Σαν σήμερα, πριν από 55 χρόνια, γεννήθηκε ένας από τους σπουδαιότερους σκόρερ του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Από τους 41 πόντους απέναντι στην Ταού μέχρι την τελευταία του επιστολή, η ιστορία του Αλφόνσο Φορντ εξακολουθεί να έχει πολλά περισσότερα να μας πει από όσα καταγράφουν οι αριθμοί.
Στις 31 Ιανουαρίου 2001 στο κλειστό «Ανδρέας Παπανδρέου» ο Αλφόνσο Φορντ έκανε ένα από τα σπουδαιότερα παιχνίδια της καριέρας του. Το Περιστέρι αντιμετώπιζε την Ταού Κεράμικα στην Ευρωλίγκα και ο Αμερικανός γκαρντ έμοιαζε αδύνατο να σταματηθεί. Πέτυχε 41 πόντους, μάζεψε εννέα ριμπάουντ και είχε 14 εύστοχες βολές σε 15 προσπάθειες. Λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος, ο Μανώλης Παπαμακάριος έδωσε στο Περιστέρι το προβάδισμα με δύο βολές. Ο Σαούλιους Στομπέργκας απάντησε με τρίποντο. Η Ταού νίκησε 81-79. Ο Φορντ είχε σημειώσει περισσότερους από τους μισούς πόντους της ομάδας του και έφυγε ηττημένος. Αυτός ο αγώνας λέει αρκετά για τον μπασκετμπολίστα που υπήρξε. Μπορούσε να πάρει μια ομάδα στις πλάτες του, να σκοράρει απέναντι σε οποιαδήποτε άμυνα, να μετατρέψει μια συνηθισμένη κατοχή σε προσωπική υπόθεση. Δεν μπορούσε πάντοτε να καθορίσει το αποτέλεσμα. Το μπάσκετ ακόμη και για τους μεγαλύτερους σκόρερ παραμένει ομαδικό παιχνίδι.
Ο Αλφόνσο Φορντ γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1971, στο Γκρίνγουντ του Μισισίπι. Σήμερα θα γινόταν 55 ετών. Στο Mississippi Valley State σημείωσε 3.165 πόντους, μια επίδοση που τον τοποθέτησε ανάμεσα στους παραγωγικότερους παίκτες στην ιστορία του αμερικανικού κολεγιακού μπάσκετ. Το 1993 επιλέχθηκε στο νούμερο 32 του ντραφτ από τους Φιλαδέλφεια 76ερς. Στο ΝΒΑ αγωνίστηκε συνολικά μόλις 11 φορές.
Έχει ενδιαφέρον αυτή η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στην Αμερική ένας παίκτης με τεράστια ικανότητα στο σκοράρισμα δεν κατάφερε να αποκτήσει σταθερό ρόλο στο κορυφαίο πρωτάθλημα. Στην Ευρώπη το ίδιο ταλέντο βρήκε τις συνθήκες για να αναδειχθεί. Η διαδρομή του Φορντ υπενθυμίζει ότι η αξία ενός αθλητή δεν μετριέται αποκλειστικά από το αν κατάφερε να καθιερωθεί στο ΝΒΑ. Οι απαιτήσεις, οι ευκαιρίες και οι ανάγκες κάθε ομάδας μπορούν να διαμορφώσουν εντελώς διαφορετικές καριέρες. Μετά την ισπανική Ουέσκα, ο Φορντ ήρθε το 1996 στην Ελλάδα για τον Παπάγου. Αναδείχθηκε αμέσως πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος. Ήταν ένας επιθετικός παίκτης που μπορούσε να δημιουργήσει το σουτ του χωρίς να χρειάζεται κάποιο περίπλοκο σύστημα. Είχε εξαιρετικό πρώτο βήμα, ισορροπία, αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι και την ικανότητα να εκτελεί με ελάχιστο διαθέσιμο χώρο. Οι αντίπαλοι ήξεραν τι θα επιχειρούσε, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι μπορούσαν να το αποτρέψουν.
Το καλοκαίρι του 1997 διαγνώστηκε με λευχαιμία. Έμεινε εκτός αγωνιστικής δράσης για μία σεζόν και επέστρεψε το 1998 με τη φανέλα του Σπόρτιγκ. Έναν χρόνο αργότερα πήγε στο Περιστέρι. Εκεί δεν βρήκε απλώς έναν ακόμη σταθμό στην καριέρα του. Βρήκε μια ομάδα που μπορούσε να στηρίξει πάνω του τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες της. Ο Αργύρης Πεδουλάκης είχε δημιουργήσει ένα σύνολο με σαφείς ρόλους, συνοχή και ισχυρή αγωνιστική ταυτότητα. Ο Μπάιρον Ντίνκινς, ο Κώστας Τσαρτσαρής, ο Μανώλης Παπαμακάριος και οι υπόλοιποι παίκτες αποτέλεσαν μέρος μιας περιόδου κατά την οποία το Περιστέρι διεκδικούσε πράγματα που σήμερα μοιάζουν μακρινά. Την περίοδο 2000-01 ολοκλήρωσε την κανονική διάρκεια του ελληνικού πρωταθλήματος με 22 νίκες και έξι ήττες, ισοβαθμώντας στην κορυφή με τον Παναθηναϊκό.
Ο Φορντ ήταν ο ηγέτης αυτής της ομάδας, αλλά η επιτυχία της δεν ήταν αποτέλεσμα ενός προσωπικού ρεσιτάλ που επαναλαμβανόταν κάθε εβδομάδα. Ήταν η συνάντηση ενός σπουδαίου σκόρερ με ένα περιβάλλον που αξιοποίησε τις δυνατότητές του. Στην Ευρωλίγκα είχε μέσο όρο 26 πόντους, επίδοση που του χάρισε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ της διοργάνωσης. Το 2001 αναδείχθηκε και πολυτιμότερος παίκτης του ελληνικού πρωταθλήματος. Ακολούθησε ο Ολυμπιακός, με τον οποίο κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 2002 και αναδείχθηκε ξανά πρώτος σκόρερ της Ευρωλίγκας με 24,8 πόντους ανά αγώνα. Στη συνέχεια αγωνίστηκε στη Σιένα, φτάνοντας στο Final Four του 2003, και στη Σκαβολίνι Πέζαρο. Η παρουσία του παρέμενε καθοριστική, παρότι η ασθένεια εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς του.
Για τον Φορντ εκτός γηπέδου γνωρίζουμε αρκετά χάρη στους ανθρώπους που μίλησαν δημόσια μετά τον θάνατό του. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες προέρχεται από τον Άγκι Ιμπέζα, παλιό συμπαίκτη και στενό φίλο του. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Μάνο Ανδρουλάκη, τον Σεπτέμβριο του 2018, περιέγραψε έναν άνθρωπο που δεν συμπεριφερόταν σαν σταρ. Ερχόταν πολύ νωρίτερα στις προπονήσεις και δούλευε με τους νεότερους παίκτες, τους οποίους συμβούλευε και ενθάρρυνε. Ο Ιμπέζα αποκάλυψε και μια προσωπική συνήθεια του Φορντ. Για κάθε χαμένη βολή του συγκέντρωνε χρήματα, τα οποία στη συνέχεια διέθετε σε ιδρύματα για παιδιά. Είχε παρακολουθήσει ο ίδιος αυτή την πρακτική πολλές φορές. Δεν επρόκειτο για κάποια δημόσια φιλανθρωπική πρωτοβουλία με στόχο την προβολή του αθλητή. Ήταν κάτι που έκανε χωρίς να επιδιώκει αναγνώριση.

Η επιστροφή του στα γήπεδα και οι επιδόσεις του δεν σημαίνουν ότι η ασθένεια είχε πάψει να τον απειλεί. Ούτε χρειάζεται να παρουσιάσουμε την ιστορία του ως απόδειξη ότι η θέληση μπορεί πάντοτε να νικήσει τα όρια του ανθρώπινου σώματος. Ο Φορντ συνέχισε να παίζει όσο μπορούσε, επειδή το μπάσκετ ήταν ένα ουσιαστικό κομμάτι της ζωής του. Η σοβαρότητα της ασθένειάς του δεν άλλαξε επειδή παρέμενε ένας εξαιρετικός αθλητής.
Η σεζόν 2003-04 ήταν η τελευταία του καθώς η λευχαιμία ήταν σε προχωρημένο στάδιο. Ωστόσο ο Φορντ υπέγραψε στη Σκαβολίνι Πέζαρο και είχε 22.5 πόντους ανά αγώνα κατά μέσο όρο στο ιταλικό πρωτάθλημα. Ούτε τα φάρμακα, ούτε οι ενέσεις, ούτε οι θεραπείες μπορούσαν να σταματήσουν αυτόν τον ανεπανάληπτο σκόρερ, όμως ήταν μια προπόνηση στο Πέζαρο όπου συγκλόνισε τον κόσμο και έκανε γνωστή στη δημοσιότητα την αναπόφευκτη μοίρα της ζωής του. Λόγω του Φορντ η Σκαβολίνι τερμάτισε στην τέταρτη θέση της Serie A, ήταν δεύτερη στο Κύπελλο Ιταλίας και προκρίθηκε στην Ευρωλίγκα για μόλις δεύτερη φορά στην ιστορία της. Όλα αυτά με έναν παίκτη που έπαιζε με προχωρημένη λευχαιμία.

Στις 26 Αυγούστου 2004 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έστειλε μια ανοιχτή επιστολή στους ανθρώπους της Σκαβολίνι Πέζαρο. Τους ανακοίνωσε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να αγωνιστεί την επόμενη περίοδο. Ευχαρίστησε τους προπονητές, τους συμπαίκτες, τους φιλάθλους και όλους όσοι του είχαν προσφέρει την ευκαιρία να ασχοληθεί επαγγελματικά με το άθλημα που αγαπούσε. Εννέα ημέρες αργότερα, στις 4 Σεπτεμβρίου, πέθανε στο Μέμφις. Ήταν 32 ετών.
Η Ευρωλίγκα έδωσε το όνομά του στο ετήσιο βραβείο του πρώτου σκόρερ. Ήταν μια εύλογη αναγνώριση για έναν παίκτη που ολοκλήρωσε τις τρεις σεζόν του στη διοργάνωση με μέσο όρο 22,2 πόντους σε 54 αγώνες. Το όνομά του εξακολουθεί έτσι να ακούγεται κάθε χρόνο, δίπλα σε εκείνα των κορυφαίων επιθετικών παικτών της Ευρώπης. Αυτό όμως που κάνει την περίπτωσή του ιδιαίτερη δεν είναι μόνο η διάρκεια της αθλητικής του φήμης. Είναι ότι περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, υπάρχουν ακόμη προσωπικές ιστορίες που αξίζει να αναζητήσει κανείς. Ο παίκτης που σκόραρε 41 πόντους απέναντι στην Ταού ήταν ο ίδιος άνθρωπος που βοηθούσε τους νεότερους συμπαίκτες του στις προπονήσεις και διέθετε χρήματα για παιδιά ύστερα από τις χαμένες του βολές.
Στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του δεν έκανε απολογισμό της καριέρας του. Δεν ανέφερε τα ρεκόρ του ούτε τα βραβεία του. Ευχαρίστησε τους ανθρώπους που είχαν μοιραστεί μαζί του εκείνα τα χρόνια και, στις τελευταίες γραμμές έγραψε: «Να είστε δυνατοί και να αγωνίζεστε σκληρά. Η καρδιά μου θα είναι πάντα μαζί σας».
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;






