Η Χρυσή Μπάλα συμπληρώνει 70 χρόνια. Από την αμηχανία των παλιών νικητών μέχρι τους μάνατζερ που ασκούν πιέσεις και τους συλλόγους που μποϊκοτάρουν τελετές, η μεγαλύτερη ατομική διάκριση του ποδοσφαίρου έχει μετατραπεί σε εμμονή.
Το ποδόσφαιρο έχει έναν κανόνα που κανένα στατιστικό δεν μπορεί να καταργήσει: κανείς δεν κερδίζει μόνος του. Ακόμη και το ωραιότερο γκολ χρειάζεται κάποιον που θα ανοίξει τον χώρο, θα κάνει την πάσα ή θα τραβήξει δύο αμυντικούς επάνω του. Κι όμως κάθε χρόνο το ίδιο άθλημα οργανώνει μια γιορτή για να αποφασίσει ποιος από όλους αξίζει να σταθεί μόνος στην κορυφή. Το παράξενο δεν είναι η Χρυσή Μπάλα. Είναι όσα έχουν αρχίσει να κάνουν οι άνθρωποι για να την κερδίσουν.
Το 2024 η Ρεάλ Μαδρίτης δεν πήγε καν στην τελετή. Ο Βινίσιους Τζούνιορ δεν θα κέρδιζε όπως περίμεναν στη Μαδρίτη, και ο σύλλογος αποφάσισε να απέχει. Νικητής αναδείχθηκε ο Ρόδρι. Μια ψηφοφορία δημοσιογράφων αντιμετωπίστηκε περίπου σαν προσβολή προς την ιστορία ενός συλλόγου με δεκαπέντε ευρωπαϊκά τρόπαια. Η απουσία έκανε μεγαλύτερο θόρυβο από τη νίκη. Για τη Ρεάλ Μαδρίτης δεν είχε χάσει απλώς ο Βινίσιους. Είχε χάσει η ίδια.

Απόψε στο London Palladium η Χρυσή Μπάλα συμπληρώνει εβδομήντα χρόνια. Ο Χάρι Κέιν και ο Λαμίν Γιαμάλ βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για το βραβείο. Θα δούμε χαμόγελα, χειραψίες, κοστούμια, κάμερες στραμμένες στα πρόσωπα όσων έχουν ελπίδες. Θα δούμε και όσους δεν κερδίσουν να προσπαθούν να δείξουν ότι δεν τους πειράζει ιδιαίτερα. Αυτή είναι ίσως η δυσκολότερη ερμηνεία μιας βραδιάς όπου όλοι ξέρουν πόση σημασία έχει το αποτέλεσμα.
Ο Κέβιν Κίγκαν που πέθανε τον Ιούλιο αντιμετώπιζε τις δικές του Χρυσές Μπάλες διαφορετικά. Είχε πάρει δύο το 1978 και το 1979, όταν αγωνιζόταν στο Αμβούργο. Το ένα τρόπαιο είχε ξεθωριάσει, η πλακέτα συγκρατούνταν με κόλλα και η ξύλινη βάση είχε φθαρεί. Ένας εκτιμητής, έλεγε γελώντας, το αποτίμησε σε δέκα λίρες. Ο Κίγκαν δεν ήταν κάποιος αδιάφορος για τη φήμη. Ο ίδιος έκανε διαφημίσεις και ήξερε να πουλά την εικόνα του. Απλώς δεν μπέρδευε την αξία του ως ποδοσφαιριστή με την τιμή του αντικειμένου.

Το 2001 ο Μάικλ Όουεν έμαθε τηλεφωνικά ότι είχε κερδίσει. Χάρηκε φυσικά αλλά αισθάνθηκε και αμηχανία. Όταν αργότερα του παρουσίασαν το τρόπαιο στο Άνφιλντ, ήθελε να τελειώνει η τελετή για να αρχίσει ο αγώνας. Οι ιστορίες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι οι παλιοί αστέρες ήταν λιγότερο εγωιστές. Δείχνουν όμως πόσο διαφορετική ήταν η θέση του βραβείου στη ζωή τους. Ήταν η αναγνώριση για όσα είχαν πετύχει στο γήπεδο, όχι ένα βραβείο που έπρεπε να διεκδικήσουν με δημόσιες σχέσεις και προσωπικές εκστρατείες.
Η διεκδίκηση της Χρυσής Μπάλας δεν περιορίζεται πλέον στις επιδόσεις των ποδοσφαιριστών. Συνεχίζεται και έξω από τα γήπεδα, με προσωπικές επαφές, επίμονα τηλεφωνήματα και πιέσεις. Ο Πασκάλ Φερέ, πρώην διευθυντής του France Football, μιλά για εκπροσώπους ποδοσφαιριστών που τον καλούσαν επίμονα, προσπαθώντας να τον πείσουν ποιος άξιζε τη διάκριση. Αφηγείται και μια συνάντηση μετά την οποία ο επισκέπτης άφησε έναν φάκελο στο τραπέζι. Ο Φερέ δεν τον άνοιξε ποτέ· τον παρέδωσε στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Κανείς δεν ξέρει τι περιείχε και δεν υπάρχει λόγος να επινοήσουμε απάντηση. Το ενδιαφέρον είναι ότι τέτοιες επαφές θεωρούνται πλέον μέρος του περιβάλλοντος της απονομής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλοιώνεται η ψηφοφορία. Το ανδρικό βραβείο αποφασίζεται από εκατό δημοσιογράφους, το γυναικείο από πενήντα, με κριτήρια την ατομική απόδοση, τα ομαδικά επιτεύγματα και το αγωνιστικό ήθος. Άλλο η πίεση και άλλο η απόδειξη επιρροής στο αποτέλεσμα. Η διάκριση έχει σημασία, ακριβώς επειδή η ιστορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα χωρίς να της προσθέσουμε ένα σκάνδαλο που δεν τεκμηριώνεται.
Η ψηφοφορία καλείται επιπλέον να συγκρίνει πράγματα που δεν μετριούνται με τον ίδιο τρόπο. Πόσα γκολ ισοδυναμούν με μια σωτήρια επέμβαση; Πόσες ασίστ με έναν μέσο που κρατά όρθια την ομάδα όταν όλοι οι άλλοι έχουν κουραστεί; Δεν υπάρχει μηχανή που να δίνει αντικειμενική απάντηση. Οι δημοσιογράφοι κρίνουν, διαφωνούν, προτιμούν. Κι αυτό που οι οπαδοί συχνά αντιμετωπίζουν ως ετυμηγορία της ιστορίας παραμένει τελικά μια τεκμηριωμένη αλλά ανθρώπινη κρίση και όχι αλάθητη αλήθεια.

Η κούρσα πήρε τη σημερινή της μορφή στα χρόνια του Μέσι και του Ρονάλντο. Κάθε γκολ γινόταν επιχείρημα, κάθε τίτλος ψήφος σε μια ατέλειωτη συζήτηση για τον καλύτερο. Ο Ρονάλντο δεν έκρυβε πόσο τον πονούσαν οι δεύτερες θέσεις. Όταν έφτασε τις πέντε Χρυσές Μπάλες το 2017, μίλησε ανοιχτά για τον θυμό των προηγούμενων ηττών του. Η φιλοδοξία αυτή τον βοήθησε να γίνει σπουδαίος. Ταυτόχρονα έβαζε τον κόσμο να συγκρίνει δύο σπουδαίους ποδοσφαιριστές όχι μόνο για όσα πετύχαιναν στο γήπεδο, αλλά και για το πόσες Χρυσές Μπάλες είχε κατακτήσει ο καθένας.
Σήμερα το βραβείο σημαίνει και κάτι ακόμη: εικόνα, συμφωνίες, εμπορική αξία. Ο διευθυντής του France Football, Βενσάν Γκαρσιά, σημειώνει ότι ο Ουσμάν Ντεμπελέ διαπίστωσε μετά τη δική του βράβευση αυξημένο ενδιαφέρον από χορηγούς. Η Χρυσή Μπάλα δεν αλλάζει την πρώτη επαφή ή την πάσα ενός παίκτη. Αλλά μπορεί να αλλάξει το πώς τον παρουσιάζουν, πόσο τον πληρώνουν για μια συνεργασία, ακόμη και πώς θα τον θυμούνται. Γι’ αυτό δεν την επιδιώκουν μόνο οι ίδιοι. Γύρω τους υπάρχουν άνθρωποι που έχουν επίσης συμφέρον να τη δουν στα χέρια τους.

Υπάρχει όμως και ο Λούκα Μόντριτς. Όταν πληροφορήθηκε ότι κέρδισε το 2018, έμεινε για λίγο άφωνος και ύστερα έκλαψε. Δεν ήταν ο παίκτης των πιο θεαματικών αριθμών. Έδινε ρυθμό, κάλυπτε αποστάσεις, δημιουργούσε τις συνθήκες ώστε να λάμψουν οι άλλοι. Η βράβευσή του ήταν μια υπενθύμιση ότι η αξία ενός ποδοσφαιριστή δεν μετριέται μόνο με γκολ, ασίστ και στατιστικά στοιχεία. Υπάρχουν και όσα προσφέρει στην ομάδα χωρίς να καταγράφονται στους αριθμούς.
Δεν υπάρχει τίποτε επιλήψιμο στο να ονειρεύεται ένας αθλητής τη Χρυσή Μπάλα. Θα ήταν υποκρισία να ζητούμε από τους καλύτερους να μην έχουν φιλοδοξίες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένας ποδοσφαιριστής θεωρεί ότι επειδή δεν κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα, αμφισβητούνται όλα όσα πέτυχε στο γήπεδο. Απόψε θα βραβευτεί ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής και κάποιοι άλλοι, εξίσου εξαιρετικοί, θα φύγουν χωρίς τρόπαιο. Θα εξακολουθήσουν να έχουν τις ίδιες νίκες, τις ίδιες πάσες, τους ίδιους συμπαίκτες. Η Χρυσή Μπάλα θα έχει αλλάξει κάτοχο. Κανείς όμως δεν θα έχει γίνει καλύτερος ή χειρότερος ποδοσφαιριστής εξαιτίας μιας ψηφοφορίας.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







