Skip to main content

Πατάω play και στην αρχή όλα μοιάζουν απολύτως φυσιολογικά. Ένα στούντιο, δύο δημοσιογράφοι, ένας υπουργός στο τηλέφωνο, μια ερώτηση. Δέκα λεπτά αργότερα έχουμε περάσει από ιδιωτικά κέντρα υγείας στην Καρυστιανού, από εκεί στην κβαντική ιατρική, μετά στα νανογιλέκα, στο ξυλόλιο, στα Τέμπη, στις ευθύνες των δημοσιογράφων και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά η αρχική ερώτηση βρίσκεται πεσμένη στο πάτωμα, χωρίς σφυγμό. Καλωσήρθατε στην ελληνική δημόσια συζήτηση.

Το πρωί της Τετάρτης ο Άδωνις Γεωργιάδης μιλούσε στον Ιορδάνη Χασαπόπουλο και την Ανθή Βούλγαρη στο MEGA NEWS 104,6. Η συζήτηση έφτασε στην παρουσία του υπουργού Υγείας στα εγκαίνια ιδιωτικού κέντρου μακροζωίας στα νότια προάστια, το οποίο είχε βρεθεί τις προηγούμενες ημέρες στο επίκεντρο ρεπορτάζ σχετικά με τις υπηρεσίες που προσφέρει. Η ερώτηση δεν απαιτούσε Νόμπελ Ιατρικής. Γνώριζε ο υπουργός τι ακριβώς έκανε η συγκεκριμένη δομή όταν πήγε στα εγκαίνιά της και θεωρεί σωστό ένας υπουργός Υγείας να προσφέρει, με την παρουσία του, το θεσμικό βάρος του σε μια ιδιωτική επιχείρηση του χώρου της Υγείας; Ο Γεωργιάδης είπε ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και επέμεινε ότι δεν θεωρεί λάθος την παρουσία του εκεί.

Εδώ μπορούσε να τελειώσει η ιστορία. Ή να αρχίσει η πραγματική συζήτηση. Τι έλεγχος προηγείται πριν ένας υπουργός πάει στα εγκαίνια μιας ιδιωτικής δομής υγείας; Υπάρχει διαδικασία; Ρωτάει κάποιος τι ακριβώς προσφέρει; Ελέγχεται η άδεια; Ή φτάνει μια πρόσκληση, κόβεται μια κορδέλα, βγαίνουν μερικές φωτογραφίες και όλοι επιστρέφουν στα γραφεία τους; Το ερώτημα έχει αποκτήσει άλλο βάρος μετά όσα έχουν αποκαλυφθεί για ιδιωτικά ιατρεία, θεραπείες και τις γκρίζες ζώνες ενός συστήματος ελέγχου που ο ίδιος ο υπουργός έχει παραδεχθεί ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν λειτούργησε όπως έπρεπε.

Μόνο που η συζήτηση δεν πήγε προς τα εκεί. Άρχισε να μετακινείται. Ο υπουργός πέρασε στη Μαρία Καρυστιανού και στην «κβαντική ιατρική». Η Βούλγαρη απάντησε με τα νανογιλέκα. Λίγο αργότερα βρισκόμασταν στο ξυλόλιο και στα Τέμπη. Ο Γεωργιάδης κατηγορούσε το MEGA για τον τρόπο με τον οποίο είχε χειριστεί την υπόθεση και ζητούσε να απολογηθεί. Οι δημοσιογράφοι επέμεναν να ρωτούν τι σχέση είχαν όλα αυτά με το θέμα από το οποίο είχε ξεκινήσει η κουβέντα.

Κάπου εκεί σταμάτησα για λίγο το βίντεο, όχι επειδή συνέβαινε κάτι πρωτοφανές αλλά ακριβώς επειδή συνέβαινε κάτι τρομακτικά γνώριμο. Αυτό είναι πλέον ένα από τα μεγάλα ταχυδακτυλουργικά κόλπα της πολιτικής επικοινωνίας. Δεν χρειάζεται να εξαφανίσεις το κουνέλι. Εξαφανίζεις την ερώτηση. Σε ρωτούν για το Α και απαντάς ότι εκείνος που σε ρωτάει είχε άδικο στο Β. Αν επιμείνει στο Α, του θυμίζεις το Γ. Αν συνεχίσει, ανοίγεις το Δ και το Ε. Μέχρι να τελειώσει η συζήτηση, κανείς δεν θυμάται πια το Α.

Τι έλεγχος προηγείται πριν ένας υπουργός πάει στα εγκαίνια μιας ιδιωτικής δομής υγείας; Υπάρχει διαδικασία; Ρωτάει κάποιος τι ακριβώς προσφέρει; Ελέγχεται η άδεια;

Και δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του Άδωνι Γεωργιάδη ή μιας κυβέρνησης. Είναι ολόκληρη σχολή πολιτικής επικοινωνίας. Αντί να απαντήσεις στην ερώτηση, μετατρέπεις σε θέμα τον άνθρωπο που την έκανε. Εσύ ποιος είσαι που με ρωτάς; Τι έλεγες πέρυσι; Ποιον είχες καλέσει; Γιατί δεν μίλησες τότε; Όλα αυτά μπορεί να είναι θεμιτά ερωτήματα. Τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να κρίνονται και οι δημοσιογράφοι να λογοδοτούν για τα λάθη τους. Ένα κανάλι μπορεί να έχει κάνει κακή δημοσιογραφία και ένας υπουργός έχει κάθε δικαίωμα να το καταγγείλει. Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα. Αν κάποιος με ρωτήσει γιατί πέρασα με κόκκινο, το γεγονός ότι εκείνος πάρκαρε παράνομα την προηγούμενη εβδομάδα μπορεί να είναι απολύτως αληθινό. Δεν κάνει όμως το φανάρι πράσινο.

Αυτό χάνεται όλο και συχνότερα επειδή έχουμε εκπαιδευτεί να παρακολουθούμε την πολιτική όχι για να μάθουμε τι συνέβη αλλά για να δούμε ποιος κέρδισε. Ποιος στρίμωξε ποιον, ποιος «αποστόμωσε» τον άλλο, ποιος εξερράγη, ποιος έδωσε «πληρωμένη απάντηση», ποιος θα γίνει το βίντεο των σαράντα δευτερολέπτων που θα ταξιδεύει στα social μέχρι το βράδυ. Η απάντηση είναι βαρετή. Ο καβγάς έχει θέαμα. Και το θέαμα τρώει την απάντηση ζωντανή.

Σήμερα η Ανθή Βούλγαρη και ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος επέστρεψαν στο περιστατικό, ζήτησαν συγγνώμη από το κοινό για την ένταση και επέμειναν ότι το αρχικό τους ερώτημα ήταν εύλογο. Το αρχικό θέμα είχε ήδη χαθεί μέσα στη συζήτηση. Την πρώτη ημέρα είχαμε μια ερώτηση για έναν υπουργό και ένα ιδιωτικό κέντρο υγείας. Τη δεύτερη είχαμε μια συζήτηση για έναν καβγά σχετικά με μια συζήτηση που είχε αρχίσει από εκείνη την ερώτηση. Μέχρι το βράδυ η επικαιρότητα είχε καταναλώσει σχεδόν τα πάντα.

Εγώ θέλω να επιστρέψω εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Όταν ο υπουργός Υγείας πηγαίνει στα εγκαίνια μιας ιδιωτικής δομής υγείας, τι ακριβώς γνωρίζει γι’ αυτήν; Δεν υπονοώ ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης γνώριζε κάτι που λέει ότι δεν γνώριζε. Για να το γράψεις αυτό χρειάζεσαι στοιχεία. Ρωτάω κάτι πολύ πιο πεζό. Ποιος ελέγχει πριν κοπεί η κορδέλα;

Γιατί η παρουσία ενός υπουργού δεν είναι η παρουσία ενός ακόμη καλεσμένου. Μπορεί να μπει σε έναν χώρο, να χαιρετήσει, να φωτογραφηθεί και να φύγει χωρίς να έχει εγκρίνει τίποτε από όσα γίνονται εκεί. Η φωτογραφία όμως δεν συνοδεύεται από υποσημείωση. Δεν γράφει «η παρουσία του υπουργού δεν αποτελεί πιστοποίηση των υπηρεσιών της επιχείρησης». Η εικόνα κάνει μόνη της τη δουλειά. Παράγει κύρος, εμπιστοσύνη, την αίσθηση ότι κάποιος από το κράτος πέρασε από εδώ και όλα ήταν εντάξει. Μπορεί να μην ειπώθηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν χρειάζεται.

Γι’ αυτό η αρχική ερώτηση είχε σημασία. Και μετά ήρθαν η Καρυστιανού, η κβαντική ιατρική, τα νανογιλέκα, το ξυλόλιο, τα Τέμπη, οι φωνές, οι τίτλοι, τα αποσπάσματα. Η ερώτηση εξαφανίστηκε χωρίς απαγόρευση, χωρίς λογοκρισία, χωρίς καν να χρειαστεί κάποιος να πει «δεν απαντώ». Αρκούσε να γίνει αρκετή φασαρία ώστε κανείς να μη θυμάται πια τι είχε ρωτηθεί και ότι ένας υπουργός δεν απάντησε.


Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki