Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που είδα τη Βάσω Καβαλιεράτου στο θέατρο. Ήταν πριν καμιά 20αριά χρόνια στην παράσταση «Εκεί, εκεί στην κόλαση», μια κωμωδία της ομάδας Abovo, που είχε σαρώσει εκείνη την εποχή γνωρίζοντας τεράστια αποδοχή από το κοινό ανοίγοντας έτσι τον χορό των νεανικών θεατρικών ομάδων από τις οποίες ξεπήδησαν μεγάλα ταλέντα που καθιερώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου.
Σήμερα η Βάσω που κάθεται απέναντι μου στο αγαπημένο “Odeon” στη Μάρκου Μουσούρου, στη γειτονιά της δηλαδή, εξακολουθεί να έχει την αξιαγάπητη ορμή μιας πηγαίας προσωπικότητας σε συνδυασμό με τη μεστότητα του λόγου και της σκέψης που έρχονται μαζί με την εμπειρία. Η Βάσω Καβαλιεράτου είναι εξαιρετική ηθοποιός, γυναίκα με άποψη και χιούμορ, ένας ζεστός άνθρωπος που χαίρεσαι να συναντάς και να συνομιλείς μαζί του.
Όταν ήμουν στο τρίτο έτος φοίτησης στη δραματική σχολή «Σύγχρονο Θέατρο» ήρθε στην Ελλάδα, μετά από πρόσκληση του Γιώργου Κιμούλη που ανέβαζε τότε την «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο, ένας φανταστικός Ιταλός ηθοποιός, ο Μαρτσέλο Μάνι. Ο Μάνι, που ήταν και ιδρυτικό μέλος της σπουδαίας θεατρικής ομάδας Complicité, προετοίμαζε τον Χορό της τραγωδίας και παράλληλα έκανε ένα σεμινάριο physical theatre στη σχολή. Έκανα το σεμινάριο κι έπαθα έρωτα. Στο τέλος της εβδομάδας του σεμιναρίου πάω στον Μαρτσέλο και του λέω ότι εγώ αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Με προέτρεψε να πάω στο Παρίσι, να φοιτήσω στη σχολή του Jacques Lecoq αλλά εγώ δεν ήξερα τόσο καλά γαλλικά και δίσταζα. Προτιμούσα να πάω στο Λονδίνο κι αυτό έκανα. Έτσι βρέθηκα στη σχολή The school of Physical Theatre, ύστερα από συμβουλή και πάλι του Μαρτσέλο. Mαζί μου ήταν ο Γιάννης Σαρακατσάνης, επίσης ξετρελαμένος με το σωματικό θέατρο.
Το Λονδίνο, στις αρχές της χιλιετίας, ήταν μια φανταστική πόλη σε τρομερή άνθηση. Εκεί άνοιξαν απίστευτα οι θεατρικοί μου ορίζοντες βλέποντας παραστάσεις που ούτε καν φανταζόμουν ότι υπήρχαν. Στην Αθήνα είχαμε δυνατές παραστάσεις από πολύ καλούς σκηνοθέτες και με εξαιρετικούς ηθοποιούς αλλά τα πράγματα, γενικά, ήταν πιο στατικά. Υπήρχαν βέβαια ομάδες όπως του Αμόρε, του Βογιατζή και του Μαρμαρινού που έκαναν θαύματα αλλά δεν υπήρχαν παρέες πολύ νέων ηθοποιών που δημιουργούσαν μόνοι τους μια παράσταση από το Α έως το Ω. Στο Λονδίνο ερωτεύθηκα το ότι έστηναν απίθανες παραστάσεις από το μηδέν φτάνοντας τον αυτοσχεδιασμό σε ασύλληπτα επίπεδα. Τότε είπα ότι για μένα, αυτό σημαίνει θέατρο.

Όταν ολοκληρώσαμε τις σπουδές μας στο Λονδίνο και επιστρέψαμε με τον Γιάννη στην Αθήνα θέλαμε ό,τι μάθαμε να το κάνουμε παράσταση. Έτσι ξεκίνησαν οι Abovo. Θέλαμε λοιπόν να κάνουμε ομάδα και το πρώτο πράγμα που μας ρωτούσαν όλοι ήταν αν είχαμε λεφτά. Δεν είχαμε. Μετά μας ρωτούσαν αν έχουμε έργο. Ούτε έργο είχαμε. Όμως ο στόχος ήταν να φτιάξουμε τα πάντα ως ομάδα. Προσκαλούσαμε λοιπόν όλους τους φίλους μας από τη σχολή, ακόμη και φίλους φίλων να έρθουν μαζί μας.
H πρώτη μας παράσταση ήταν το «Εκεί, εκεί στην κόλαση». Πήγαμε με τη σκέψη να παίξουμε για δέκα παραστάσεις και μας είναι αρκετό. Ξαφνικά στη δέκατη παράσταση είχε μια τεράστια ουρά στη Σαρρή. Δεν καταλαβαίναμε τι έγινε. Είχε έρθει ο Κώστας Φιλίππογλου, σημαντικός ηθοποιός του σωματικού θεάτρου που είχε αποφοιτήσει από τη Lecoq, να μας δει και μας είπε «Θα το συνεχίσετε, θα το πάτε σε μεγαλύτερο θέατρο, από αυτή τη δουλειά θα κάνετε καριέρα». Έπεσε μέσα σε όλα. Επί δύο χρόνια παίζαμε με τεράστια ανταπόκριση το «Εκεί, εκεί στην κόλαση». Συνολικά, 217 παραστάσεις.
Συστήθηκα ως ηθοποιός μέσα από αυτή τη δουλειά και έδειξα μια δική μου, τρελή πλευρά που δύσκολα τολμάει να δείξει ένας νέος που ξεκινάει το θέατρο. Είχα μια άγνοια κινδύνου αλλά και μια δύναμη που πήγαζε από την εμπειρία του Λονδίνου που μου είχε δείξει ότι ναι, είναι δυνατόν να στηθεί με αυτόν τον τρόπο μια παράσταση. Η νοοτροπία στην Ελλάδα δεν σε άφηνε να πιστέψεις ότι μπορούν να γίνουν έτσι τα πράγματα. Tώρα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τις νέες ομάδες. Δεν υπάρχει η τόλμη που σε παρακινεί να κάνεις κάτι δικό σου ακόμη κι αν ξέρεις ότι ίσως αποτύχεις.

Στη συγκεκριμένη παράσταση πάνω στη σκηνή έπαιζαν ζωντανά μουσική ο Αλέξης Ιωάννου και ο Σπύρος Μοσχούτης. Ο δεύτερος ήταν τότε ο ντράμερ του Φοίβου Δεληβοριά. Κάποια μέρα μας λέει ο Σπύρος ότι θα έρθει ο Φοίβος να δει την παράσταση κι εγώ ενθουσιάστηκα γιατί ήμουν τρελή φαν της μουσικής του. Μόλις τελειώσαμε έρχεται ο Φοίβος στα καμαρίνια που ήμασταν όλοι μαζί. Θυμάμαι με κοιτούσε με ύφος «Τι άτομο είναι αυτό», γιατί πάνω στη σκηνή έκανα επί δύο ώρες τον διάβολο με μια τεράστια καμπούρα και μετά είδε ένα άλλο πρόσωπο, εμένα δηλαδή και την πραγματική μου φιγούρα. Έτσι γνωριστήκαμε με τον Φοίβο.
Φέτος ήταν η πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε επί σκηνής με τον Φοίβο. Ήμασταν και οι δύο στην «Ειρήνη» του Νίκου Καραθάνου και η βασική προϋπόθεση για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτή την καλοκαιρινή περιοδεία ήταν να έρθει μαζί μας και η έφηβη κόρη μας, γιατί δεν γινόταν να λείπουμε και οι δύο από την Αθήνα και να μείνει μόνη της πίσω. Κατευθείαν μας απάντησε «Εννοείται ότι θα έρθω, εννοείται ότι θα το κάνετε» κι όταν τελείωσε η περιοδεία γύρισε και μου είπε «Μαμά, ήταν το καλύτερο καλοκαίρι της ζωής μου». Δεν είναι τυχαίο αυτό. Ένα παιδί που ζει στην Αθήνα -με ό,τι συνεπάγεται αυτό ως προς τους περιορισμούς- είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε τόσες πόλεις, να δει όλα αυτά τα αρχαία θέατρα που έχουμε, να ζήσει με μια δεμένη ομάδα ηθοποιών. Με το που γυρίσαμε αναζητά μόνη της και βλέπει θέατρο. Ένα μπόλιασμα χρειάζονται τα παιδιά για να αφήσουν πίσω τους τα κινητά και να ασχοληθούν με δημιουργικά πράγματα.
Τώρα πρωταγωνιστώ στην παράσταση «Χώρισε με ΑΕ και ΣΙΑ» του Tristan Petitgirard. Κεντρικό πρόσωπο στην πλοκή είναι ο Ερίκ που έχει στήσει μια παράξενη, απολύτως οργανωμένη επιχείρηση. Όποιος θέλει να χωρίσει και δεν θέλει να το πει στον σύντροφό του προσλαμβάνει τον Ερίκ για να το ανακοινώσει εκείνος. Όταν μας έδωσε η Κόρα Καρβούνη, που κάνει με αυτήν την παράσταση την πρώτη της σκηνοθεσία, το κείμενο αναρωτηθήκαμε πώς, αφού είναι τόσο δημοφιλή τα dating apps, δεν έχει όντως δημιουργήσει κανείς μια εφαρμογή για χωρισμούς και διαζύγια. Η ιδέα του Γάλλου συγγραφέα είναι καταπληκτική.

Το έργο πιάνει εντελώς την εποχή μας και τη δυσκολία των ανθρώπων να διαχειριστούν τη ζωή τους και την προσωπική τους ευθύνη. Ο ίδιος ο Ερίκ, ο άντρας δηλαδή που οι άλλοι προσλαμβάνουν, είναι ένας πληγωμένος άντρας, καθώς τον άφησε η γυναίκα που λάτρευε, χωρίς να του εξηγήσει τίποτα. Κι ενώ στην αρχή παρουσιάζεται ως ένας κυνικός τύπος που μετατρέπει την πληγή του σε εκδίκηση τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά αφού η γυναίκα στην οποία αναλαμβάνει ως επαγγελματίας να ανακοινώσει ότι ο σύντροφός της τη χωρίζει είναι εκείνη η γυναίκα που τον πλήγωσε, ενώ παράλληλα εκείνος που τον προσέλαβε μετανιώνει για την απόφασή του και τρέχει για να προλάβει να ανακαλέσει την αποστολή. Είναι δηλαδή μια τυπική φάρσα, είναι σαφώς μια κωμωδία αλλά χάρη σε μια ανατροπή -που δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε- εξελίσσεται οδυνηρά.
Ο χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος, γι’ αυτό επιφέρει πένθος. Ακόμη κι όταν είναι αποτέλεσμα κοινής απόφασης, ακόμη κι όταν γίνεται με σωστό τρόπο και σεβασμό είναι πάντα ένα τέλος εποχής, είναι η στιγμή που γίνεται πραγματικότητα το ότι εμείς οι δύο, που μοιραστήκαμε τόσα, βάζουμε τέλος στην κοινή μας ζωή. Προσωπικά, είμαι μαζί με τον Φοίβο εδώ και 16 χρόνια, και δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα είμαι χωρίς τον σύντροφό μου, θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσω τη ζωή μου. Ξέρεις ότι μετά από 16 χρόνια το να ζεις μαζί με έναν άνθρωπο είναι μια απόφαση που παίρνεις καθημερινά, δεν είναι όπως στο πρώτο στάδιο της σχέσης που ξυπνάς και απλώς λιώνεις που τον κοιτάς. Είναι μια απόφαση που παίρνεται από κοινού και δεν είναι πάντα εύκολα τα πράγματα, αλλά κι αυτό ακόμη έχει την αξία του.
Πρόσφατα βγήκε στους κινηματογράφους «Η βαλίτσα» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπαθανάση και σενάριο Κατερίνας Μπέη, στην οποία παίζω μια συντηρητική λογίστρια, που εκφράζει τη φωνή της λογικής. Το ωραίο με την ταινία είναι ότι αναδεικνύει τη γυναικεία ματιά και την πλοκή της την κινούν οι γυναίκες. Και το ακόμη πιο ωραίο είναι πως πρόκειται για action comedy, σπάνιο είδος για τα ελληνικά δεδομένα. Αγαπώ τον κινηματογράφο, θα ήθελα όμως να έβλεπα πιο συχνά δυνατά, ελληνικά σενάρια. Πάντως όπου και να βρίσκεσαι -θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση- τη διαφορά την κάνει η ομάδα.
Συστήθηκα με κωμωδία όταν ξεκίνησα αλλά ποτέ δεν έκρυψα το ποια είμαι ως γυναίκα, ποια είμαι ως προσωπικότητα. Το λέω αυτό γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα το κωμικό το ταυτίζουν με το ατσούμπαλο, το άχαρο. Μπορεί όμως μια γυναίκα να είναι σέξι και ταυτοχρόνως να βγάζει γέλιο. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο αυτό που λέμε, αλλά δεν ισχύει. Το χιούμορ είναι δείκτης ευφυίας. Όταν έχεις χιούμορ δείχνεις στους άλλους ότι είσαι αλέρτ, ότι αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει και έχεις άποψη. Γι’ αυτό και πολλοί ενοχλούνται από τις γυναίκες με χιούμορ.
Ως γυναίκες τίποτα δεν μας χαρίζεται, σιγά σιγά και με πολλή δουλειά κατακτούμε τα πράγματα. Εμένα προσωπικά δεν με πειράζει να τσαλακώνομαι, άλλωστε ο λόγος που αγαπώ αυτή τη δουλειά είναι ότι με προκαλεί να μεταμορφώνομαι διαρκώς.
Info: «Χώρισε με ΑΕ και ΣΙΑ» του Tristan Petitgirard. Σκηνοθεσία: Κόρα Καρβούνη. Με τους Μιχάλη Συριοπούλο, Βάσω Καβαλιεράτου και Στάθη Κόικα. Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς Θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ, ένα θέατρο για τις τέχνες, Τουρναβίτου 7, Θησείο.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;






