα τυχαίο γεγονός. Προτιμά να τον μισεί ολόκληρο το σύμπαν παρά να ανακαλύψει ότι το σύμπαν δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή του.

Από εκεί αρχίζει η τραγωδία. Η φάλαινα παύει να είναι ζώο και γίνεται η προσωποποίηση κάθε αδικίας που πιστεύει ότι του έχει συμβεί. Ο Άχαμπ θέλει να χτυπήσει πίσω από αυτό που βλέπει, να φτάσει σε κάποιο κρυμμένο νόημα. Ο Άχαμπ όμως δεν οδηγεί μόνο τον εαυτό του στην καταστροφή. Στο «Πίκουοντ» ταξιδεύουν άνθρωποι που μπάρκαραν για να δουλέψουν και καταλήγουν να υπηρετούν μια εκδίκηση που δεν τους ανήκει.
Ο Άχαμπ δεν έμεινε στον 19ο αιώνα. Τον αναγνωρίζουμε ακόμη στον δημόσιο λόγο, στην πολιτική, στα κοινωνικά δίκτυα, κάθε φορά που κάποιος υπόσχεται μια απλή εξήγηση για ένα περίπλοκο πρόβλημα και δείχνει έναν ένοχο για όλα. Όπως ο καπετάνιος του «Πίκουοντ», έτσι κι εμείς συχνά προτιμούμε έναν εχθρό που μπορούμε να πολεμήσουμε από μια πραγματικότητα που δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε. Και το πιο επικίνδυνο αρχίζει όταν η βεβαιότητα ενός ανθρώπου γίνεται υπόθεση όλων των υπολοίπων. Η αμφιβολία απαιτεί υπομονή, η βεβαιότητα προσφέρει κατεύθυνση. Το επικίνδυνο δεν είναι να έχουμε πεποιθήσεις. Είναι να πάψουμε να αναρωτιόμαστε τι θα μπορούσε να τις διαψεύσει. Στον Άχαμπ, η βεβαιότητα γίνεται διαταγή, κι έτσι η δική του πληγή καθορίζει τη μοίρα όλων.

Το ίδιο το μυθιστόρημα, αντίθετα, αρνείται να υπακούσει σε μια μοναδική κατεύθυνση. Εκεί που περιμένεις να ξαναδείς τη φάλαινα, ο Μέλβιλ αρχίζει να μιλά για δόντια και λίπος, για ναυτικούς κανόνες, για το λευκό χρώμα, για την ιστορία της φαλαινοθηρίας. Αλλάζει ύφος, αστειεύεται, στοχάζεται, χάνεται σε παρεκβάσεις. Σε κάνει να αισθάνεσαι πως όσα γνωρίζεις για τον κόσμο δεν αρκούν και πως όσα μόλις έμαθες δεν σε έφεραν απαραίτητα πιο κοντά στην αλήθεια. Το βιβλίο δεν ακολουθεί τη μανία του καπετάνιου του. Της αντιστέκεται.
Πόσα μπορείς να αφαιρέσεις από ένα σπουδαίο μυθιστόρημα προτού χάσεις εκείνο που το κάνει σπουδαίο; Το 2007, ο Άνταμ Γκόπνικ έθεσε ουσιαστικά αυτό το ερώτημα μέσα από ένα δοκίμιό του στο The New Yorker, εξετάζοντας μια σειρά εκδόσεων που επιχειρούσαν να κάνουν τα κλασικά έργα πιο σύντομα και ευκολοδιάβαστα. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο «Μόμπι Ντικ». Οι επιμελητές τον είχαν περιορίσει περίπου στο μισό. Είχαν διατηρήσει την περιπέτεια, αφαιρώντας μεγάλο μέρος από τις φαινομενικά περιττές διαδρομές. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πιο στρωτό βιβλίο, κάτι που ένας ικανός σύγχρονος επιμελητής θα μπορούσε να θεωρήσει επιτυχία. Μόνο που μαζί με τις περιττές, όπως νόμιζαν, σελίδες, αφαιρούσαν και κάτι από την ψυχή του βιβλίου. Γιατί ο «Μόμπι Ντικ» δεν είναι σπουδαίος μόνο για την ιστορία που αφηγείται, αλλά και για όλους τους απρόβλεπτους δρόμους που ακολουθεί ο Μέλβιλ για να τη διηγηθεί.

Ο Ισμαήλ δεν αφηγείται σαν άνθρωπος που γνωρίζει πού οδηγούν όλα. Παρατηρεί, παρεξηγεί, διορθώνει τον εαυτό του. Στην αρχή, ο Ισμαήλ φοβάται τον Κουίκουεγκ, τον ξένο καμακιστή με τον οποίο βρίσκεται να μοιράζεται ένα δωμάτιο. Καθώς όμως τον γνωρίζει, η δυσπιστία δίνει τη θέση της στη φιλία. Ανακαλύπτει πως δεν χρειάζεται να καταλαβαίνεις τα πάντα για έναν άνθρωπο προκειμένου να τον εμπιστευτείς και να τον αγαπήσεις. Ο Μέλβιλ δεν εξιδανικεύει βέβαια τον κόσμο του πλοίου. Άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής δουλεύουν μαζί, αλλά δουλεύουν σε μια βιομηχανία βίαιη, στηριγμένη στη θανάτωση ζώων για το κέρδος. Το «Πίκουοντ» είναι μαζί μια μικρή κοινωνία και μια επιχείρηση. Η συντροφικότητα συνυπάρχει με την εκμετάλλευση, η περιέργεια με την προκατάληψη. Τίποτα δεν προσφέρεται τόσο τακτοποιημένο όσο θα το επιθυμούσε ο Άχαμπ.
Ο Κουίκουεγκ έχει στο σώμα του τατουάζ που σύμφωνα με τον αφηγητή, περιέχουν μια ολόκληρη θεωρία για τον ουρανό και τη γη. Ούτε ο ίδιος μπορεί να τα διαβάσει πλήρως. Όταν αρρωσταίνει βαριά, ζητά να του φτιάξουν ένα φέρετρο. Έπειτα αναρρώνει, το χρησιμοποιεί για να φυλάει τα πράγματά του και σκαλίζει στο καπάκι σχέδια εμπνευσμένα από τα τατουάζ του. Τα σημάδια ενός ακατανόητου κόσμου περνούν από το δέρμα στο ξύλο, χωρίς να γίνονται πιο εύκολα στην ερμηνεία. Όταν ο Άχαμπ συναντά τελικά τη λευκή φάλαινα, το «Πίκουοντ» καταστρέφεται. Ο Ισμαήλ επιπλέει πάνω στο φέρετρο του φίλου του που έχει μετατραπεί σε σωσίβιο, ώσπου ένα άλλο πλοίο τον περισυλλέγει. Ένα αντικείμενο φτιαγμένο για τον θάνατο σώζει τον άνθρωπο που θα διηγηθεί την ιστορία. Δεν έχει μάθει τι σημαίνουν όλα όσα συνέβησαν. Έχει μόνο ζήσει αρκετά για να τα αφηγηθεί.
Ο Άχαμπ χάθηκε προσπαθώντας να αναγκάσει τον κόσμο να του δώσει μια απάντηση. Ο Ισμαήλ σώθηκε χάρη στο φέρετρο του Κουίκουεγκ, που επέπλεε στη θάλασσα, με χαραγμένα πάνω του σύμβολα που ούτε ο ίδιος ο φίλος του μπορούσε να εξηγήσει. Εκατόν εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η λευκή φάλαινα εξακολουθεί να κολυμπά κάπου μακριά μας. Κι εμείς εξακολουθούμε να την κυνηγάμε.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







