Skip to main content

Ένα γαλλικό ερευνητικό πλοίο περιμένει στο λιμάνι του Ηρακλείου. Το Abeille Marengo έχει αναλάβει να χαρτογραφήσει τον βυθό ανατολικά της Κρήτης και της Κάσου, εκεί όπου σχεδιάζεται να περάσει το ηλεκτρικό καλώδιο που θα συνδέσει την Ελλάδα με την Κύπρο και σε επόμενη φάση με το Ισραήλ. Η έναρξη των ερευνών εξαρτάται από την έκδοση μιας NAVTEX, μιας ναυτιλιακής αγγελίας που προσδιορίζει την περιοχή και τον χρόνο των εργασιών. Μόνο που στην Ανατολική Μεσόγειο ακόμη και μια τέτοια διαδικασία μπορεί να αποκτήσει γεωπολιτικές διαστάσεις.

Ο Great Sea Interconnector προβλέπει αρχικά την ηλεκτρική σύνδεση Κρήτης και Κύπρου, με καλώδιο μήκους 898 χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς 1.000 μεγαβάτ. Σε ορισμένα σημεία θα τοποθετηθεί σε βάθος έως 3.000 μέτρων. Το έργο φιλοδοξεί να τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, του μοναδικού κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν διαθέτει ηλεκτρική διασύνδεση με άλλο κράτος μέλος. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση φτάνει τα 657 εκατομμύρια ευρώ, ωστόσο οι καθυστερήσεις, οι οικονομικές διαφωνίες και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν μεταθέσει τον αναμενόμενο χρόνο ολοκλήρωσης στο 2031.

Η Τουρκία προβάλλει αξιώσεις θαλάσσιας δικαιοδοσίας τις οποίες απορρίπτουν η Ελλάδα και η Κύπρος. Η Άγκυρα ζητεί προηγούμενη συνεννόηση για δραστηριότητες σε περιοχές που θεωρεί ότι υπάγονται στη δική της δικαιοδοσία, ενώ η Αθήνα δεν αναγνωρίζει δικαίωμα τουρκικής έγκρισης για τις συγκεκριμένες έρευνες. Ένα έργο ενεργειακής συνεργασίας βρίσκεται έτσι αντιμέτωπο με μια διαμάχη που αφορά τον έλεγχο και τη χρήση της θάλασσας.

Η ιστορία αυτή αποκαλύπτει μια αλλαγή που συντελείται πολύ πέρα από την Ανατολική Μεσόγειο. Για δεκαετίες η στρατηγική σημασία των θαλασσών συνδεόταν κυρίως με τις εμπορικές οδούς, τα λιμάνια και τα πολεμικά πλοία. Σήμερα μεγάλο μέρος της οικονομικής ισχύος βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Ηλεκτρικά καλώδια, δίκτυα οπτικών ινών και ενεργειακοί αγωγοί συνδέουν χώρες και ηπείρους. Ο έλεγχος της θάλασσας αποκτά μια πρόσθετη διάσταση: την προστασία υποδομών από τις οποίες εξαρτάται η λειτουργία ολόκληρων κοινωνιών. Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο ψηφιοποιείται ο κόσμος, τόσο βαθύτερη γίνεται η εξάρτησή του από φυσικές υποδομές. Αποθηκεύουμε φωτογραφίες στο «σύννεφο», πραγματοποιούμε τραπεζικές συναλλαγές από το κινητό και επικοινωνούμε ακαριαία με ανθρώπους στην άλλη άκρη του πλανήτη. Η τεχνολογία δημιουργεί την εντύπωση ενός κόσμου στον οποίο οι πληροφορίες κινούνται σχεδόν χωρίς υλικούς περιορισμούς.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, περισσότερο από το 99% της διεθνούς κίνησης δεδομένων μεταφέρεται μέσω υποθαλάσσιων τηλεπικοινωνιακών καλωδίων. Ένα δίκτυο που εκτείνεται σε περισσότερα από 1,7 εκατομμύρια χιλιόμετρα στηρίζει τις παγκόσμιες επικοινωνίες, τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και μεγάλο μέρος των ψηφιακών υπηρεσιών. Οι πληροφορίες ταξιδεύουν με εξαιρετικά υψηλές ταχύτητες, αλλά οι υποδομές που τις μεταφέρουν χρειάζονται χρόνια για να κατασκευαστούν και εξειδικευμένα πλοία για να επισκευαστούν.

Η σημασία αυτής της εξάρτησης έγινε οδυνηρά αντιληπτή τον Φεβρουάριο του 2023 στα νησιά Μάτσου της Ταϊβάν. Μέσα σε έξι ημέρες τα δύο υποθαλάσσια καλώδια που συνέδεαν το αρχιπέλαγος με την υπόλοιπη χώρα υπέστησαν ζημιές. Περίπου 14.000 άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρούς περιορισμούς στην πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Οι ηλεκτρονικές πληρωμές, οι επαγγελματικές δραστηριότητες, η επικοινωνία με υπηρεσίες και ο προγραμματισμός ιατρικών επισκέψεων έγιναν δυσκολότερα. Η εφεδρική σύνδεση δεν επαρκούσε για τις συνηθισμένες ανάγκες των κατοίκων. Οι αρχές της Ταϊβάν συνέδεσαν τις ζημιές με διελεύσεις κινεζικών πλοίων χωρίς όμως να αποδειχθεί σκόπιμη ενέργεια. Το περιστατικό ωστόσο ανέδειξε μια κρίσιμη αδυναμία. Δεν χρειάζεται να καταρρεύσει ολόκληρο το Διαδίκτυο για να διαταραχθεί η καθημερινότητα μιας κοινωνίας. Αρκεί να χαθούν οι λίγες συνδέσεις από τις οποίες εξαρτάται. Όσο περισσότερες λειτουργίες μεταφέρονται σε ψηφιακά συστήματα, τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι συνέπειες μιας τέτοιας διακοπής.

Στη Βαλτική Θάλασσα οι διαδοχικές ζημιές σε υποθαλάσσιες υποδομές έχουν αναδείξει μια διαφορετική διάσταση του προβλήματος. Πώς μπορεί ένα κράτος να γνωρίζει αν η καταστροφή ενός καλωδίου οφείλεται σε ατύχημα ή σε εχθρική ενέργεια; Ένα πλοίο που σέρνει την άγκυρά του μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημιά χωρίς πρόθεση. Τον Ιανουάριο του 2025 η καταστροφή τηλεπικοινωνιακού καλωδίου μεταξύ Σουηδίας και Λετονίας προκάλεσε έρευνα για πιθανό σαμποτάζ. Οι σουηδικές αρχές κατέληξαν τελικά ότι επρόκειτο για ατύχημα και έκλεισαν την έρευνα τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.

Η διάκριση έχει τεράστια σημασία. Οι περισσότερες ζημιές στα υποθαλάσσια τηλεπικοινωνιακά καλώδια προκαλούνται από ατυχήματα, κυρίως όταν αλιευτικά εργαλεία ή άγκυρες πλοίων τα καταστρέφουν. Σπανιότερα οι βλάβες οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα, όπως σεισμούς και υποθαλάσσιες κατολισθήσεις Αυτό όμως δεν αποκλείει την πιθανότητα εσκεμμένων επιθέσεων. Και η δυσκολία να αποδειχθεί εγκαίρως ποιος ευθύνεται αποτελεί μέρος της στρατηγικής ευπάθειας αυτών των υποδομών.

Εδώ αρχίζουν να θολώνουν και τα όρια ανάμεσα στην ειρήνη και τη σύγκρουση. Μια εχθρική ενέργεια εναντίον κρίσιμης υποδομής μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες χωρίς την ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση που θα προκαλούσε ένα συμβατικό πλήγμα. Οι κυβερνοεπιθέσεις, οι παρεμβολές στις επικοινωνίες και η πιθανή δολιοφθορά υποθαλάσσιων δικτύων δημιουργούν καταστάσεις στις οποίες ένα κράτος καλείται να αντιδράσει πριν ακόμη γνωρίζει με βεβαιότητα τι έχει συμβεί. Η ειρήνη και ο πόλεμος δεν αποτελούν πάντοτε δύο καταστάσεις με απολύτως σαφές σύνορο. Οι μηχανισμοί αντιμετώπισης κρίσεων υπάρχουν αλλά δεν προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις για κάθε τέτοιο περιστατικό.

Η προστασία του βυθού αποκτά έτσι ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Μια χώρα δεν αρκεί να διαθέτει σύγχρονα δίκτυα. Χρειάζεται να γνωρίζει πού βρίσκονται τα πιο ευάλωτα σημεία τους, να μπορεί να εντοπίζει γρήγορα τις βλάβες και να διαθέτει εναλλακτικές συνδέσεις. Η αποκατάσταση ενός υποθαλάσσιου καλωδίου απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό, πλοία, κατάλληλες καιρικές συνθήκες και ενδεχομένως εγκρίσεις από διαφορετικές αρχές. Μια ζημιά μπορεί να προκληθεί μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά η επισκευή της να χρειαστεί εβδομάδες.

Οι κυβερνήσεις έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν αυτή την πραγματικότητα ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Τον Ιανουάριο του 2025, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε την επιχείρηση Baltic Sentry, ενισχύοντας την επιτήρηση της Βαλτικής με πολεμικά πλοία, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα συστήματα. Τον Ιούνιο του 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε χρηματοδότηση για δύο περιφερειακούς κόμβους προστασίας υποθαλάσσιων καλωδίων, στη Βαλτική και τη Μεσόγειο, καθώς και νέα πρόσκληση 40 εκατομμυρίων ευρώ για την ενίσχυση των δυνατοτήτων επισκευής. Η μετατόπιση είναι σημαντική. Η ασφάλεια των υποθαλάσσιων υποδομών δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά υπόθεση των εταιρειών που τις κατασκευάζουν και τις διαχειρίζονται. Απαιτεί συνεργασία κρατών, ενόπλων δυνάμεων, ρυθμιστικών αρχών και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και η προστασία δεν μπορεί να εξαντλείται στη στρατιωτική επιτήρηση. Χρειάζονται καλύτερος σχεδιασμός, εφεδρικά δίκτυα, ταχύτερες επισκευές και προετοιμασία για την περίπτωση που μια κρίσιμη σύνδεση σταματήσει να λειτουργεί.

Το Great Sea Interconnector δεν είναι τηλεπικοινωνιακό καλώδιο αλλά έργο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν υπάρχει επίσης τεκμηριωμένη ένδειξη ότι έχει αποτελέσει στόχο υποθαλάσσιου σαμποτάζ. Η περίπτωσή του αναδεικνύει μια άλλη πλευρά της ίδιας πραγματικότητας: ακόμη και η κατασκευή μιας στρατηγικής υποδομής μπορεί να επηρεαστεί από γεωπολιτικές διεκδικήσεις, οικονομικούς ανταγωνισμούς και διαφωνίες για τη χρήση του θαλάσσιου χώρου. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένα καλώδιο μπορεί να κατασκευαστεί, αλλά και πώς θα εξασφαλιστεί η μακροχρόνια και ασφαλής λειτουργία του.

Πίσω από την αίσθηση ενός άυλου, πανταχού παρόντος ψηφιακού κόσμου βρίσκεται μια εξαιρετικά υλική υποδομή, εκτεθειμένη σε ατυχήματα, ανθρώπινα λάθη, φυσικές καταστροφές και γεωπολιτικές συγκρούσεις. Η προστασία της αφορά τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να συνεχίσει να λειτουργεί όταν ένα κρίσιμο μέρος των δικτύων της πάψει ξαφνικά να λειτουργεί. Η τεχνολογία μάς έχει συνηθίσει στην ιδέα ότι οι αποστάσεις έχουν σχεδόν καταργηθεί. Στην πραγματικότητα, εξακολουθούμε να εξαρτόμαστε από συγκεκριμένες διαδρομές, καλώδια και σημεία στον χάρτη. Και όσο περισσότερο η καθημερινή μας ζωή μεταφέρεται στον ψηφιακό κόσμο, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν όσα συμβαίνουν στον βυθό της θάλασσας.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;