Skip to main content
Τέχνες

Κλιμτ, Ματίς, Πικάσο. Οι γάτες στη ζωή των μεγάλων καλλιτεχνών

Ο Κλιμτ τις άφηνε ελεύθερες στο εργαστήριό του, ο Ματίς τις είχε κοντά του και ο Πικάσο φωτογραφήθηκε μαζί τους. Η ξεχωριστή σχέση των μεγάλων καλλιτεχνών με τις γάτες.

cats-and-artists

Από το εργαστήριο του Γκούσταβ Κλιμτ μέχρι το δωμάτιο του Ανρί Ματίς οι γάτες υπήρξαν σύντροφοι, μοντέλα και αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μεγάλων καλλιτεχνών. Η σχέση τους αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για την ανάγκη της συντροφιάς, την ελευθερία και τη δημιουργία.

Στο εργαστήριο του Γκούσταβ Κλιμτ οι γάτες μπορούσαν να κάνουν σχεδόν ότι ήθελαν. Σκαρφάλωναν στα έπιπλα, κυνηγιούνταν ανάμεσα στους καμβάδες και ξάπλωναν πάνω στα σχέδια που ο ζωγράφος άφηνε στο πάτωμα. Ο κριτικός τέχνης Άρθουρ Ρέσλερ θυμόταν οκτώ ή δέκα γάτες να αναστατώνουν έναν χώρο γεμάτο με εκατοντάδες φύλλα χαρτιού. Όταν ρώτησε τον Κλιμτ γιατί επέτρεπε να καταστρέφονται τόσο πολύτιμα σχέδια, εκείνος απάντησε χαμογελώντας πως ακόμη και τα ούρα τους μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως στερεωτικό. Ήταν προφανώς ένα αστείο αλλά έλεγε πολλά για τη σχέση του με τα ζώα. Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ομορφιά και στη σύνθεση δεν ένιωθε την ανάγκη να επιβάλει την απόλυτη τάξη στον προσωπικό του χώρο. Μια φωτογραφία του Μόριτς Νερ γύρω στο 1910, δείχνει τον Κλιμτ με τη χαρακτηριστική μακριά μπλούζα του, να κρατά μια ασπρόμαυρη γάτα στην αγκαλιά. Το βλέμμα του είναι ήρεμο σχεδόν παιδικό. Η εικόνα απέχει πολύ από τη δημόσια εικόνα ενός από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της εποχής του. Αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που είχε επιτρέψει σε αυτά τα μικρά, ανεξάρτητα πλάσματα να γίνουν μέρος της καθημερινής του ζωής.

Ο Κλιμτ δεν ήταν εξαίρεση. Για πολλούς καλλιτέχνες οι γάτες ήταν σταθερές σύντροφοι στην καθημερινότητά τους. Μοιράζονταν μαζί τους τις ατελείωτες ώρες στο εργαστήριο, τη μοναξιά της δημιουργίας και τις πιο προσωπικές στιγμές της ζωής τους. Πίσω από πολλές διάσημες φωτογραφίες κρύβονται σχέσεις που κράτησαν χρόνια. Οι γάτες συντρόφευαν τους δημιουργούς στις μοναχικές ώρες της εργασίας, στις περιόδους της ασθένειας, ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές της προσωπικής τους ζωής. Δεν ήταν απαραίτητα πηγές έμπνευσης με την παραδοσιακή έννοια. Συχνά η σημασία τους βρισκόταν απλώς στο γεγονός ότι ήταν εκεί.

Το 1949 ο Ρόμπερτ Κάπα φωτογράφισε τον Ανρί Ματίς στη Νίκαια. Ο μεγάλος ζωγράφος που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας στο κρεβάτι του, συνεχίζοντας να εργάζεται. Σε μία από τις φωτογραφίες μια γάτα είναι κουλουριασμένη ανάμεσα στα πόδια του. Η σκηνή έχει μια συγκινητική απλότητα. Ο Ματίς εξακολουθεί να δημιουργεί παρά τους περιορισμούς του σώματός του, και το ζώο αναπαύεται δίπλα του χωρίς να απαιτεί τίποτα. Καθώς η υγεία του περιόριζε ολοένα περισσότερο τις μετακινήσεις του, οι γάτες παρέμεναν κοντά του, προσφέροντάς του συντροφιά ακόμη και τις ώρες που εργαζόταν.

Κάτι από αυτή την αθόρυβη οικειότητα συναντάμε και στις φωτογραφίες της Τζόρτζια Ο’Κιφ στο Νέο Μεξικό. Η ζωγράφος που επέλεξε να ζήσει μακριά από τη Νέα Υόρκη ανάμεσα στα βουνά, στην έρημο και στα απέραντα τοπία που καθόρισαν το έργο της, μοιραζόταν το σπίτι της και με γάτες. Σε μια φωτογραφία της Ντόρις Μπράι γύρω στο 1950, εμφανίζεται χαμογελαστή κρατώντας μια μαύρη γάτα στην αγκαλιά της. Είναι μια σπάνια εικόνα χαλάρωσης για μια γυναίκα που στις περισσότερες δημόσιες προσωπογραφίες της διατηρεί μια σχεδόν αδιαπέραστη έκφραση.

Το ίδιο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια φωτογραφία του Πάμπλο Πικάσο από το 1954 στο σπίτι του στη Βαλορίς. Ο ζωγράφος Κάρλος Ναδάλ τον απαθανάτισε να κρατά τρυφερά τη γάτα του. Το χαρακτηριστικά διεισδυτικό βλέμμα του Πικάσο έρχεται σε αντίθεση με την ήρεμη κίνηση των χεριών του. Η φωτογραφία, που δωρίστηκε στο Μουσείο Πικάσο της Βαρκελώνης το 2010, μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε μια ιδιωτική στιγμή ενός ανθρώπου που συνήθως γνωρίζουμε μέσα από τη δύναμη της προσωπικότητάς του και τις συχνά ταραχώδεις ανθρώπινες σχέσεις του. Αυτές οι εικόνες έχουν κάτι κοινό. Οι καλλιτέχνες δεν ποζάρουν απαραίτητα για να παρουσιάσουν μια πιο τρυφερή εκδοχή του εαυτού τους. Η παρουσία της γάτας μοιάζει αυτονόητη, κομμάτι μιας ζωής που συνεχίζεται και έξω από τον καμβά. Είναι μια μορφή συντροφικότητας που δεν απαιτεί διαρκή επικοινωνία. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εργάζεται, να σκέφτεται, να αποσύρεται στον δικό του κόσμο, ενώ το ζώο παραμένει κάπου κοντά ακολουθώντας τον δικό του ρυθμό.

Για τον Πάουλ Κλέε, η σχέση αυτή άρχισε από τα παιδικά του χρόνια και τον συνόδευσε σε ολόκληρη τη ζωή του. Η οικογένειά του ζούσε σχεδόν πάντα με γάτες. Σε μια ερώτηση που του έγινε το 1908 σχετικά με το ποιος θα ήθελε να είναι αν δεν ήταν ο εαυτός του, απάντησε πως θα προτιμούσε να είναι μία από τις γάτες του. Ακόμη και στις επιστολές που έστελνε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, δεν παρέλειπε να αναφερθεί στα ζώα του σπιτιού. Χρόνια αργότερα ο λευκός Bimbo θα γινόταν ένας ακόμη αγαπημένος κάτοικος του εργαστηρίου του.

Η εξοικείωσή του με τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους βρήκε την έκφρασή της και στο ζωγραφικό του έργο. Στο περίφημο Cat and Bird του 1928, ένα μεγάλο γατίσιο πρόσωπο γεμίζει σχεδόν ολόκληρο τον πίνακα. Ένα μικρό πουλί εμφανίζεται στο μέτωπό του, σαν να βρίσκεται μέσα στη σκέψη του ζώου. Ο Κλέε δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ανατομία της γάτας όσο για το τι μπορεί να κρύβεται πίσω από το βλέμμα της. Η επιθυμία, η προσοχή και η προσμονή γίνονται γραμμές και χρώματα. Το ζώο που ζούσε δίπλα του είχε μετατραπεί σε έναν τρόπο να εξερευνήσει τον αόρατο κόσμο της σκέψης.

Οι γάτες προσέφεραν άλλωστε στους καλλιτέχνες κάτι που δύσκολα μπορούσε να εξασφαλίσει ένα ανθρώπινο μοντέλο: τη δυνατότητα να παρατηρούν ένα πλάσμα που δεν ενδιαφερόταν να παρουσιαστεί με συγκεκριμένο τρόπο. Ο Θεόφιλος Αλεξάντρ Σταϊνλέν περνούσε αμέτρητες ώρες σχεδιάζοντας τις γάτες της οικογένειάς του και τα ζώα που συναντούσε στους δρόμους της Μονμάρτρης. Οι κινήσεις τους, η ευλυγισία και οι ανεπαίσθητες αλλαγές στη στάση του σώματός τους τον γοήτευαν. Το 1896 δημιούργησε τη διάσημη αφίσα για το καμπαρέ Le Chat Noir. Η μαύρη γάτα με το αγέρωχο βλέμμα έγινε ένα από τα διαχρονικά σύμβολα του Παρισιού.

Στην Αγγλία, η σχέση του Λουί Γουέιν με τον γάτο του Πίτερ, ξεκίνησε μέσα από μια δύσκολη προσωπική περίοδο. Όταν η σύζυγός του Έμιλι αρρώστησε βαριά, εκείνος άρχισε να σχεδιάζει το ζώο τους για να της προσφέρει λίγη χαρά. Οι εικόνες του έγιναν σταδιακά πιο παιχνιδιάρικες. Οι γάτες άρχισαν να φορούν ρούχα, να παίζουν, να διασκεδάζουν και να συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι. Η μεγάλη επιτυχία του A Kitten’s Christmas Party το 1886 αποτέλεσε την αρχή μιας ολόκληρης καλλιτεχνικής διαδρομής. Εκεί όπου αρχικά υπήρχε η ανάγκη να παρηγορήσει έναν αγαπημένο άνθρωπο, αναπτύχθηκε ένας εικονογραφικός κόσμος που βοήθησε να αλλάξει η εικόνα της γάτας στη βρετανική κοινωνία.

Για άλλους δημιουργούς το ενδιαφέρον βρισκόταν ακριβώς σε εκείνο που κάνει τις γάτες τόσο δύσκολες στην κατανόηση: την ανεξαρτησία τους. Η Κλοντ Καέν που αμφισβήτησε μέσα από τη φωτογραφία τις συμβατικές αντιλήψεις για την ταυτότητα, χρησιμοποίησε τη σχέση της με μια γάτα σε ένα ιδιαίτερο φωτογραφικό πείραμα. Στη σειρά Le Chemin des chats, που δημιούργησε σε συνεργασία με τη Μαρσέλ Μουρ, εμφανίζεται με δεμένα μάτια να ακολουθεί τη γάτα της. Ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον συνηθισμένο ρόλο του καθοδηγητή και αφήνεται στις κινήσεις ενός άλλου πλάσματος. Η εμπιστοσύνη γίνεται μέρος της καλλιτεχνικής διαδικασίας.

Ακόμη και ο Άντι Γουόρχολ πολύ πριν γίνει το πρόσωπο της ποπ αρτ, είχε αφιερώσει ένα από τα πρώτα προσωπικά του βιβλία στις γάτες που ζούσαν μαζί του και με τη μητέρα του. Το 25 Cats Name Sam and One Blue Pussy του 1954 ήταν μια συνεργασία με την Τζούλια Γουόρχολα, που ανέλαβε την καλλιγραφία. Αργότερα ένα αντίτυπο βρέθηκε στην κατοχή της Λεονόρ Φινί, της σουρεαλίστριας που είχε συνδέσει τη ζωή και το έργο της με τα αιλουροειδή. Ένα μικρό βιβλίο με γάτες είχε γίνει ένας προσωπικός σύνδεσμος ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς καλλιτεχνικούς κόσμους.

Η συμβίωση αυτή συνεχίζεται και στη σύγχρονη τέχνη. Ο Άι Γουέιγουεϊ φιλοξενούσε δεκάδες γάτες στο εργαστήριό του στο Πεκίνο, πολλές από τις οποίες είχαν διασωθεί από δύσκολες συνθήκες. Τα ζώα κινούνταν ελεύθερα στους χώρους του και εμφανίζονταν συχνά στις φωτογραφίες και στα βίντεό του. Ο ίδιος έχει περιγράψει τη σχεδόν κυριαρχική θέση που απολάμβαναν μέσα στο σπίτι. Τον ευχαριστούσε να τις παρατηρεί να καταλαμβάνουν τον χώρο με την απόλυτη σιγουριά ενός πλάσματος που δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για την παρουσία του.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτών των σχέσεων. Οι καλλιτέχνες περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους προσπαθώντας να δώσουν μορφή σε κάτι που υπάρχει στη φαντασία τους. Παρατηρούν, οργανώνουν, επιλέγουν, διορθώνουν. Η γάτα λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες. Δεν υπακούει πάντοτε, δεν ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα και δεν αναγνωρίζει τη σημασία ενός έργου. Μπορεί να καθίσει πάνω σε ένα σχέδιο, να διακόψει μια σκέψη ή να εγκαταλείψει το δωμάτιο την πιο ακατάλληλη στιγμή.

Παρά τις διαφορές τους οι ιστορίες αυτές φανερώνουν πόσο σημαντική μπορεί να γίνει η παρουσία ενός ζώου στη ζωή ενός ανθρώπου που δημιουργεί. Όχι επειδή του προσφέρει απαραίτητα ιδέες, αλλά επειδή μοιράζεται μαζί του τις ώρες που προηγούνται και ακολουθούν τη δημιουργία. Τον χρόνο της αναμονής, της αμφιβολίας, της κούρασης και της σιωπής. Όλες εκείνες τις στιγμές που δεν καταγράφονται στην ιστορία της τέχνης αλλά αποτελούν μεγάλο μέρος της ζωής ενός καλλιτέχνη. Ο Κλιμτ που έβλεπε τις γάτες του να σκορπίζουν τα σχέδιά του στο πάτωμα, δεν χρειαζόταν να γνωρίζει τι θα άξιζαν κάποτε εκείνα τα χαρτιά. Γνώριζε μόνο ότι ήθελε τις γάτες κοντά του. Και αυτό όπως φαίνεται είχε μεγαλύτερη σημασία.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;