Ο φωτογράφος που απαθανάτισε τους ισχυρότερους ανθρώπους του κόσμου έρχεται στο Μουσείο Μπενάκη. Μια ιστορία για τη δύναμη της εικόνας και την ευθύνη όσων αποφασίζουν ποιους ανθρώπους αξίζει να προσέξουμε.
Ο Μοχάμεντ Άλι έχει τα μάτια κλειστά και το χέρι στο μέτωπο. Στο πορτρέτο του Platon δεν χρειάζεται λεζάντα. Τον αναγνωρίζουμε αμέσως. Σε μια άλλη φωτογραφία τέσσερις γυναίκες κοιτούν την κάμερα. Για τους περισσότερους από εμάς παραμένουν άγνωστες. Το ζήτημα δεν είναι ποια εικόνα είναι καλύτερη. Είναι ποιοι άνθρωποι έχουν ήδη εξασφαλίσει την προσοχή μας και ποιοι πρέπει ακόμη να τη διεκδικήσουν.

Οι τέσσερις γυναίκες στέκονται μπροστά σε ένα λευκό φόντο. Φορούν ρούχα εργασίας, κρατούν κουβάδες και δοχεία. Δύο έχουν καλύψει μέρος του προσώπου τους με μαντίλια. Είναι η Αλίνα Ντίαζ, η Λίντια Φράνκο, η Χισέλα Καστίγιο και η Μαριλού Νάβα-Σερβάντες, μέλη της Alianza Nacional de Campesinas, που διεκδικεί ασφαλείς συνθήκες εργασίας και προστασία από την κακοποίηση για τις εργάτριες γης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Platon τις φωτογράφισε στην Ουάσιγκτον το 2013. Ο Άλι είχε γίνει παγκόσμιο σύμβολο χάρη στις νίκες του, τις πολιτικές του θέσεις και την προσωπικότητά του. Οι τέσσερις γυναίκες χρειάζονται κάποιον να μας πει ποιες είναι. Αυτό δεν λέει τίποτα για την αξία τους. Λέει όμως πολλά για τον τρόπο με τον οποίο μοιράζουμε την προσοχή μας.

Αυτή η σκέψη συνοδεύει τη μεγάλη αναδρομική έκθεση People Power του Platon που ανοίγει στις 5 Νοεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς. Ο ελληνικής καταγωγής Βρετανός φωτογράφος έχει βάλει μπροστά στον φακό του προέδρους, ηγέτες, καλλιτέχνες, αθλητές, αλλά και ανθρώπους των οποίων τα ονόματα σπάνια εμφανίζονται σε ένα πρωτοσέλιδο. Περισσότερα από τριάντα εξώφυλλα του TIME φέρουν τη φωτογραφική του υπογραφή.
Ο τρόπος του είναι χαρακτηριστικός: λιτό φόντο, κοντινή απόσταση, πρόσωπο που γεμίζει το κάδρο. Αφαιρώντας ένα γραφείο, μια σημαία ή μια πολυτελή αίθουσα, στερεί προσωρινά από τον ισχυρό τα γνώριμα σύμβολα της θέσης του. Δίνοντας την ίδια προσοχή σε έναν άγνωστο, του παραχωρεί κάτι που σπανίως διαθέτει: χώρο για να τον κοιτάξουν. Μπροστά στον φακό του οι κοινωνικές διαφορές μοιάζουν να εξαφανίζονται. Έξω από το κάδρο όμως παραμένουν. Ο πρόεδρος επιστρέφει στο γραφείο του, η εργάτρια στη βάρδιά της. Η κάμερα μπορεί να τους φωτογραφίσει με την ίδια φροντίδα αλλά δεν μπορεί να αλλάξει από μόνη της τις συνθήκες της ζωής τους.

Το 2008 ο Platon φωτογράφισε στο Εθνικό Κοιμητήριο του Άρλινγκτον μια μητέρα που αγκάλιαζε την επιτύμβια στήλη του γιου της. Η Ελσίμπα Καν είχε χάσει τον 20χρονο Καρίμ Ρασάντ Σουλτάν Καν, Αμερικανό στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Ιράκ το 2007. Στη φωτογραφία το σώμα της γέρνει προς την πέτρα. Δεν χρειάζεται να φανταστούμε τι αισθάνεται για να καταλάβουμε ότι κοιτάζουμε μια μητέρα στο μνήμα του παιδιού της. Η εικόνα δημοσιεύτηκε στο The New Yorker, στη φωτογραφική ενότητα Service. Στην κορυφή της επιτύμβιας στήλης υπήρχε η ημισέληνος και το αστέρι του Ισλάμ. Ο Καρίμ ήταν μουσουλμάνος και Αμερικανός, γεννημένος στο Νιου Τζέρσεϊ. Είχε καταταγεί στον στρατό της χώρας του και είχε σκοτωθεί υπηρετώντας την.
Στις 19 Οκτωβρίου 2008, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κόλιν Πάουελ ανακοίνωσε στην εκπομπή Meet the Press ότι υποστήριζε τον Μπαράκ Ομπάμα. Η προεκλογική συζήτηση ήταν τότε φορτισμένη με υπαινιγμούς για τη θρησκεία του υποψηφίου. Ο Πάουελ δεν αρκέστηκε να πει ότι ο Ομπάμα ήταν χριστιανός. Έθεσε ένα δυσκολότερο ερώτημα: Στην περίπτωση που ήταν μουσουλμάνος, γιατί θα έπρεπε αυτό να τον αποκλείει; Για να εξηγήσει τι εννοούσε, μίλησε για τη φωτογραφία της Ελσίμπα Καν. Περιέγραψε το μνήμα, τα παράσημα, την ημισέληνο, το όνομα του νεκρού στρατιώτη. Ένας άνθρωπος σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό έγινε μέρος μιας εθνικής συζήτησης για τον πατριωτισμό και τις προκαταλήψεις.







Το πιο ενοχλητικό είναι πως χρειάστηκαν ο θάνατος ενός εικοσάχρονου στρατιώτη, ο πόνος της μητέρας του και η παρέμβαση ενός πρώην υπουργού για να ακουστεί κάτι αυτονόητο: ότι η θρησκεία ενός ανθρώπου δεν τον κάνει λιγότερο Αμερικανό. Η φωτογραφία αμφισβήτησε μια προκατάληψη. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει πόσο επίμονη ήταν η προκατάληψη ώστε να απαιτεί μια τέτοια απόδειξη.
Από τις σελίδες ενός περιοδικού η εικόνα πέρασε στον δημόσιο λόγο ενός πολιτικού. Το πένθος μιας μητέρας έδωσε ανθρώπινο βάρος σε μια συζήτηση που διαφορετικά θα μπορούσε να εξαντληθεί σε συνθήματα. Αυτή η διαδρομή έχει σημασία. Δεν αρκεί μια ιστορία να αξίζει. Κάποιος πρέπει να αποφασίσει ότι θα την αναζητήσει, θα την ερευνήσει, θα τη δημοσιεύσει. Κάποιος θα επιλέξει μια φωτογραφία αντί για μια άλλη, θα γράψει τη λεζάντα, θα της δώσει χώρο. Αυτές οι αποφάσεις καθορίζουν ποιες ιστορίες θα φτάσουν τελικά στο κοινό.









Στη δημοσιογραφία ξέρουμε πόσο εύκολα κερδίζει θέση στην πρώτη σελίδα ένα διάσημο όνομα. Ένας πολιτικός, ένας δισεκατομμυριούχος, ένας καλλιτέχνης φέρνουν μαζί τους έτοιμο ενδιαφέρον. Για έναν άγνωστο άνθρωπο χρειάζεται να κάνεις τη δουλειά από την αρχή. Να καταλάβεις τι συνέβη και να πείσεις τον αναγνώστη ότι τον αφορά. Αρκετές φορές δεν κάνουμε αυτή τη δουλειά.
Ο Platon έχει αφιερώσει μέρος της δραστηριότητάς του σε ανθρώπους που αγωνίζονται για δικαιώματα, μέσα από τη συνεργασία του με το Human Rights Watch και το The People’s Portfolio. Μια φωτογραφία μπορεί να τους προσφέρει δημόσια παρουσία. Μπορεί όμως και να συγκινηθούμε κοιτάζοντας ένα πρόσωπο, χωρίς να γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για την αδικία που έχει υποστεί. Για να την καταλάβουμε, χρειάζεται να αναζητήσουμε όσα βρίσκονται έξω από το κάδρο.
Στο Μουσείο Μπενάκη δίπλα στους διάσημους πρωταγωνιστές του έργου του, παρουσιάζεται και μια ενότητα από την Πάρο, όπου φωτογράφιζε επί δεκαετίες κατοίκους του νησιού. Η έκθεση διαρκεί έως τις 31 Ιανουαρίου 2027. Η συνύπαρξη αυτών των διαφορετικών κόσμων αναδεικνύει μια ουσιαστική πλευρά της δουλειάς του: την προσοχή που μπορεί να αφιερώσει ο φακός σε ανθρώπους με εντελώς διαφορετική θέση στην κοινωνία. Το δύσκολο δεν είναι να αναγνωρίζουμε τους διάσημους. Είναι να μη θεωρούμε τους υπόλοιπους ασήμαντους επειδή δεν τους γνωρίζουμε.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;





