Την 1η Οκτωβρίου 1968 το πτώμα ενός 31χρονου Γιουγκοσλάβου βρέθηκε σε μια χωματερή έξω από το Παρίσι. Ήταν δεμένο φιμωμένο και τυλιγμένο σε πλαστικό. Λίγες ημέρες αργότερα, δύο αστυνομικοί χτυπούσαν την πόρτα του Αλέν Ντελόν στο Σεν Τροπέ. Ο διάσημος ηθοποιός γύριζε την Πισίνα, μια ταινία που περιστρεφόταν γύρω από έναν φόνο. Ο νεκρός είχε ζήσει για χρόνια στο σπίτι του. Πριν εξαφανιστεί είχε αφήσει μια επιστολή στην οποία κατονόμαζε τον Ντελόν ανάμεσα στους ανθρώπους που έπρεπε να αναζητηθούν εάν του συνέβαινε κάτι.
Ο άνδρας λεγόταν Στέφαν Μάρκοβιτς. Είχε φτάσει στη Γαλλία το 1958 αναζητώντας μια διαφορετική ζωή από εκείνη που μπορούσε να έχει στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Όμορφος, γοητευτικός, με μια έφεση στις επικίνδυνες γνωριμίες και τις εύκολες συναλλαγές, είχε περάσει από μικροπαρανομίες, περιστασιακές δουλειές και τον κόσμο των κινηματογραφικών στούντιο. Το 1964 βρέθηκε στο περιβάλλον του Αλέν Ντελόν, ο οποίος τον προσέλαβε ως σωματοφύλακα και του παραχώρησε στέγη στην πολυτελή κατοικία του, στην οδό ντε Μεσίν του Παρισιού.
Η σχέση τους γρήγορα ξεπέρασε τα συνηθισμένα όρια ανάμεσα σε έναν εργοδότη και τον υπάλληλό του. Ο Μάρκοβιτς κυκλοφορούσε με τον Ντελόν, γνώριζε τους φίλους του, συμμετείχε στην κοινωνική ζωή του σπιτιού και είχε πρόσβαση σε έναν κόσμο που για τους περισσότερους ανθρώπους παρέμενε απρόσιτος. Αλλά αυτός ο κόσμος δεν αποτελούνταν αποκλειστικά από ηθοποιούς, παραγωγούς και όμορφες γυναίκες. Ο Ντελόν διατηρούσε φιλίες με ανθρώπους του παρισινού υποκόσμου, ανάμεσά τους και τον Κορσικανό Φρανσουά Μαρκαντονί. Οι σχέσεις αυτές δεν ήταν κρυφές. Αντίθετα αποτελούσαν μέρος της αντισυμβατικής δημόσιας εικόνας του.
Για τον Μάρκοβιτς η εγγύτητα με τον διάσημο ηθοποιό σήμαινε κοινωνική άνοδο, χρήματα και πρόσβαση σε κύκλους εξουσίας. Σήμαινε όμως και εξάρτηση. Η θέση του δεν ήταν απολύτως ξεκάθαρη. Ήταν σωματοφύλακας, φίλος, έμπιστος ή ένας άνθρωπος που είχε γίνει υπερβολικά οικείος με την προσωπική ζωή του εργοδότη του; Όταν η σχέση τους άρχισε να διαλύεται στις αρχές του 1968, οι διαφορετικές εκδοχές για τον ρόλο του απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία.
Ο Ντελόν υποστήριξε αργότερα ότι ο Μάρκοβιτς είχε γίνει αδιάκριτος και ότι η φιλία τους είχε τελειώσει. Ο Γιουγκοσλάβος ωστόσο εξακολουθούσε να κινείται στους ίδιους κοινωνικούς κύκλους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσαν οι αστυνομικοί, επιδιδόταν σε χαρτοπαιξία, συναλλαγές και δραστηριότητες για τις οποίες οι αρχές δεν κατάφεραν να σχηματίσουν μια απολύτως καθαρή εικόνα. Κάποιοι τον περιέγραφαν ως γοητευτικό τυχοδιώκτη. Άλλοι ως άνθρωπο που γνώριζε περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1968 εξαφανίστηκε. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε παραδώσει σε φίλο του μια επιστολή, ζητώντας να ταχυδρομηθεί στον αδελφό του Αλεξάνταρ στο Βελιγράδι εφόσον δεν έδινε σημεία ζωής. Σε αυτήν ανέφερε τον Αλέν Ντελόν, τη σύζυγό του Ναταλί και τον Φρανσουά Μαρκαντονί ως πρόσωπα στα οποία θα έπρεπε να στραφεί η προσοχή αν αντιμετώπιζε προβλήματα. Η επιστολή ήταν αρκετή για να οδηγήσει τους ερευνητές στο περιβάλλον του ηθοποιού. Δεν εξηγούσε, όμως, τι ακριβώς φοβόταν ο Μάρκοβιτς ούτε προσέφερε αποδεικτικά στοιχεία εναντίον των ανθρώπων που κατονόμαζε. Αυτό το κενό επρόκειτο να γεμίσει με υποθέσεις, αντιφατικές μαρτυρίες και τελικά μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές σκευωρίες της μεταπολεμικής Γαλλίας.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Ντελόν βρισκόταν στο Σεν Τροπέ για τα γυρίσματα της Πισίνας του Ζακ Ντερέ, δίπλα στη Ρόμι Σνάιντερ. Στην ταινία υποδυόταν έναν άνδρα που σκοτώνει τον φίλο του και στη συνέχεια προσπαθεί να αποκρύψει το έγκλημα. Λίγες ημέρες προτού εμφανιστούν οι πραγματικοί αστυνομικοί στην κατοικία του είχε γυρίσει μια σκηνή αστυνομικής ανάκρισης. Η πραγματικότητα είχε αρχίσει να μοιάζει ανησυχητικά με την ιστορία που ο Ντελόν υποδυόταν μπροστά στην κάμερα. Ο ηθοποιός που στον Σαμουράι του Ζαν Πιερ Μελβίλ είχε τελειοποιήσει την τέχνη της αδιαπέραστης έκφρασης βρισκόταν τώρα απέναντι σε ανθρώπους που προσπαθούσαν να καταλάβουν τι γνώριζε για έναν πραγματικό φόνο.

Η ανάκριση κράτησε αρκετές ώρες. Ο Ντελόν περιέγραψε τη σχέση του με τον Μάρκοβιτς, αναγνώρισε ότι τον είχε βοηθήσει οικονομικά και επανέλαβε πως δεν γνώριζε με τι ασχολούνταν το τελευταίο διάστημα. Δεν έκρυψε ότι οι σχέσεις τους είχαν ψυχρανθεί, αλλά αρνήθηκε οποιαδήποτε γνώση για τις συνθήκες του θανάτου του. Οι αστυνομικοί είχαν μπροστά τους έναν άνθρωπο εξοικειωμένο με τη δημόσια έκθεση. Η ψυχραιμία του όμως δεν μπορούσε να απαντήσει στα ερωτήματα της έρευνας. Εν τω μεταξύ μια δεύτερη ιατροδικαστική εξέταση ανέτρεψε τα αρχικά συμπεράσματα. Η πρώτη νεκροψία είχε αποδώσει τον θάνατο σε ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι. Στις 29 Οκτωβρίου αποκαλύφθηκε ότι ο Μάρκοβιτς είχε δολοφονηθεί με σφαίρα εννέα χιλιοστών, η οποία είχε παραμείνει μέσα στο κρανίο του. Το γεγονός ότι ένα τόσο ουσιαστικό εύρημα είχε διαφύγει από την πρώτη εξέταση δεν βοήθησε την αξιοπιστία μιας έρευνας που γινόταν ολοένα πιο περίπλοκη. Τότε η ιστορία πήρε μια απροσδόκητη πολιτική τροπή.

Άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι ο Μάρκοβιτς διέθετε φωτογραφίες από ιδιωτικές ερωτικές συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχαν πρόσωπα της γαλλικής υψηλής κοινωνίας. Στις φήμες αυτές ενεπλάκη το όνομα της Κλοντ Πομπιντού, συζύγου του Ζορζ Πομπιντού, πρώην πρωθυπουργού και ενός από τους σημαντικότερους πολιτικούς της χώρας. Κυκλοφόρησαν ακόμη και φωτογραφικά μοντάζ που υποτίθεται ότι την παρουσίαζαν σε τέτοιες συγκεντρώσεις. Οι ισχυρισμοί ήταν ψευδείς. Η Κλοντ Πομπιντού δεν είχε καμία αποδεδειγμένη σχέση με τις δραστηριότητες που της αποδίδονταν. Το σκάνδαλο αξιοποιήθηκε για την πολιτική σπίλωση του συζύγου της, σε μια περίοδο που οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στον γκωλικό χώρο είχαν οξυνθεί μετά τον Μάη του 1968. Μια ανεξιχνίαστη δολοφονία είχε μετατραπεί σε όπλο εναντίον ενός ανθρώπου που επρόκειτο να διεκδικήσει την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Η πολιτική εκμετάλλευση της υπόθεσης προχώρησε πολύ ταχύτερα από την αναζήτηση του δολοφόνου. Ο Πομπιντού εξελέγη τελικά πρόεδρος τον Ιούνιο του 1969, αλλά η επίθεση εναντίον της συζύγου του άφησε βαθύ προσωπικό τραύμα. Η ιστορία του Μάρκοβιτς είχε πλέον αποκτήσει δύο παράλληλες διαστάσεις: μια ποινική υπόθεση χωρίς απάντηση και ένα πολιτικό σκάνδαλο του οποίου οι συνέπειες ξεπερνούσαν κατά πολύ τον αρχικό φόνο. Ο Ντελόν συνέχισε να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Τον Ιανουάριο του 1969 κρατήθηκε για 34 ώρες από τις αρχές και στη συνέχεια προχώρησε σε δημόσια δήλωση, απορρίπτοντας τις φήμες και τις κατηγορίες που κυκλοφορούσαν εις βάρος του. Δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για τη δολοφονία. Ο Φρανσουά Μαρκαντονί κατηγορήθηκε για συνέργεια και παρέμεινε προφυλακισμένος για περίπου έντεκα μήνες. Το 1976 εκδόθηκε υπέρ του απόφαση μη παραπομπής σε δίκη, η οποία κατέστη οριστική το 1977. Κανείς δεν καταδικάστηκε για τον φόνο. Η ταυτότητα του δράστη και το πραγματικό κίνητρο παρέμειναν άγνωστα.
Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, ο Βρετανός συγγραφέας Έντουαρντ Τσίζολμ επιστρέφει στην ιστορία με το βιβλίο «Murder in Paris ’68: A True Story of Death and Glamour», που κυκλοφόρησε αρχικά τον Απρίλιο του 2026 στη Βρετανία και στις 3 Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα από ιστορική έρευνα και αφηγηματική ανασύνθεση, αναζητά τις σχέσεις που συνέδεαν τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης και εξετάζει πώς η λάμψη του κινηματογράφου, το οργανωμένο έγκλημα, η δημοσιογραφία και η πολιτική εξουσία βρέθηκαν μπλεγμένα στην ίδια ιστορία. Το βιβλίο φωτίζει και μια πλευρά του Ντελόν που δεν εξηγείται αποκλειστικά μέσα από τους κινηματογραφικούς του ρόλους. Ο ηθοποιός δεν ήταν απλώς ένας σταρ που υποδυόταν σκοτεινούς χαρακτήρες. Είχε πραγματικές σχέσεις με έναν κόσμο όπου η προσωπική αφοσίωση, οι οικονομικές συναλλαγές και οι άγραφοι κανόνες της παρανομίας συχνά συνυπήρχαν. Αυτό δεν τον καθιστά υπεύθυνο για τη δολοφονία. Κάνει όμως την ιστορία περισσότερο σύνθετη από ένα συνηθισμένο σκάνδαλο διασημοτήτων.
Ο Αλέν Ντελόν πέθανε τον Αύγουστο του 2024 έχοντας εξασφαλίσει μια αδιαμφισβήτητη θέση στην ιστορία του κινηματογράφου. Η υπόθεση Μάρκοβιτς εξακολουθεί να συνοδεύει τη βιογραφία του, όχι επειδή αποδείχθηκε κάποια εγκληματική εμπλοκή του, αλλά επειδή υπήρξε μία από τις σπάνιες στιγμές που η δημόσια εικόνα του έπαψε να βρίσκεται υπό τον έλεγχό του. Για τον ίδιο το σκάνδαλο αποτέλεσε μια δοκιμασία της φήμης του. Για τον Ζορζ Πομπιντού, ένα όπλο πολιτικής εξόντωσης. Για τον γαλλικό Τύπο μια ιστορία που συγκέντρωνε όλα όσα μπορούσαν να κρατήσουν την προσοχή του κοινού: διάσημους ηθοποιούς, ερωτικά μυστικά, υπόκοσμο, εξουσία και έναν ανεξιχνίαστο φόνο. Για τον Στέβαν Μάρκοβιτς όμως δεν υπήρξε δεύτερη πράξη. Η αστυνομία δεν βρήκε ποτέ τον δολοφόνο του. Ο Τύπος είχε βρει τον πρωταγωνιστή πολύ πριν ολοκληρωθεί η έρευνα. Και δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε χάσει τη ζωή του.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







