Skip to main content
Μουσική

Deep Purple: 33 χρόνια για έξι λεπτά μουσικής

Ένα μικρό λάθος στην κιθάρα, μια ιστορική επιστροφή και δύο μουσικοί που χρειάστηκαν 33 χρόνια για να ξαναπαίξουν μαζί. Η πραγματική ιστορία πίσω από τους Deep Purple.

deep-purple

Ο Ritchie Blackmore επέστρεψε στη σκηνή των Deep Purple ύστερα από 33 χρόνια. Μια ιστορία για τη μουσική ιδιοφυΐα, τους εγωισμούς και δύο ανθρώπους που μπορούσαν να δημιουργούν αριστουργήματα μαζί, αλλά δυσκολεύονταν να συνυπάρξουν.

Ο Ritchie Blackmore εμφανίστηκε στο Jones Beach με έναν ενισχυτή 50 watt και μια ανησυχία που πριν από μισό αιώνα θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο: μήπως δεν ακουστεί η κιθάρα του. Είδε τον εξοπλισμό του Simon McBride, του σημερινού κιθαρίστα των Deep Purple, και σκέφτηκε πως ίσως είχε φέρει πολύ λίγα μαζί του. Αυτός που κάποτε ήθελε να ελέγχει ακόμη και τον αέρα ανάμεσα στους ενισχυτές, τώρα αναρωτιόταν αν θα ακουγόταν. Στα 81 του είχε επιστρέψει για ένα τραγούδι. Όχι για να κερδίσει τον καβγά που άρχισε πριν από πενήντα χρόνια.

Ήταν 12 Αυγούστου 2026, στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης. Ο Blackmore είχε να παίξει με τους Deep Purple από το 1993. Μπήκε στη σκηνή με την Stratocaster του, βρέθηκε πλάι στον Ian Gillan και άρχισε το Smoke on the Water. Κάποια στιγμή έχασε το ρθυμό. Το παραδέχτηκε αργότερα χωρίς να ψάξει δικαιολογίες. Το κοινό πάλι δεν είχε αγοράσει εισιτήριο για μάθημα κιθάρας. Είχε μπροστά του τέσσερα μέλη της κλασικής σύνθεσης: Blackmore, Gillan, Roger Glover και Ian Paice. Ο πέμπτος ο Jon Lord είχε πεθάνει το 2012.

Το Smoke on the Water είναι το ωραιότερο ατύχημα που συνέβη ποτέ σε μια σχολική κιθάρα. Γράφτηκε μετά την πυρκαγιά στο καζίνο του Μοντρέ, τον Δεκέμβριο του 1971, όταν μια συναυλία του Frank Zappa τελείωσε μέσα στις φλόγες και ο καπνός απλώθηκε πάνω από τη λίμνη της Γενεύης. Ο Gillan και ο Glover περιέγραψαν το περιστατικό στους στίχους, ο Blackmore πρόσθεσε μερικές ακαταμάχητες νότες και ο κόσμος απέκτησε ένα riff που ακόμη και άνθρωποι που μισούν το hard rock μπορούν να σιγομουρμουρίσουν. Το παράδοξο είναι πως οι δημιουργοί του τραγουδιού δυσκολεύονταν να αντέξουν ο ένας τον άλλον.

Πριν γίνουν μνημείο του rock, οι Deep Purple ήταν μια μπάντα που έπαιζε σαν να προσπαθούσε να ξεπεράσει την ίδια της την επιτυχία. Στο Highway Star, το σόλο του Blackmore έχει τη δομή και την αυστηρότητα κλασικής άσκησης, αλλά τη συμπεριφορά αυτοκινήτου χωρίς φρένα. Το Hammond του Lord απαντά στην κιθάρα αντί να της στρώνει χαλί. Ο Paice κρατά τον ρυθμό ελαστικό, ο Glover τού δίνει βάρος και ο Gillan πετά τη φωνή του πάνω από όλους. Στο Child in Time τα ουρλιαχτά του δεν είναι επίδειξη. Ανεβάζουν την ένταση μέχρι το σημείο όπου η κιθάρα πρέπει να πάρει τη σκυτάλη.

Αυτό το αριστοτεχνικό πήγαινε έλα δεν σήμαινε ότι οι πέντε άντρες είχαν βρει το μυστικό της αρμονικής συμβίωσης. Ο Blackmore ήθελε να καθορίζει το μουσικό μέλλον τους. Ο Gillan δεν είχε σκοπό να γίνει υπάλληλός του. Ο κιθαρίστας θα εξηγούσε αργότερα ότι και οι δύο ήταν κυρίαρχοι χαρακτήρες, ανίκανοι να μοιραστούν την ίδια αίθουσα. Πρόκειται για μια βολική εξήγηση: μετατρέπει χρόνια κακής συνεργασίας σε ένα είδος φυσικού φαινομένου, σαν δύο καταιγίδες που τυχαίνει να συναντήθηκαν.

Ο Blackmore είχε επίσης αναπτύξει μια ιδιαίτερη μορφή τελειομανίας: ήξερε ακριβώς τι δεν του άρεσε στον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα του. Θαύμαζε τη blues φωνή του Paul Rodgers. Όταν ο Gillan προσφέρθηκε να τραγουδήσει σε αυτή την κατεύθυνση, ο Blackmore του απάντησε πως δεν μπορούσε. Φανταστείτε να έχετε στη διάθεσή σας τη φωνή του Child in Time και να της εξηγείτε ότι δεν κάνει για τη δουλειά. Η επιλογή ήταν αισθητική ασφαλώς. Ο τρόπος όμως είχε κάτι από άνθρωπο που σπάει το αγαπημένο του βάζο επειδή δεν ταιριάζει με τον καναπέ.

Ο Gillan έφυγε το 1973. Ήρθε ο David Coverdale, με τη soul και το blues στο λαρύγγι του. Το 1975 έφυγε και ο Blackmore, έφτιαξε τους Rainbow με τον Ronnie James Dio και η ιστορία επαναλήφθηκε με άλλα ονόματα. Το 1984 η κλασική σύνθεση των Deep Purple ξαναβρέθηκε για το «Perfect Strangers», έναν τίτλο σχεδόν γελοία εύστοχο. Το άλμπουμ πέτυχε, οι εντάσεις επέστρεψαν, ο Gillan απομακρύνθηκε ξανά το 1989, επέστρεψε το 1992 και το 1993 ο Blackmore αποχώρησε οριστικά. Οι μετακινήσεις θυμίζουν πόρτες ξενοδοχείου που χτυπούν σε έναν διάδρομο γεμάτο εξαιρετικούς μουσικούς.

Το συγκρότημα συνέχισε πάντως χωρίς να περιμένει την άδεια του δημιουργού του διασημότερου riff του. Ο Steve Morse έμεινε στην κιθάρα από το 1994 έως το 2022, δίνοντας στους Deep Purple λιγότερες αφορμές για εμφύλιο και αρκετές για νέους δίσκους. Τον διαδέχθηκε ο McBride. Τον Ιούλιο του 2026 κυκλοφόρησαν το εικοστό τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, «SPLAT!». Ο Blackmore είχε επιλέξει έναν εντελώς άλλο δρόμο: με τους Blackmore’s Night και τη σύζυγό του Candice Night στράφηκε σε αναγεννησιακές μελωδίες και ακουστικά όργανα. Το hard rock απέκτησε έναν πρώην στρατηγό που προτιμούσε πλέον τα μεσαιωνικά πανηγύρια.

Ώσπου ένα πρωί σκέφτηκε να ξαναπεράσει από το παλιό στρατόπεδο. Οι Deep Purple θα έπαιζαν κοντά στο σπίτι του. Η Candice έστειλε μήνυμα στον Gillan εκ μέρους του. Ο ίδιος αστειεύτηκε ότι είχε χρησιμοποιήσει ένα «περιστέρι τεχνητής νοημοσύνης». Ζήτησε να ανέβει για ένα τραγούδιχωρίς να γίνει βάρος. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν. Και όταν στάθηκε μπροστά τους δεν έκανε ούτε κανονικό soundcheck. Είχε μόνο εκείνον τον μικρό ενισχυτή, αρκετό άγχος και το riff που τον ακολουθούσε από το 1972.

Το καλύτερο της ιστορίας αποκαλύφθηκε μετά τη συναυλία. Ο Gillan εξήγησε ότι οι δυο τους ήταν φίλοι ξανά εδώ και πολύ καιρό. Είχαν αποκαταστήσει τις σχέσεις τους ιδιωτικά, χωρίς δημοσιογράφους, θεατές ή σκηνοθετημένες αγκαλιές. Η περίφημη επανένωση δεν ήταν η συμφιλίωση. Ήταν η πρώτη δημόσια απόδειξή της. Αυτό χαλάει λίγο το αγαπημένο σενάριο της μουσικής βιομηχανίας, που θέλει κάθε παλιό καβγά να λύνεται κάτω από έναν προβολέα. Οι άνθρωποι ευτυχώς, δεν υποχρεούνται να συμφιλιώνονται σε ζωντανή μετάδοση.

Ο Blackmore είπε αργότερα ότι δεν είχε βγει στη σκηνή για να παίξει τις σωστές νότες. Ήθελε να συναντήσει παλιούς φίλους. Σκέφτηκε μάλιστα πως στην ηλικία τους ίσως να μην υπήρχε επόμενη φορά. Κανείς δεν ξέρει τι μουσική θα είχαν γράψει αν είχαν μείνει μαζί, ούτε αν οι συγκρούσεις τους υπήρξαν καύσιμο ή εμπόδιο. Ξέρουμε μόνο ότι το «Highway Star» εξακολουθεί να ακούγεται υπέροχο και ότι τριάντα τρία χρόνια χωρίς κοινή σκηνή είναι πολύς χρόνος για να αποδείξεις πως είχες δίκιο.

Όταν τελείωσε το Smoke on the Water, ο Gillan ευχαρίστησε τον Blackmore και του είπε πως θα τα έλεγαν στο μπαρ. Ο κιθαρίστας κατέβηκε από τη σκηνή. Δεν παραιτήθηκε δεν απολύθηκε δεν τσακώθηκε με κανέναν. Είχε απλώς τελειώσει το τραγούδι.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;