Οι «Nighthawks» του Έντουαρντ Χόπερ δημιουργήθηκαν όταν η Νέα Υόρκη φοβόταν τις βόμβες. Μια νέα βιογραφία μάς καλεί να ξανακοιτάξουμε το φως, τη μοναξιά και τις παράξενες λεπτομέρειες ενός από τους διασημότερους πίνακες του 20ού αιώνα.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1941 η Τζο Χόπερ ετοίμαζε ένα σακίδιο με πετσέτες, ρούχα, σαπούνι και κλειδιά. Δέκα ημέρες μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ φοβόταν ότι η Νέα Υόρκη θα γινόταν στόχος βομβαρδισμών. Στην επιστολή της περιέγραφε τις ανησυχίες για τα γυάλινα ανοίγματα του σπιτιού τους και την αδιαφορία του συζύγου της. Ο Έντουαρντ Χόπερ είχε απορροφηθεί από έναν καινούργιο πίνακα. Δεν ήθελε να τον διακόπτουν. Η Τζο έγραφε με εκνευρισμό για τις διαφωνίες τους ενώ εκείνος συνέχιζε να εργάζεται. Μέσα σε εκείνο το σπίτι συνυπήρχαν δύο διαφορετικοί τρόποι να αντιμετωπίσει κανείς τον φόβο: η προετοιμασία και η προσήλωση σε κάτι απολύτως συγκεκριμένο.
Ο πίνακας ήταν οι Nighthawks, που ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1942 και βρίσκονται σήμερα στο Art Institute of Chicago. Τον έχουμε δει τόσες φορές, σε βιβλία, αφίσες, φωτογραφικές αναπαραστάσεις, ώστε η παράξενη αρχιτεκτονική του να έχει γίνει σχεδόν αόρατη. Τρεις πελάτες κι ένας υπάλληλος σε ένα νυχτερινό εστιατόριο. Έξω η πόλη είναι άδεια. Αλλά πώς μπαίνει κανείς σε αυτό το μέρος;

Η μεγάλη καμπύλη τζαμαρία αποκαλύπτει σχεδόν τα πάντα. Το ξύλο του πάγκου, τα μεταλλικά σκεύη, τα φλιτζάνια, τη λευκή στολή του υπαλλήλου. Το ωχρό κίτρινο φως απλώνεται προς το πεζοδρόμιο, ενώ απέναντι τα παράθυρα των κτιρίων παραμένουν σκοτεινά. Το κόκκινο φόρεμα της γυναίκας δίνει μια μικρή χρωματική ένταση στη συγκρατημένη παλέτα. Ο Χόπερ δεν αφήνει τον φωτισμό να μαλακώσει τη σκηνή. Αντίθετα το έντονο φως αποκαλύπτει κάθε λεπτομέρεια των μορφών χωρίς να τις κάνει πιο οικείες. Τις βλέπουμε καθαρά αλλά παραμένουν απρόσιτες πίσω από το μεγάλο τζάμι. Η πηγή του φωτός μένει έξω από το οπτικό μας πεδίο. Βλέπουμε όμως την επίδρασή του στις επιφάνειες, την καθαρότητα των περιγραμμάτων, τη σχεδόν αφύσικη ησυχία που επιβάλλει.
Η κατασκευή είναι αυστηρή. Οι οριζόντιες του πάγκου συγκρατούν τη σύνθεση, οι λοξές γραμμές του δρόμου οδηγούν το μάτι προς τη φωτισμένη γωνία, το τζάμι ακολουθεί την καμπύλη του κτιρίου. Ο ζωγράφος έχει αφαιρέσει την κίνηση που θα περιμέναμε από μια μεγαλούπολη. Ούτε αυτοκίνητο, ούτε περαστικός. Ακόμη και οι προσόψεις μοιάζουν να έχουν χάσει τη λειτουργία τους. Έξω από το εστιατόριο, η Νέα Υόρκη μοιάζει έρημη. Οι δρόμοι και τα κτίρια παραμένουν στη θέση τους, αλλά η συνηθισμένη κίνηση της πόλης έχει εξαφανιστεί. Αυτή η οικονομία είναι παραπλανητικά απλή. Κάθε γραμμή ρυθμίζει πόσο κοντά μπορούμε να φτάσουμε νοερά στα πρόσωπα και πόσα στοιχεία της πόλης μένουν έξω από τη θέα μας.

Η απουσία της εισόδου αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συγκρίνουμε τους Nighthawks με το All Night Café του Έβερετ Σιν, ζωγραφισμένο γύρω στο 1900. Εκεί ένας μοναχικός άνδρας στέκεται έξω από ένα φωτισμένο εστιατόριο και κοιτάζει μέσα από τα παράθυρα. Στον πίνακα του Χόπερ, τη θέση αυτού του παρατηρητή παίρνουμε εμείς. Η μεγάλη τζαμαρία μάς επιτρέπει να δούμε σχεδόν τα πάντα, αλλά δεν υπάρχει ορατή πόρτα που να μας οδηγεί στο εσωτερικό. Παραμένουμε στον έρημο δρόμο, απέναντι από τέσσερις ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ότι τους παρακολουθούμε. Ο Χόπερ μάς τοποθετεί έτσι στη θέση ενός παρατηρητή που βλέπει καθαρά τη σκηνή, αλλά παραμένει αποκλεισμένος από αυτήν.
Η επιλογή φωτίζει διαφορετικά τους ανθρώπους. Ο άνδρας που κάθεται μόνος μάς γυρίζει την πλάτη. Το ζευγάρι βρίσκεται τόσο κοντά ώστε τα χέρια του σχεδόν συναντιούνται, αλλά τίποτα δεν αποκαλύπτει τη σχέση του. Ο υπάλληλος σκύβει μπροστά χωρίς να ξέρουμε αν ακούει ή μιλά. Δεν υπάρχουν θεατρικές εκφράσεις, ούτε μια κίνηση που να εξηγεί τι συνέβη πριν από τη στιγμή αυτή. Ο Χόπερ δημιουργεί ψυχολογική ένταση με αποστάσεις, γωνίες και σιωπηλές χειρονομίες.
Δεν ήταν μια σύνθεση που προέκυψε αυθόρμητα. Ο ζωγράφος έκανε πολυάριθμα προσχέδια, παρατηρούσε στα πραγματικά εστιατόρια τις καφετιέρες και τα μικρά αντικείμενα του πάγκου, δοκίμαζε τη θέση των μορφών. Ο Χόπερ χρησιμοποίησε τον εαυτό του ως μοντέλο για τους δύο άνδρες με τα κοστούμια, ενώ η Τζο πόζαρε για την κοκκινομάλλα γυναίκα. Την ίδια περίοδο εκείνη ανησυχούσε για το πώς θα εγκατέλειπαν το σπίτι τους σε περίπτωση βομβαρδισμού. Στον πίνακα η μορφή της βρίσκεται μέσα σε ένα εστιατόριο του οποίου η είσοδος δεν φαίνεται.

Ο ίδιος ανέφερε ότι είχε εμπνευστεί από ένα εστιατόριο στη Greenwich Avenue, εκεί όπου συναντιούνται δύο δρόμοι. Η ακριβής ταυτότητά του παραμένει αβέβαιη. Το εστιατόριο του πίνακα είναι μια προσεκτικά κατασκευασμένη εκδοχή της πόλης. Στη Βεράντα καφενείου τη νύχτα του Βαν Γκογκ, το φως απλώνεται στα τραπεζάκια του πεζοδρομίου. Στους Nighthawks του Χόπερ, αντίθετα, το φωτισμένο εστιατόριο παραμένει απομονωμένο από τον σκοτεινό δρόμο, πίσω από τη μεγάλη τζαμαρία. Ο Χόπερ γνώριζε τις ευρωπαϊκές αναζητήσεις γύρω από το νυχτερινό φως, αλλά η δική του λύση έχει την ψυχρότητα μιας αμερικανικής βιτρίνας. Δεν ζωγραφίζει τη θαλπωρή του καφέ. Εξετάζει την απόσταση που μπορεί να γεννηθεί ακόμη και μέσα στην απόλυτη ορατότητα.
Στη νέα βιογραφία Edward Hopper: A Life, ο ιστορικός τέχνης Λούις Σάντγουικ επιστρέφει στις επιστολές της Τζο και στον χειμώνα του 1941. Ο Χόπερ είχε ξεκινήσει να σχεδιάζει το έργο πριν από το Περλ Χάρμπορ, αλλά το ολοκλήρωσε όταν η πόλη ζούσε με τον φόβο επιθέσεων και την προοπτική συσκότισης. Το φωτισμένο εστιατόριο μπορεί να μοιάζει με μικρό καταφύγιο κανονικότητας. Δεν γνωρίζουμε όμως αν ο καλλιτέχνης σκέφτηκε τον πόλεμο όταν το ζωγράφιζε. Η ιστορική συγκυρία είναι σημαντική· δεν αποτελεί από μόνη της εξήγηση.
Άλλωστε ο Χόπερ αντιστεκόταν και στην πιο διαδεδομένη ερμηνεία του έργου του: τη μοναξιά. Παραδεχόταν ότι ίσως είχε ζωγραφίσει ασυνείδητα την απομόνωση της μεγάλης πόλης, αλλά τον ενοχλούσε η ευκολία με την οποία αυτή η λέξη επαναλαμβανόταν. Κανένα πρόσωπο εδώ δεν είναι απαραίτητα δυστυχισμένο. Οι τέσσερις μοιράζονται έναν χώρο, μια στιγμή της νυχτερινής ζωής, μια παύση μέσα στην πόλη. Η ζωγραφική δεν μας παραδίδει το συναίσθημά τους. Μας δείχνει μόνο τις συνθήκες μέσα στις οποίες προσπαθούμε να το μαντέψουμε. Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε αυτή τη συνάντηση της ζωής με την τέχνη σε κρυφό μήνυμα. Αρκεί το παράξενο επίτευγμα του πίνακα: βλέπουμε τα πάντα μέσα στο εστιατόριο και δεν βλέπουμε πώς να μπούμε.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







