Skip to main content

Για χρόνια μάς έλεγαν ότι όταν πηγαίνει καλά η οικονομία αργά ή γρήγορα θα ζούμε καλύτερα κι εμείς. Σήμερα, η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι άνθρωποι καταφέρνουν να βγάλουν τον μήνα. Στην απόσταση ανάμεσα στις δύο αυτές πραγματικότητες κρύβεται κάτι σοβαρότερο από μια διαφωνία για τους αριθμούς. Κρύβεται η αίσθηση ότι η προσπάθεια δεν οδηγεί πια εκεί που υποσχόταν.

Ο μισθός μπαίνει στον λογαριασμό, το ενοίκιο φεύγει, ακολουθούν οι λογαριασμοί, το σούπερ μάρκετ, οι μετακινήσεις. Αν χαλάσει το αυτοκίνητο ή χρειαστεί μια επίσκεψη στον οδοντίατρο, το πρόβλημα μεταφέρεται στον επόμενο μήνα. Η αποταμίευση δεν είναι σχέδιο. Είναι αυτό που θα ήθελες να κάνεις αν περίσσευε κάτι. Κάπως έτσι μια ολόκληρη καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από το τι δεν μπορείς να επιτρέψεις στον εαυτό σου.

Οι αριθμοί δίνουν σε αυτή την εμπειρία διαστάσεις. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 7,7%. Δεν πρόκειται μόνο για ενοίκια αλλά για τη συνολική οικονομική επιβάρυνση της κατοικίας. Την ίδια χρονιά το 27,5% των κατοίκων της χώρας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Η Ελλάδα έχει περάσει μια δεκαετία κρίσης και μια μακρά περίοδο κατά την οποία η αντοχή παρουσιάστηκε περίπου ως εθνικό καθήκον. Να μειωθούν οι απαιτήσεις, να γίνουν θυσίες, να έρθει η ανάκαμψη. Η ανάκαμψη όμως δεν έχει το ίδιο νόημα για όλους. Για τον ιδιοκτήτη ενός ακινήτου που αποκτά μεγαλύτερη αξία μπορεί να είναι ευχάριστη εξέλιξη. Για τον ενοικιαστή του ίδιου ακινήτου μπορεί να σημαίνει μια καινούργια αγωνία. Και οι δύο ζουν στην ίδια οικονομία, μόνο που δεν κατοικούν στην ίδια ιστορία επιτυχίας.

Η πίεση δεν μοιράζεται δίκαια ούτε ανάμεσα στις γενιές. Για όποιον κληρονόμησε ένα σπίτι, το κόστος ζωής μπορεί να είναι διαχειρίσιμο. Για όποιον ξεκινά από το μηδέν, η ίδια πόλη μοιάζει πολύ ακριβότερη. Οι γονείς καλούνται να χρηματοδοτούν την ανεξαρτησία των ενήλικων παιδιών τους, την ώρα που τα ίδια τα παιδιά δυσκολεύονται να αποκτήσουν οικονομική αυτονομία. Έτσι το πόσο εύκολα μπορεί ένας νέος να σταθεί στα πόδια του εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειάς του και λιγότερο από τη δική του δουλειά.

Οι συνέπειες όμως δεν περιορίζονται σε όσα αγοράζουμε ή δεν αγοράζουμε. Ένας νέος αναβάλλει την ανεξαρτησία του. Ένα ζευγάρι διστάζει να αποκτήσει παιδί. Κάποιος αποδέχεται μια κακή δουλειά επειδή δεν αντέχει το διάστημα χωρίς εισόδημα. Οι επιλογές αυτές έχουν κάτι κοινό: το μέλλον μικραίνει. Και μαζί του μικραίνει η πεποίθηση ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει με προσωπική προσπάθεια.

Ποιος κερδίζει από την ανάπτυξη, πόσο σταθερό είναι αυτό το κέρδος και ποιος μένει εκτός; Οι μισθοί, η προσιτή κατοικία, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι υποσημειώσεις δίπλα στους οικονομικούς δείκτες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δείκτες αποκτούν ανθρώπινο νόημα.

Ο Ρόμπερτ Ράιχ, πρώην υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ, σε πρόσφατη συνέντευξή του στην El País θυμίζει την υπόσχεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε για δεκαετίες η αμερικανική μεταπολεμική κοινωνική συμφωνία: δούλεψε, τήρησε τους κανόνες και τα παιδιά σου θα ζήσουν καλύτερα. Όταν αυτή η υπόσχεση διαψεύδεται επίμονα δεν δοκιμάζεται μόνο η οικονομία. Δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη στους κανόνες της.

Δεν σημαίνει ότι όποιος δυσκολεύεται οικονομικά θα στραφεί αναγκαστικά στον αυταρχισμό ή θα απορρίψει τη δημοκρατία. Η οικονομική δυσκολία δεν καθορίζει από μόνη της τις πολιτικές επιλογές των ανθρώπων. Δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο στην ακρίβεια και στην ανασφάλεια. Σημασία έχουν επίσης οι εμπειρίες και οι αντιλήψεις του καθενός, ο τρόπος που ενημερώνεται, η εμπιστοσύνη του στους θεσμούς και οι λύσεις που προτείνουν τα πολιτικά κόμματα. Η παρατεταμένη ανασφάλεια ωστόσο, μπορεί να κάνει πιο πειστικούς όσους προσφέρουν έναν βολικό ένοχο για κάθε πρόβλημα. Μια σύνθετη κοινωνική αποτυχία χωρά ξαφνικά σε ένα σύνθημα.

Υπάρχει όμως και κάτι πιο ήσυχο από την οργή. Η παραίτηση. Η στιγμή που παύεις να περιμένεις ότι μια δημόσια απόφαση θα βελτιώσει τη ζωή σου. Εξακολουθείς να πληρώνεις φόρους, να εργάζεσαι, να τηρείς τις υποχρεώσεις σου, αλλά δεν νιώθεις ότι η σχέση είναι αμοιβαία. Το κράτος ζητά συνέπεια. Εσύ αναζητάς την αντίστοιχη συνέπεια στην ποιότητα των υπηρεσιών, στην πρόσβαση στη στέγη, στην προστασία από μια οικονομική αναποδιά. Όταν δεν τη βρίσκεις η δυσπιστία δεν χρειάζεται μεγάλες πολιτικές θεωρίες για να ριζώσει.

Συχνά η απάντηση είναι επικοινωνιακή. Μας λένε ότι οι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται και ότι η εικόνα της χώρας έχει αλλάξει. Κι αυτό μπορεί να είναι αλήθεια. Όταν όμως αυτή η πρόοδος δεν φτάνει στην καθημερινότητα των ανθρώπων, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνουν τους αριθμούς. Είναι ότι δεν βλέπουν τη ζωή τους να βελτιώνεται. Το ενοίκιο δεν μειώνεται με ένα καλύτερο δελτίο Τύπου. Ούτε ο φόβος του επόμενου λογαριασμού αντιμετωπίζεται με αισιόδοξους τίτλους.

Η δυσκολία είναι ότι καμία από τις λύσεις δεν προσφέρεται δωρεάν. Περισσότερες προσιτές κατοικίες απαιτούν χρόνο, γη, χρήματα και σταθερούς κανόνες. Καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες απαιτούν χρηματοδότηση και έλεγχο του αποτελέσματος. Η αύξηση των αμοιβών χρειάζεται μια οικονομία ικανή να τη στηρίξει. Ακριβώς γι’ αυτό η πολιτική συζήτηση οφείλει να μιλά για πραγματικές επιλογές και όχι να ζητά απεριόριστη υπομονή από τους ίδιους ανθρώπους.

Αυτό δεν είναι επιχείρημα εναντίον της ανάπτυξης. Χωρίς παραγωγή, επενδύσεις και υγιή δημόσια οικονομικά, οι δυνατότητες μιας κοινωνίας περιορίζονται. Είναι, όμως, επιχείρημα υπέρ μιας δυσκολότερης ερώτησης. Ποιος κερδίζει από την ανάπτυξη, πόσο σταθερό είναι αυτό το κέρδος και ποιος μένει εκτός; Οι μισθοί, η προσιτή κατοικία, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι υποσημειώσεις δίπλα στους οικονομικούς δείκτες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δείκτες αποκτούν ανθρώπινο νόημα.

Η δημοκρατία δεν υπόσχεται ότι όλοι θα γίνουμε πλούσιοι. Οφείλει όμως να αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα μιας καλύτερης ζωής και να δίνει στους πολίτες λόγο στους κανόνες που την καθορίζουν. Όταν η εργασία αρκεί μόνο για να περάσει ο μήνας, αυτή η δυνατότητα στενεύει. Και η μεγαλύτερη ζημιά δεν φαίνεται απαραίτητα σε κάποια κάλπη. Φαίνεται στη στιγμή που ένας άνθρωπος σταματά να κάνει σχέδια όχι επειδή δεν έχει επιθυμίες, αλλά επειδή έμαθε να μην περιμένει τίποτα.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;