Skip to main content
Icon

Γιατί το έργο της Πίνα Μπάους εξακολουθεί να γεμίζει τα θέατρα;

Δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό της, η Πίνα Μπάους παραμένει στο κέντρο της θεατρικής ζωής. Είναι η δύναμη των έργων της που μας φέρνει στην πλατεία ή η βεβαιότητα ότι παρακολουθούμε μια αναγνωρισμένη ιδιοφυΐα;

pina-bausch

Απόψε στις οκτώ το βράδυ δύο αθηναϊκές σκηνές θα φιλοξενούν έργα μιας γυναίκας που πέθανε πριν από δεκαεπτά χρόνια. Στο Μέγαρο Μουσικής το Vollmond αρχίζει έναν κύκλο τεσσάρων εξαντλημένων παραστάσεων. Στο Εθνικό Θέατρο ο Kontakthof συνεχίζει για δεύτερη χρονιά. Το ένα δημιουργήθηκε το 2006, το άλλο το 1978. Ανάμεσά τους μεσολαβούν σχεδόν τρεις δεκαετίες, διαφορετικές αισθητικές αναζητήσεις και ένας κόσμος που έχει αλλάξει ριζικά. Κι όμως η Πίνα Μπάους εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον ενός κοινού που σε μεγάλο ποσοστό δεν τη γνώρισε ποτέ εν ζωή.

Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε αυτή την επιτυχία στην αναγνώρισή της ως μιας από τις σημαντικότερες δημιουργούς του σύγχρονου χορού. Το όνομά της έχει αποκτήσει το κύρος του κλασικού. Οι μεγάλες σκηνές την παρουσιάζουν, τα πανεπιστήμια τη μελετούν, οι χορογράφοι αναγνωρίζουν την επιρροή της. Μόνο που αυτή η εξήγηση αφήνει αναπάντητο το πιο ενδιαφέρον ερώτημα. Μπορεί μια τέχνη που κάποτε προκαλούσε και σκανδάλιζε να εξακολουθεί να μας ταράζει, όταν η δημιουργός της έχει γίνει πλέον σύμβολο του καλλιτεχνικού κατεστημένου;

Η Μπάους δεν επιδίωξε απλώς να ανανεώσει τη χορευτική έκφραση. Αμφισβήτησε την ίδια την ανάγκη του θεάματος να παρουσιάζει τον άνθρωπο καλύτερο, ομορφότερο ή πιο ολοκληρωμένο από όσο είναι. Στη σκηνή της οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν συχνά άσχημα. Γίνονταν αδέξιοι, ματαιόδοξοι, σκληροί, απελπισμένοι. Προσπαθούσαν να γοητεύσουν, να επιβληθούν, να προστατευτούν από την απόρριψη. Μια χειρονομία τρυφερότητας μπορούσε να εξελιχθεί σε πράξη ταπείνωσης. Ένα παιχνίδι να αποκτήσει τη σκληρότητα μιας πραγματικής σύγκρουσης. Όταν ανέλαβε το χορευτικό σύνολο του Βούπερταλ το 1973, άρχισε να διαμορφώνει ένα θέατρο όπου η κίνηση δεν εξυπηρετούσε υποχρεωτικά την ομορφιά. Οι χορευτές μιλούσαν, γελούσαν, επαναλάμβαναν φράσεις, διέκοπταν τη δράση, εξέθεταν προσωπικές αδυναμίες. Η Μπάους ενδιαφερόταν για το τι αποκαλύπτει το σώμα όταν παύει να υπακούει στην υποχρέωση να εντυπωσιάζει.

Το Kontakthof είναι ίσως ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα αυτής της αναζήτησης. Σε μια αίθουσα που θυμίζει χώρο κοινωνικών εκδηλώσεων, άνδρες και γυναίκες συναντιούνται, παρατηρούν ο ένας τον άλλον, επιδεικνύονται, αναζητούν επαφή. Φορούν τα κατάλληλα ρούχα, υιοθετούν τις κατάλληλες στάσεις, συμμετέχουν σε μια τελετουργία κοινωνικής αποδοχής. Η ευγένεια όμως αποδεικνύεται εύθραυστη. Η επιθυμία να αρέσουμε μπορεί να γίνει ανάγκη επιβολής. Η προσέγγιση μπορεί να καταλήξει σε παραβίαση των ορίων του άλλου. Η χορογραφία δημιουργήθηκε το 1978, πολύ πριν οι σημερινές συζητήσεις για τη συναίνεση, τις έμφυλες σχέσεις και τη σωματική αυτονομία αποκτήσουν τη δημόσια ένταση που γνωρίζουμε. Δεν χρειάζεται να της αποδώσουμε εκ των υστέρων τις αντιλήψεις της εποχής μας. Αρκεί να παρατηρήσουμε πόσο διαφορετικά μπορούμε πλέον να διαβάσουμε ορισμένες σκηνές της. Μια συμπεριφορά που άλλοτε αναγνωριζόταν ως κοινωνική αμηχανία μπορεί σήμερα να αποκαλύπτει και έναν μηχανισμό εξουσίας. Ακριβώς εδώ βρίσκεται ένας λόγος που το έργο παραμένει ζωντανό. Δεν προσφέρει μια οριστική ερμηνεία των ανθρώπινων σχέσεων. Επιτρέπει σε κάθε εποχή να αναγνωρίζει τις δικές της αντιφάσεις.

Η ίδια η ιστορία του Kontakthof το επιβεβαιώνει. Το 2000 η Μπάους το παρουσίασε με ανθρώπους άνω των 65 ετών και το 2008 με εφήβους. Στην ελληνική παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου συμμετέχουν 22 ερμηνευτές ηλικίας από 21 έως 55 ετών. Κάθε αλλαγή γενιάς μεταβάλλει αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το έργο. Η επιθυμία ενός εφήβου να γίνει αποδεκτός δεν έχει την ίδια συναισθηματική ιστορία με την ανάγκη ενός ηλικιωμένου ανθρώπου να νιώσει ξανά επιθυμητός. Οι κινήσεις μπορεί να παραμένουν οι ίδιες, αλλά τα σώματα μεταφέρουν διαφορετικές ζωές.

Στο Vollmond η Μπάους ακολουθεί μια περισσότερο εκρηκτική διαδρομή. Ένας τεράστιος βράχος δεσπόζει στη σκηνή, ενώ το νερό μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή. Οι χορευτές τρέχουν, γλιστρούν, βρέχονται, παίζουν, συγκρούονται. Η σκηνογραφία του Πέτερ Παμπστ δεν δημιουργεί απλώς εντυπωσιακές εικόνες. Αλλάζει τους όρους της ίδιας της κίνησης. Το σώμα πρέπει να αντιμετωπίσει μια πραγματική φυσική συνθήκη, να διατηρήσει την ισορροπία του, να συνεχίσει παρά την κόπωση. Αν το Kontakthof εξετάζει την κοινωνική συμπεριφορά, το Vollmond εκθέτει την ανθρώπινη ευαλωτότητα μέσα από μια σχεδόν ανεξέλεγκτη σωματική ενέργεια. Ο πόθος, το παιχνίδι και η σύγκρουση δεν παρουσιάζονται ως αφηρημένες ιδέες. Αποκτούν βάρος, ορμή, αντίσταση. Η δύναμη αυτών των εικόνων είναι φανερή. Το δυσκολότερο ερώτημα όμως αφορά τον τρόπο με τον οποίο τις παρακολουθούμε σήμερα.

Η Πίνα Μπάους έχει γίνει μέρος της επίσημης ιστορίας της τέχνης. Το έργο της συντηρείται από θεσμούς, παρουσιάζεται σε μεγάλες διοργανώσεις, συνοδεύεται από την αναγνώριση που δικαιούται μια δημιουργός με τόσο αποφασιστική επιρροή. Αυτή η διαδικασία όμως περιέχει μια αντίφαση. Το καλλιτεχνικό κατεστημένο μπορεί να αγκαλιάσει ακόμη και εκείνους που κάποτε το αμφισβήτησαν. Να μετατρέψει την πρόκληση σε πολιτιστική κληρονομιά και την αναστάτωση σε μια εμπειρία που προσφέρεται με την εγγύηση του σπουδαίου ονόματος. Ένας θεατής μπορεί να χειροκροτήσει μια σκηνή βίας ή ταπείνωσης επειδή αναγνωρίζει τη χορογραφική ιδιοφυΐα πίσω από αυτήν, χωρίς να αισθανθεί ποτέ την ανάγκη να αναμετρηθεί με όσα παρουσιάζει. Η αισθητική απόλαυση μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και ως προστασία απέναντι στο ενοχλητικό περιεχόμενο του έργου. Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος για την κληρονομιά της Μπάους. Όχι να ξεχαστεί, αλλά να γίνει τόσο αξιοσέβαστη ώστε να πάψει να αμφισβητείται.

Υπάρχει και η δυσκολία της ίδιας της αναβίωσης. Πώς μεταφέρεις στο σήμερα ένα έργο που γεννήθηκε από τη στενή σχέση μιας δημιουργού με συγκεκριμένους ανθρώπους; Πώς διατηρείς την ακρίβεια της χορογραφίας χωρίς να μετατρέπεις τους σημερινούς ερμηνευτές σε φύλακες ενός ιστορικού μνημείου; Η συνεργασία του Εθνικού Θεάτρου με το Pina Bausch Foundation και η συμμετοχή ανθρώπων που γνώρισαν από κοντά τη δημιουργική διαδικασία αποτελούν έναν τρόπο μετάδοσης αυτής της γνώσης. Δεν λύνουν όμως το βασικό καλλιτεχνικό ζήτημα: πώς μπορεί ένα έργο να παραμείνει ζωντανό στη σκηνή, χωρίς να περιορίζεται στην πιστή αναπαραγωγή του παρελθόντος;

Το ίδιο ερώτημα διατρέχει και την κινηματογραφική κληρονομιά της. Το Pina του Βιμ Βέντερς, που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στο Μέγαρο Μουσικής, επέτρεψε σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό να γνωρίσει τον κόσμο της. Ο κινηματογράφος διατήρησε εικόνες, κινήσεις και μαρτυρίες. Καμία κινηματογραφική καταγραφή, ωστόσο, δεν μπορεί να αναπαραγάγει ακριβώς εκείνη τη σχέση ανάμεσα στο ζωντανό σώμα και στον θεατή που βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά του. Επιστρέφουμε λοιπόν στο αρχικό ερώτημα. Το έργο της Πίνα Μπάους εξακολουθεί να γεμίζει τα θέατρα επειδή μας αναστατώνει ή επειδή η ίδια έχει γίνει ένα από τα μεγάλα ονόματα της τέχνης του 20ού αιώνα;

Η απάντηση βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα στην εμπορική απήχηση και την καλλιτεχνική αντοχή. Η φήμη της μπορεί να εξηγήσει γιατί κάποιος αγοράζει ένα εισιτήριο. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει γιατί οι χορογραφίες της εξακολουθούν να προσφέρονται για νέες αναγνώσεις. Το Kontakthof δεν έχει πάψει να θέτει δύσκολα ερωτήματα για την επιθυμία και την εξουσία. Το Vollmond δεν έχει χάσει την ικανότητά του να αποκαλύπτει τη σωματική πλευρά της ανθρώπινης ευαλωτότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σημερινή παράσταση πετυχαίνει να αναστατώσει το κοινό της. Σημαίνει ότι τα ίδια τα έργα εξακολουθούν να περιέχουν τις προϋποθέσεις αυτής της εμπειρίας.

Η Μπάους δεν παραμένει σημαντική επειδή μπορούμε να αποδείξουμε ότι ήταν μπροστά από την εποχή της. Παραμένει σημαντική επειδή οι επόμενες εποχές βρίσκουν στο έργο της πράγματα που δεν είχαν ακόμη μάθει να αναγνωρίζουν. Δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό της το στοίχημα δεν είναι αν θα συνεχίσουμε να την αποκαλούμε σπουδαία. Αυτό έχει ήδη κριθεί από την ιστορία. Το στοίχημα είναι αν οι παραστάσεις της θα εξακολουθούν να μας επιτρέπουν να διαφωνούμε, να αμφιβάλλουμε, να νιώθουμε άβολα μπροστά σε όσα βλέπουμε. Ο μεγαλύτερος φόρος τιμής στην Πίνα Μπάους δεν είναι να την αντιμετωπίζουμε ως ένα καλλιτεχνικό μνημείο που οφείλουμε να θαυμάζουμε. Είναι να μην αφήσουμε το μεγαλείο της να μας προστατεύσει από όσα είχε το θάρρος να δείξει.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;