Skip to main content

«Η γενιά μας, αν πάψει να αναζητά διαρκώς λίγη συμπάθεια και σταθεί πιο γερά στα πόδια της, θα δώσει πολλούς καρπούς στο μέλλον»

Πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα στην Αθήνα; Mια πόλη που εξαντλεί, αλλά ταυτόχρονα γεννά ιστορίες. Πέντε συγγραφείς, λίγο πριν ή λίγο μετά τα τριάντα, με ήδη διακριτή φωνή, μιλούν για το πώς γράφεται ένα βιβλίο μέσα σε αυτή την πόλη: για τα ερεθίσματα που γίνονται λέξεις, για τα τελετουργικά που συχνά δεν υπάρχουν, για το «σύνδρομο του απατεώνα», αλλά και για τη λεπτή μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο — εκεί όπου η ελευθερία αρχίζει να βαραίνει. Πάνω απ’ όλα, μιλούν για την Αθήνα. Όχι ως ιδέα αλλά ως συνθήκη. Ως έναν χώρο που τους εμπνέει και τους εξαντλεί την ίδια στιγμή, όπως ακριβώς και εμάς. Στο τρίτο μέρος αυτής της σειράς του Black Book, ο Αλέξανδρος Διαμαντής μιλά για τη συγγραφή και την καθημερινότητα μιας γενιάς που προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα σε περιορισμένο χρόνο και χώρο.

Ο Αλέξανδρος Διαμαντής έχει ήδη κλείσει μια δεκαετία στη θεατρική σκηνοθεσία κι έχει καταπιαστεί με έργα εμβληματικών συγγραφέων, όπως ο Γκαίτε, ο Τσέχοφ και ο Σαίξπηρ, με πιο πρόσφατο το ανέβασμα του «Ερρίκου Ε’», στο θέατρο «Σημείο». Το 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη του νουβέλα Ας φύγουμε λοιπόν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μια ιστορία ενηλικίωσης που θυμίζει ελεγεία μιας γενιάς που μεγάλωσε ρομαντικά και προσγειώθηκε απότομα στην πραγματικότητα, διατηρώντας άσβεστο το πάθος της για ζωή.

Ποιος άνθρωπος ήσουν όταν ξεκίνησες να γράφεις το πρώτο σου βιβλίο και ποιος όταν το ολοκλήρωσες και στη συνέχεια το είδες «ζωντανό» στο ράφι κάποιου βιβλιοπωλείου; Πώς ένιωσες την πρώτη φορά;

Έχει ενδιαφέρον αυτή η ιστορία, γιατί το «Ας φύγουμε λοιπόν», το πρώτο μου βιβλίο το άρχισα και το τελείωσα ως μαθητής της Β’ και της Γ’ Λυκείου. Θυμάμαι ότι έγραψα τη λέξη «Τέλος», λίγο πριν το Πάσχα του 2012, δηλαδή δέκα χρόνια κι επτά μήνες πριν την έκδοσή του από τον Καστανιώτη, τον Νοέμβριο του 2022. Στην ενδιάμεση δεκαετία, το ξαναδιάβαζα κάπου-κάπου. Σκόπευα να το εκδώσω από την πρώτη στιγμή, αλλά όλο κάτι άλλο πιο σημαντικό είχα να κάνω και ανέβαλλα το εγχείρημα. Τελικά το έστειλα στον εκδότη, αρχές του φθινοπώρου του 2021. Το διάβασαν, τους άρεσε και υπογράψαμε. Την πρώτη φορά που το είδα σε βιβλιοπωλείο, ένιωσα πραγματικά πολύ χαρούμενος, μ’ έναν πολύ καθαρό, αδιαμφισβήτητο τρόπο. 

Ποια ήταν η αρχική ιδέα πίσω από το βιβλίο και πώς ήταν η διαδικασία συγγραφής του; Υπάρχει μια μικρή τελετουργία ή συνήθεια που συνοδεύει το γράψιμό σου;

Όπως συχνά συμβαίνει, η αρχική ιδέα ήταν επίμονες σκόρπιες εικόνες: μια παρέα εφήβων σ’ ένα μπουρζουάδικο διαμέρισμα το ξημέρωμα, μετά από καταχρήσεις· ένα ζευγάρι που χαμουρεύεται στο παγκάκι ενός κήπου· δυο αγόρια που θέλουν το ίδιο κορίτσι, αλλά εκείνο τους περιπαίζει. Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν θέλησα να ειρωνευτώ λιγάκι και τον εαυτό μου, τις δικές μου τότε εκκολαπτόμενες ιδέες περί ομορφιάς, περί φιλίας, περί έρωτος κ.λπ.

Αν και πια είμαι ένας διαφορετικός άνθρωπος, τόσα χρόνια μετά, βλέπω ακόμα πως υπήρξα ειλικρινής σ’ αυτές τις σελίδες, και τρυφερά σαρκαστικός. Για τελετουργίες, δεν ξέρω. Μου άρεσε να γράφω στα καφενεία και στα μπαρ, τότε δεν ήταν δύσκολο για έναν έφηβο να πάει και να παραγγείλει μερικές μπύρες. Έγραφα σε μια σειρά από μαύρα τετράδια Moleskine, που μου είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου και θυμάμαι ότι ένιωθα περήφανος, φυλλομετρώντας τις σελίδες τα απογεύματα που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μελετάω για τις εξετάσεις. Ακόμα μου αρέσει να γράφω στα καφενεία και στα μπαρ και χρησιμοποιώ ακόμα τον ίδιο τύπο τετραδίου. 

Πολλοί συγγραφείς έχουν μιλήσει για το πόσα χρόνια τους πήρε να αρχίσουν να δηλώνουν συγγραφείς και να αποβάλλουν το λεγόμενο «σύνδρομο του απατεώνα». Εσύ πού βρίσκεσαι απέναντι σ’ αυτό; Με ποια ιδιότητα θα συστηθείς σε άτομα που δεν σε γνωρίζουν;

Δεν θεωρώ καμία σπουδαία διάκριση να είναι κανείς συγγραφέας ή σκηνοθέτης, που αποτελεί και τη βασική μου επαγγελματική ιδιότητα. Έχοντας γεννηθεί σε οικογένεια καλλιτεχνών, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι το μεγάλωμά μου ελάχιστα διέφερε από των φίλων μου, των οποίων οι γονείς έκαναν διάφορα επαγγέλματα -φαινομενικά λιγότερο μποέμ. Είμαι ένας επαγγελματίας καλλιτέχνης, δεν είμαι απατεώνας, δεν πουλάω φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Βέβαια, συνήθως συστήνομαι χωρίς ιδιότητες. 

Αν έπρεπε να περιγράψεις τη γενιά σου μέσα από μια-δυο φράσεις του βιβλίου σου, ποιες θα ήταν αυτές;

«Άνθρωποι που θα γίνονταν άξιοι». Είναι στο χέρι όλων μας, του καθενός μας ξεχωριστά, να γίνει η οριστική από δυνητική, απλή: Άνθρωποι που θα γίνουν άξιοι. Πιστεύω ότι η γενιά μας, αν πάψει να αναζητά διαρκώς λίγη συμπάθεια και σταθεί κάπως πιο γερά στα πόδια της, θα δώσει πολλούς καρπούς στο μέλλον.

Αν έγραφες ένα βιβλίο που διαδραματιζόταν νύχτα στη σημερινή Αθήνα και πρωταγωνιστούσε ένας ήρωας ή μια ηρωίδα της γενιάς σου, πώς θα ξεκινούσε;

Αυτή με την οποία ξεκινάει το Ας φύγουμε λοιπόν, που, πράγματι, αυτό είναι το θέμα του: «Τέλος τα λόγια, νιώσε ήρεμα, χαλάρωσε, επαναλάμβανε. Μη μιλάς εκτός αν όντως έχεις κάτι να πεις.»